Select Page

Η μάγισσα φοριέται στην καρδιά

Η μάγισσα φοριέται στην καρδιά

Φωτογραφία: Ρέα Ζαχαριά

 

Μέρες μετά την Πρωτοχρονιά...

Σε μια πόλη με φωτάκια, καράβια και ρόδες, περπατούσα για ώρες στις σκοτεινές της γωνίες. Έβρισκα καφενεδάκια και τρύπωνα σαν αρουραίος στ' αμπάρια. Κουβαλούσα μηχανή και βιβλία και τα αράδιαζα μπρος μου σαν να μετρούσα προμήθειες· απαριθμούσα το πόσες μέρες θα μου φτάσουν - αν, θα μου φτάσουν.

Ζούσα λίγο δραματικά, σαν πρόβα ρόλου που δεν θα έπαιρνα τελικά. Ρουφούσα αφρόγαλα και λέξεις μέχρι να φτάσει η ώρα να πιάσω χαρτί και μολύβι. Ω, εντάξει: πληκτρολόγιο, έστω. Τί θα αλλάξει, αν με στριμώχνεις; Τί σε φτιάχνει να με διορθώνεις;

Τυχαία - που δεν υπάρχει, είπες - άρχισα να διαβάζω για τις μάγισσες κι έγινα μία. Όλο έτσι μ' έλεγες. Είμαι μια κακιασμένη γριά με μυτερό καπέλο, πάνω από μια μαρμίτα που βγάζει μπουρμπουλήθρες;

- Είσαι απ' τις άλλες...

Τις ποιες;

Ξέρω - και κάνω πως δεν.

Απλώνω την πραμάτεια μου, προσέχοντας μη χυθεί το ελιξίριο, ο καφές μου. Μόνο η Αγάπη Γιατρεύει, Η Δύναμη της Αγάπης, Το Γνωστό και Το Άγνωστο στην Αγάπη, Τώρα, Ιφιγένεια, Τώρα. Η μάγισσα Φοριέται στην Καρδιά.

- Τί διαβάζεις;

Δεν θέλω να σου πω. Καθόλου δεν μοιράζομαι τις εμμονές μου. Ούτε εσένα, άλλωστε, το ξέρεις. Κι ας σε κλείνω απ' έξω όταν γράφω για μάγισσες.

~ Έχει σμιχτά φρύδια (η λεγόμενη «σμιχτοφρύδα»).

~ Είναι Σαββατογεννημένη/ος, ή Παρασκευογεννημένη/ος, ή έχει γεννηθεί με Πανσέληνο.

~ Έχει κόκκινα μαλλιά.

~ Είναι γεννημένη/ος ημέρα Τρίτη και 13 του μήνα.

~ Λατρεύει τις γάτες και σίγουρα έχει τουλάχιστον μία στο σπίτι.

~ Τα υπόλοιπα ζώα ή την/ον λατρεύουν ή την/ον φοβούνται.

~ Έχει ένα σημαδάκι ή καρουμπαλάκι στο σημείο του τρίτου ματιού.

~ Έχει ένα εκ γενετής χαρακτηριστικό σημάδι κάπου στο σώμα.

~ Έχει μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια.

~ Δεν μπορεί να κλάψει.

~ Ταξιδεύει πετώντας πάνω σε σκούπα (κυρίως για τις μάγισσες αυτό).

~ Φορά απαραιτήτως μυτερό καπέλο και χαρακτηριστικά χοντροπάπουτσα.

~ Κατοικεί κάπου απομονωμένα, συνήθως μέσα σε δάσος.

~ Έχει την ικανότητα να κατεβάζει το φεγγάρι και να το αρμέγει.

Με πιάνει η μανία να στο αποδείξω: δεν είμαι.

Σμιχτοφρύδα, εγώ; Να, δες!

- Για έντονο βλέμμα μιλάει, κόφ' το. Είπες.

Μερικές φορές σε κουράζω; Μερικές φορές;

Πληκτρολόγιο καταστρώματος:

Έχω γεννηθεί Πέμπτη και Thursday's child is full of grace, λένε. Ναι; Άρα, ένα έξω.

