Select Page

Η μικρή Αφροδίτη

Η μικρή Αφροδίτη

Ο πρώτος μήνας της 6χρονης Αφροδίτης στο σχολείο και το μεσημέρι, σαν χτυπά το κουδούνι για το σχόλασμα, τρέχει στην αγκαλιά της μητέρας της κλαίγοντας.

- Γιατί κλαις, παιδί μου;

- Δεν ξαναφοράω στο σχολείο τα γυαλιά. Τα μισώ.

- Τι έγινε;

- Με φωνάζουν γυαλαμπούκα και με κοροϊδεύουν.

- Αυτό είναι όλο; Σιγά τη στενοχώρια…

- Ναι, δεν κοροϊδεύουν εσένα… Εμένα κοροϊδεύουν, απαρηγόρητη η μικρή Αφροδίτη.

- Είναι ντροπή να κλαις στο δρόμο. Βλέπεις πώς σε κοιτάζουν όλοι; Τι θέλεις, να σε λένε και κλαψιάρα;

Της σκουπίζει η μάνα τα μάτια, παίρνει την τσάντα της στο ένα χέρι και με το άλλο την αγκαλιάζει από τους ώμους και προχωρούν για το σπίτι.

- Τι έπαθε το κορίτσι μου; ρωτά ο πατέρας, σαν τις βλέπει συννεφιασμένες.

Τρέχει η Αφροδίτη στην αγκαλιά του και ξεσπά σε αναφιλητά.

- Δεν ξαναπάω σχολείο. Και δεν ξαναφοράω τα γυαλιά μου, και κάνει να τα βγάλει.

- Βλέπεις κουταμάρες που λέει η κόρη μας; Βρε χαζούλα, πάμε να σου δείξω κάτι, και την παίρνει η μάνα από το χέρι.

- Για κοίτα, της λέει σαν μπαίνουν στο σαλόνι και στέκονται μπροστά στη βιτρίνα όπου είναι στολισμένα διάφορα κειμήλια.

Η μικρή την κοιτά με απορία. Βγάζει η μητέρα της με πολλή προσοχή ένα γυάλινο βάζο δουλεμένο με ασήμι.

- Θυμάσαι τι σου έχω πει για τούτο το βάζο;

- Ναι. Να μην τολμήσω ποτέ να το αγγίξω, πως είναι της προγιαγιάς σου και πως άμα σπάσει, θα είναι σαν να σου σπάω την ψυχή.

- Ακριβώς. Και πού το φυλάω και το φυλάμε αυτό το πανάκριβο για μας βάζο;

- Στη βιτρίνα.

- Πολύ σωστά. Τα πολύτιμα πράγματα τα φυλάμε σε βιτρίνα, για να μπορούν όλοι να τα θαυμάζουν, αλλά συνάμα να τα προστατεύουμε από τις σκόνες και από οτιδήποτε άλλο που μπορεί να μας τα χαλάσουν. Έτσι, λοιπόν, και τα πανέμορφα μάτια σου. Γι αυτό, αν σου ξαναπούν και σε κοροϊδέψουν ξανά για τα γυαλιά σου, τι θα τους πεις;

- Να φάμε τώρα; ήταν η απάντηση της Αφροδίτης, που έχει πάψει να κλαίει κι ένα χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της.

Καθώς έτρωγαν οι τρεις τους, λίγο πριν τελειώσει η μικρή το φαγητό της, ρωτά τον πατέρα της.

- Κι αν με κοροϊδέψουν που είμαι η κοντή και μικροκαμωμένη στην τάξη;

Εκείνος κοιτάζει τη γυναίκα του, ξεροκαταπίνει, πίνει μια γουλιά από το κρασί του…

- Αχ, βρε Αφροδίτη μου, πετάγεται η μάνα σαν σανίδα σωτηρίας για τον πατέρα. Πες της, πες, μπαμπά, πως τα ακριβά αρώματα μπαίνουν σε μικρά μπουκαλάκια!

