Αγαπημένη μου Ανθή,

Μέρες τώρα ήθελα να σου γράψω. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που σου έγραψα, όμως ξέρεις πολύ καλά, πως σε σκέφτομαι και μου λείπεις. Χθες καθάρισα την αποθήκη, όπως συνηθίζω κατα καιρούς και μάντεψε, τι βρήκα; Τη μαριονέτα! Θυμάσαι; Τότε, στην τελευταία τάξη του δημοτικού, που είχαμε αγοράσει μια μαριονέτα και φτιάχναμε φανταστικούς διαλόγους, κουνώντας παράλληλα τον σπάγκο, και εκείνη κινούταν και μιλούσε σαν αληθινή! Μας γοήτευε το πόσο αληθινή φαινότανε μέσα στο ψέμα της και δώστου γέλια και χαχανητά εμείς. Ε, ποιος να μου το 'λεγε τότε, βρε Ανθή, πως θα γινόμουν κάποτε και εγώ μια μαριονέτα! Μόνο που τώρα, δε με γοητεύει καθόλου το πόσο αληθινή φαίνομαι μέσα στο ψέμα μου. Καθόλου δε με τιμά αυτό.

Καθώς κοίταζα τη μαριονέτα των παιδικών μας χρόνων, συνειδητοποίησα πως σχεδόν όλοι οι άνθρωποι κατά καιρούς γινόμαστε μαριονέτες. Είναι ελάχιστοι Ανθή, εκείνοι που ποτέ μα ποτέ δεν αφέθηκαν σε δάχτυλα που κινούνε σπάγκους και κατά πώς τους βολεύει χειρίζονται τις μαριονέτες.

Η χύτρα σφύριξε και έτρεξα γρήγορα στην κουζίνα θυμώμενη πως είχα αφήσει φαΐ στη φωτιά, πετώντας τη μαριονέτα καταμεσής στο πάτωμα. Το φαΐ το γλίτωσα Ανθή, δεν κάηκε. Τη μαριονέτα οχι. Μου λείπει το ψαλίδι για να κόψω τους σπάγκους. Δεν θυμάμαι πού το έχω βάλει. Εύχομαι να περνάς καλά Ανθή.

Με αγάπη η φίλη σου Αγγελική

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!