- Δύο, κάγχασες. Αυτό με τις μέρες δεν πιάνεται, δεν είναι αλήθεια, είναι απλώς παγανιστικό.

Κατσουφιάζω παιδιάστικα. Ξέρω ότι χάνω στη συνέχεια...

Δεν έχω γάτα, αλλά σκύλο και ταΐζω τα ζωντανά της γειτονιάς και ρίχνω ψίχουλα στο μπαλκόνι - εγώ που τα ψίχουλα τα σιχαίνομαι - και με παίρνουν από πίσω όλα τους, ακόμα κι ένας θηλυκός γορίλας στο Λονδίνο, μια φορά, μέσα από το τζάμι μού χάιδεψε το μάγουλο και δάκρυσα. Τί μου θύμισες...

- Πως είσαι άνθρωπος.

Μάγισσα με είπες. Να μη με κοιτάζεις έτσι, μπορείς; Είναι άδικο να χάνω τις μάχες μου πριν τις δώσω...

Ο καφετζής με κοιτάζει και χαμογελάει. Ωχ, θα μιλήσει, να δεις. Μιλάει τελικά:

- Φοιτήτρια; Εργασία;

Και χαρά.

Του χαμογελάω, λέω κάτι περίεργα, τον φρικάρω, αλλά με το που του χαμογελάω, ησυχάζει.

- Μάγισσα.

Η φωνή σου στα αυταπόδεικτα μ' εκνευρίζει. Αν ήσουν εδώ, θα γύριζα πλάτη.

Αποφασίζω να τελειώνω με συνοπτικές διαδικασίες:

Δεν έχω γενετικό σημάδι, μαύρο οτιδήποτε και δεν πετάω με σκούπα. Καμιά φορά τα μαλλιά μου κοκκινίζουν, (έλα, σιγά το επιχείρημα!), μισώ τα καπέλα και τα χοντροπάπουτσα! Ορίστε! Σ' έχω· ματ σε δύο κινήσεις.

Μου έδωσες μια εξήγηση για παγανιστές επαρχιώτες και πλησίασες τόσο που ξέχασα πως ν' αναπνέω... Κοίταξες λίγο ψηλότερα στο μέτωπό μου και χαμογέλασες.

- Δεν έχεις καρουμπαλάκι, έχεις μια φλέβα στο μέτωπό σου που χτυπάει όταν...

Όταν. Φύγε. Απομακρύνεσαι γελώντας.

- Θα χάσεις, μωρό μου...

Στυλώνω το βλέμμα μου σ' ένα παλιό πικ απ απέναντι. Φωτογραφίες του '60 από πάνω.

Ξέρεις, πριν έρθεις ήταν όλα εύκολα... Φοβάμαι. Αρχίζω και χάνω.

Μπορώ να κλάψω, απλώς δεν θέλω άλλο. Καθάρισα το χώρο μου, πέταξα τα παλιά κι έκανα χώρο. Μα σαν ήρθες, τρόμαξα να δοθώ, έχω ξεχάσει πώς ν' αφήνομαι. Γι' αυτό κλείνομαι στο δικό μου δάσος - μη γελάς, δεν σου δίνω μισό πόντο! Και ποιο φεγγάρι αρμέγω; Ε; Απάντησέ μου...

- Παίρνεις το φως του και χλωμιάζεις. Υπάρχουν στιγμές που λάμπεις κι άλλες που το σβήνεις μόνη σου, σαν τη σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Φοβάσαι εμάς;

Σώζω ό,τι έχω γράψει και θέλω να κάνω save και στις στιγμές μας, μπορώ; Να έχω ξεκινήματα τη μέρα και τα χλωμιάσματά μου τη νύχτα και να είσαι πάντα εκεί; Να γελάς και να θυμώνω, αλλά να μη φεύγεις ποτέ;

 - Σε λέω μάγισσα γιατί έχεις απλωθεί πάνω μου και γύρω μου και παντού και ξέρεις πως μ' έχεις. Και αγαπάς παράφορα και με τυλίγεις με έννοια και καμιά φορά μένω κολλημένος πάνω σου ή τρέμω μην ξυπνήσεις κι αρχίσεις τα τρελά σου με την απομόνωση και σε ψάχνω πάλι. Πονάει πολύ όταν φεύγεις...

