τοβιβλίο.net

Select Page

Η μπέμπα

Η μπέμπα

Το φέρι ήταν διακοσμημένο ενόψει των Χριστουγέννων. Γιρλάντες παντού και λαμπιόνια που αναβόσβηναν στον ίδιο, αενάως επαναλαμβανόμενο, εκνευριστικό ρυθμό. Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, στη γωνία της τραπεζαρίας, προσπαθούσε να καλύψει τη μούχλα και τους σαπισμένους από την υγρασία τοίχους.

Έστρεψα το κεφάλι μου μακριά από τις ανεπιθύμητες αναλαμπές και, μην έχοντας τι άλλο να κάνω, αποφάσισα να ασχοληθώ με την Τζένη. Τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια, όμως, συνέχισαν να με καταδιώκουν. Ήταν παντού! Αντανακλούσαν στα γυαλιά της, στο γκλίτερ των βλεφάρων της, στα σκουλαρίκια της, ακόμη και στα κάτασπρα δόντια της.

«Πρέπει να πλένεις τα δόντια σου, τουλάχιστον τέσσερις φορές τη μέρα». Αυτή ήταν μία μόνο από τις περίφημες ατάκες της. Τα αποφθέγματά της. Τα «πρέπει» της. Η Τζένη ήταν τόσο γεμάτη «πρέπει» που, αν τα κατέγραφες όλα, θα γέμιζες με ευκολία μία δωδεκάτομη εγκυκλοπαίδεια.

Καλά. Ίσως να υπερβάλλω λίγο. Εξάλλου, μου το είχε επισημάνει και αυτό. «Πρέπει να πάψεις να είσαι τόσο υπερβολικός». Άλλο ένα «πρέπει». Μάλιστα.

Δεν ξέρω τι μ’ έχει πιάσει, τελευταία. Αυτή η κοπέλα είναι αντικειμενικά ιδανική για κάθε άνδρα. Όμορφη, κομψή, έξυπνη, πρόσχαρη, πνευματώδης, σέξι. Ιδίως αυτό το τελευταίο δεν μπορείς να το παραβλέψεις με τίποτα. Κακά τα ψέματα. Καλά όλα τ’ άλλα, αλλά… Τι στην ευχή; Όπως και να ‘χει, μία αισθησιακή παρουσία είναι κάτι που δεν περνάει απαρατήρητο. Αυτό βέβαια, δεν είναι πάντοτε επιθυμητό. Καταλαβαίνετε. Αν είστε άνδρας, σίγουρα με καταλαβαίνετε. Δεν με πειράζει να την κοιτούν τα λοιπά αρσενικά και να τους τρέχουν τα σάλια, αλλά μέχρι ενός σημείου. Του σημείου εκείνου που δεν προσεγγίζουν λαίμαργα το θήραμα. Εννοώ… την Τζένη.

Λοιπόν; Τι φταίει λοιπόν; Γιατί δεν μπορώ να ησυχάσω; Γιατί αισθάνομαι σαν τον κατάδικο στο δρόμο προς τα κάτεργα; Κι όλοι αυτοί οι εφιάλτες που δεν με αφήνουν να κοιμηθώ τα βράδια;

Χθες, επί παραδείγματι. Έβλεπα, λέει, κάτι κακομούτσουνους, μαυριδερούς σαν καλικάντζαρους, τύπους να πετσοκόβουν μια αγελάδα, ζωντανή. Το άμοιρο ζώο ούρλιαζε από τον πόνο. Αλλά αυτοί, εκεί, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Της ανοίγανε τρύπες με κάτι τεράστια εργαλεία σαν τιρμπουσόν και πετούσαν τα ματωμένα κομμάτια σε μια κυλιόμενη ταινία παραγωγής. Εκεί, κάτι κοντοπίθαροι, σαν ξωτικά, έπαιρναν τα κομμάτια και, με κάποιον τρόπο που δεν καταλάβαινα, τα συναρμολογούσαν και τα μετέτρεπαν σε ηλεκτρονικές συσκευές. Κινητά, λάπτοπ, κάμερες, τάμπλετ…

Το κουδούνισμα του δικού μου κινητού με επανέφερε στην πραγματικότητα. Άπλωσα το χέρι μου να πιάσω το δερμάτινο από τη διπλανή πολυθρόνα. Ψαχούλεψα τις τσέπες.

«Το κέρατό μου! Πού τό ‘χω βάλει;»

«Στην εσωτερική, κάτω δεξιά», παρενέβη η Τζένη, χωρίς να σηκώσει τα μάτια της από το σταυρόλεξο.

Φυσικά! Εκεί ήταν!

«Έλα! Ποιος είναι;…  Έλα, ρε Στέφανε! Πού ‘σαι, ρε φιλαράκι; … Χαθήκαμε, ρε.»