- Αλήθεια, μπαμπά;

- Ναι, κορίτσι μου! Ακριβώς έτσι. Όσες φορές παίρνω δώρο στη μαμά άρωμα, της φέρνω μεγάλο μπουκάλι; Ποτέ. Στα μεγάλα μπουκάλια βάζουμε τις φτηνές κολόνιες, ενώ τα ακριβά αρώματα…, γελά ικανοποιημένος με τον εαυτό του που ανταποκρίθηκε στην πρόκληση της γυναίκας του και την κοίταξε μ’ ευγνωμοσύνη που τον έβγαλε από τη δύσκολη θέση.

Έχει περάσει καιρός κι η Αφροδίτη δεν ξαναβγήκε κλαμένη απ’ το σχολείο. Έβγαινε πάντα χαρούμενη και σαν έβλεπε τη μητέρα της, έτρεχε με χαρά στην αγκαλιά της. Οι κινήσεις κλασικές πλέον· η μάνα φορτώνεται την τσάντα που είναι πιο βαριά κι από τη μικρή μαθήτρια, την πιάνει από το χέρι, σταματούν στο φούρνο για φρέσκο ψωμί και συνεχίζουν για το σπίτι. Στο μεταξύ η μικρή έχει κάνει παρέες στο σχολείο και είναι πάντα χαρούμενη.

- Μη μου σφίγγεις τόσο πολύ το χέρι, παιδί μου. Θα μου σπάσεις τα δάχτυλα, παραπονέθηκε η μάνα ένα μεσημέρι.

- Δε σου το σφίγγω…, και βάζει τα κλάματα.

- Δε σε μάλωσα, αγάπη μου, γιατί κλαις;

- Δεν κλαίω γι αυτό…

- Τότε; σταμάτησε η μάνα και την κοίταξε με απορία.

- Ντρέπομαι, είπε η μικρή και κατέβασε το κεφάλι, ενώ προχωρούσε.

- Γιατί ντρέπεσαι, παιδί μου; Τι έκανες που σε κάνει και ντρέπεσαι τόσο;

- Εσένα ντρέπομαι, μαμά…

- Και πάλι δεν καταλαβαίνω.

- Μαμά, πειράζει να σου πω ένα μυστικό μου;

- Και βέβαια όχι. Δεν έχουμε πει πως θα τα λέμε όλα μεταξύ μας;

Στο μεταξύ έχουν φτάσει στο σπίτι. Ο μπαμπάς δεν έχει γυρίσει από τη δουλειά του ακόμα κι έτσι οι δύο «γυναίκες» κάθονται στην αυλή να πουν τα «μυστικά» τους.

- Σ’ ακούω, λοιπόν.

Η μικρή χαμηλώνει το βλέμμα και το πρόσωπό της είναι έτοιμο να στάξει αίμα.

- Έλα, έλα στην αγκαλιά μου και πες μου. Τι είναι αυτό που σε βασανίζει και σε κάνει να ντρέπεσαι τόσο.

- Δε θα με μαλώσεις…

- Αν έχεις κάνει κάτι που δεν έπρεπε και που θα έπρεπε να σε κάνει να ντρέπεσαι, δε χρειάζεται να σε μαλώσω εγώ, το κάνεις από μόνη σου.

- Δεν έκανα κάτι… Αλλά να, πώς να σ’ το πω… Η φίλη μου η Βασούλα, μου είπε πως αν σου το πω θα με μαλώσεις. Πως δεν είναι πράγματα που λένε τα παιδιά στους γονείς…

- Δεν ξέρω ποια σχέση έχει η Βασούλα με τους γονείς της και ειδικά με τη μητέρα της. Εμείς, όμως, έχουμε τη δική μας σχέση, έτσι δεν είναι;

- Δεν μπορώ να σου το κρύβω άλλο… Μαμά, τον αγαπάω…

Ένας χείμαρρος γέλιου πήγε να ξεπηδήσει από το στέρνο της μάνας, μαζί με στεναγμό ανακούφισης, μα τα έπνιξε, μη νοιώσει άβολα η μικρή.

- Ποιον αγαπάς, μωρό μου;

- Τον Πάνο. Τον αγαπάω πολύ, και σφίχτηκε ανακουφισμένη στην αγκαλιά της μητέρας της.