Κλείνω το λάπτοπ και τα μάτια μου. Τσεκάρω ένα ένα όλα τα γεωμετρικά σχήματα κάτω από τα βλέφαρα και μετά σε φέρνω μπροστά μου. Εκεί. Σ' ένα καφενείο με μάγισσες, στο κέντρο της σελήνης, μ' έναν καφετζή που μετράει τα ρέστα μου και που με φοβάται λίγο.

Να μείνουμε και οι δύο λέω. Να μου κάψεις το σκουπόξυλο και να σταματήσω τα ξόρκια. Να είμαστε σαν Κυριακή. Άλλοτε χαρά κι άλλοτε θλίψη. Να σε μάθω να μη φοβάσαι και να με μάθεις να μένω. Κι όσο κρατήσει...

- Το πικ απ παίζει ακόμα; ρωτάω

Ο καφετζής μου κάνει "όχι" κουνώντας το κεφάλι με τσαχπινιά. Άχου το. Έλα, εντάξει, σιγά που θα ρίξω το πιόνι μου για το φλερτ του κυριούλη! Να γελάσεις και να συνεχίσουμε την παρτίδα αλλού.

Σηκώνομαι να φύγω και να έρθω σ' εσένα. Και ψιθυρίζω τα ξόρκια μου στη σκάλα και πετάω στ' αλήθεια.

 

_

γράφει η Ρέα Ζαχαριά

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξιλόγιο της ψυχής μου...

5 Σχόλια

  1. ΄Αννα Ρουμελιώτη

    […] Παίρνεις το φως του και χλωμιάζεις. Υπάρχουν στιγμές που λάμπεις κι άλλες που το σβήνεις μόνη σου, σαν τη σκοτεινή πλευρά της σελήνης.[…] Έχω μια αδυναμία σε αυτά τα πρόσωπα Ρέα.Ένιωθα πολύ κοντά στην ηρωίδα καθώς διάβαζα τον μονόλογο.

    Είναι από τους μονολόγους που τους διαβάζεις και θέλεις να τους ξαναδιαβάσεις και να τους ξαναδιαβάσεις.Μαγικός!!Και μου άρεσε πάρα πολύ!!

    Απάντηση
    • Rea Zacharia

      Χαίρομαι που βρήκε και τρύπωσε και σ’ εσάς. Ευχαριστώ πολύ που την καταλάβατε και της ανοίξατε δίοδο – έτσι θα συνδεθεί, έτσι συνδεόμαστε όλοι μας, τελικά. Φιλιά.

      Απάντηση
  2. Μάχη Τζουγανάκη

    Είναι απο τα κείμενα που αγαπώ από την πρώτη τους λέξη μέχρι την τελευταία. Και τα κείμενά σου Ρέα έτσι διαβάζονται. Ό,τι κι αν πω για αυτή τη γραφή θα είναι λίγο. Είσαι μάγισσα. Γράφε να μας μαγεύεις.

    Απάντηση
    • Rea Zacharia

      Το να με στηρίζεις τόσο, μόνο με ξόρκια το πετυχαίνει κανείς. Ή με αλχημεία. Ή απλώς μιλώντας την ίδια γλώσσα.
      Σ’ ευχαριστώ που καταγράφεις τις μάχες μου <3

      Απάντηση
  3. Στέλλα Κουρμούλη

    “[…] Να είμαστε σαν Κυριακή. Άλλοτε χαρά κι άλλοτε θλίψη. Να σε μάθω να μη φοβάσαι και να με μάθεις να μένω. Κι όσο κρατήσει…” Μαγικό! Και “κάνω save” σε όλες τις εικόνες που είδα μπροστά μου… Εξαιρετικός μονόλογος!!! Συγχαρητήρια!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!