- Τι όμορφο! Πολύ όμορφο αυτό που είπες και πιο όμορφο που το νοιώθεις! Υπάρχει ωραιότερο πράγμα από την αγάπη; Με κάνεις πολύ χαρούμενη!

- Αλήθεια, μαμά; Και τότε τι μου έλεγε η Βασούλα και δε με άφηνε να σου το πω;

- Αχ, κοριτσάκι μου, ξέρεις πότε θα σε μάλωνα; Αν μου έλεγες πως αντιπαθείς κάποιο παιδί. Και πάλι, όχι, δε θα σε μάλωνα, θα λυπόμουν. Θα κουβεντιάζαμε, θα βρίσκαμε μαζί το λόγο που σου δημιουργεί αυτά τα αρνητικά συναισθήματα και θα λύναμε οι δυο μας το πρόβλημα. Γιατί θα ήταν πρόβλημα και μάλιστα σοβαρό. Αντίθετα, η αγάπη είναι δώρο. Από τα πιο πολύτιμα δώρα, που, δυστυχώς, εμείς οι μεγάλοι τα πετάμε στα σκουπίδια πολλές φορές. Προτιμώ να έχεις καρδιά περιβόλι, γιατί μόνο τα παιδιά έχουν αυτό το προνόμιο, παρά να είναι μίζερη σαν σκοτεινό στενοσόκακο…

- Η κόρη μας είναι ερωτευμένη, ανακοίνωσε το βράδυ στον πατέρα, αφού είχαν βεβαιωθεί πως η μικρή κοιμάται.

- Τι έκανε λέει;

- Έλα, καλέ, πώς κάνεις έτσι;

- Ποιος είναι αυτός; Τον ξέρεις; Ξέρεις τους γονείς του; Τι δουλειά κάνουν;

- Ώπα, ώπα, πήρες φόρα και ρωτάς, σαν να πρόκειται να την παντρέψουμε αύριο κιόλας! Συμμαθητής της είναι, καλός μαθητής και είναι πολύ φυσιολογικό. Το παιδί μας αγαπά, δεν μισεί. Μόνο τότε θα έπρεπε ν’ ανησυχήσουμε. Εγώ είμαι πολύ χαρούμενη και συγκινημένη. Είναι το πρώτο της σκίρτημα, που σημαίνει πως το παιδί μας είναι και συναισθηματικά υγιέστατο!

- Γι αυτό δεν μπορώ χωρίς εσένα, και αγκαλιάζει τη γυναίκα του. Σε όλα και για όλα βρίσκεις την καλή και αισιόδοξη πλευρά.

- Κοίτα, κακομοίρη μου, μη σου ξεφύγει κουβέντα ή κανένα υπονοούμενο, γιατί θα πάψει να μου λέει τα μυστικά της κι όταν μεγαλώσει θα ψαχνόμαστε πού κάναμε λάθος.

- Μάλιστα, «στρατηγέ» μου. Ό,τι πείτε, νόμος για μένα! Έλα, σβήσε τώρα το φως να κοιμηθούμε, γιατί αύριο μπορεί να έρθουν οι συμπέθεροι να μας τη ζητήσουν…

 

-

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μαίρη Κάντα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Μέγαρα. Αποφοίτησα από την Φιλοσοφική σχολή των Ιωαννίνων. Το 2010 μετακόμισα μόνιμα στην Αθήνα για να σπουδάσω δημοσιογραφία στο ιεκ “ΑΚΜΗ”. Έχω παρακολουθήσει ακόμα σεμινάρια νοηματικής γλώσσας και θεατρικής γραφής, ενώ συνεχίζω τις σπουδές μου στην λογοτεχνική γραφή στη ” Tabula Rasa”. Λατρεύω την Αθήνα, γιατί σε αυτή την πόλη, έγιναν πραγματικότητα όλα τα όνειρά μου. Αγαπάω επίσης το ουράνιο τόξο μετά από μία καταιγίδα. Μου θυμίζει πως όσα προβλήματα και αν υπάρχουν, κάποια στιγμή έρχεται το «ουράνιο τόξο», η λύση στα προβλήματα.

1 σχόλιο

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!