Ο Στέφανος είναι ο κολλητός μου. Ήταν. Προ Τζένης. Γιατί η Τζένη δεν συμπαθεί τους μηχανόβιους. Κι ο Στέφανος είχε μια «μπέμπα», μούρλια. Όχι. Δεν ήταν ματσωμένος. Την κληρονόμησε από τον πατέρα του, όταν εκείνος έφυγε στην Αυστραλία, να βρει καλύτερη τύχη. Την είχε παρατημένη στο γκαράζ. Ο Στέφανος, την πήρε και τη σουλούπωσε. Ένα χρόνο την πάλευε.  Ένα χρόνο, μάζευε και το παραμικρό ευρώ για να τη φτιάξει. Και την έφτιαξε. Θηρίο! Να την άκουγες όταν μάρσαρε! Πω, πω! Θεά! Η σέλα της! Δερμάτινη! Οι καθρέφτες, τα πλαϊνά! Νίκελ παντού! Έλαμπε στο σκοτάδι περισσότερο κι από το άστρο που είχε στην κορυφή του το χριστουγεννιάτικο δέντρο του πλοίου.

«Πού βρίσκεσαι τώρα;», τον ρώτησα.

Ο Στέφανος, είχε μόλις πριν μία εβδομάδα, χάσει τη δουλειά του. Εργαζόταν σε ένα μαγαζί με παιδικά παπούτσια. Ο ιδιοκτήτης βγήκε στη σύνταξη και το έκλεισε. Πρότεινε στο Στέφανο να το αγοράσει, όμως, πού λεφτά;

«Ρε φίλε, μήπως σου βρίσκεται κάνα τάληρο; Δανεικά, όχι… Μπορείς να μπεις συνέταιρος, αν θέλεις. Το μαγαζί είναι σε καλό μέρος. Πέρασμα. Ρε φίλε, χρειάζομαι βοήθεια. Έχω βάλει και την μπέμπα για πούλημα…»

Την μπέμπα; Άκουσα το σπάσιμο της φωνής του, καθώς ξεστόμιζε το αδιανόητο. Όχι! Η μπέμπα δεν πουλιόταν! Δεν μπορούσε να πουληθεί! Τόσα χρόνια πάνω στη σέλα της! Τόσες βόλτες, τόσα ταξίδια, τόσες αναμνήσεις! Πώς μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο;

«Ρε φίλε, με βρίσκεις απροετοίμαστο. Άσε με να το σκεφτώ. Κάτι θα γίνει… Ναι, ρε… Θα σε πάρω εγώ… Μες στη βδομάδα… Ναι, ρε, μείνε ήσυχος…. Και… ρε, φίλε, μην τη δώσεις ακόμα την μπέμπα. Ίσως…. Ναι, καταλαβαίνω… Τα λέμε… Ναι, ρε, είπαμε… Καλά Χριστούγεννα!»

Έκλεισα το τηλέφωνο μουδιασμένος.

«Ο Στέφανος ήταν.»

«Το άκουσα», μου απάντησε η Τζένη  με το μολύβι στο στόμα. «Χωρίς έλεος, επτά γράμματα, αρχίζει από άλφα, όχι ανελέητος.»

«Ανηλεής.»

«Ανηλεής! Μπράβο! Κι ήμουν τόσο κοντά. Πώς δεν το σκέφτηκα; Ε, λοιπόν, εμείς οι δυο πρέπει να πάμε σε κανένα τηλεπαιχνίδι. Τι λες;»

«Ναι. Να σου πω. Στο τηλέφωνο ήταν ο Στέφανος, τον θυμάσαι.»

«Δεν ξεχνώ ποτέ πρόσωπα. Φυσικά και τον θυμάμαι. Εκείνος ο αξύριστος μηχανόβιος με το μπουφάν που μύριζε τραγίλα.»

«Τζένη, ο Στέφανος ήταν κολλητός μου, εντάξει; Θα σε παρακαλούσα να μιλάς πιο όμορφα γι’ αυτόν.»

«Καλά, μη θυμώνεις! Δεν σου θίξαμε το σόι.»

«Ο Στέφανος είναι παραπάνω από σόι. Είναι αδερφός.»

«Να σου επισημάνω πως και ο αδερφός ανήκει στο σόι. Πρώτου βαθμού συγγένεια. Νομίζω.»

«Μην ειρωνεύεσαι. Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ. Με το Στέφανο έχουμε φάει ψωμί κι αλάτι, και μην τολμήσεις να κοροϊδέψεις αυτό που είπα.»

Η Τζένη έκλεισε το σταυρόλεξο, με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο.

«Έλα. Πες μου για το φίλο σου. Σ’ ακούω.»

Της είπα για το πρόβλημα του Στέφανου και ότι ήθελα, με κάποιο τρόπο, να τον βοηθήσω.

«Και πώς σκέφτεσαι να το κάνεις αυτό;», ρώτησε η Τζένη.

«Δεν ξέρω. Γι’ αυτό το συζητάω. Να μου πεις τη γνώμη σου.»

«Δεν φαντάζομαι να θέλεις να του δανείσεις πέντε χιλιάρικα, με μόνη εγγύηση την παλιά σας φιλία; Θα ήταν πολύ αφελές.»

«Όχι, βέβαια», έσπευσα να την καθησυχάσω. Εξ άλλου, δεν μου περισσεύουν, κιόλας.»

«Ωραία! Τότε; Να μπεις συνέταιρος, δεν μπορείς. Είσαι δημόσιος υπάλληλος.»

«Εσύ, δεν είσαι.»

«Τι λες τώρα; Τι δουλειά έχω εγώ με τον… Επιπλέον, έχω δουλειά. Δεν μου χρειάζεται δεύτερη. Και μάλιστα… παπουτσίδικο. Όχι, ευχαριστώ. Δεν σπούδασα τόσα χρόνια για να δουλεύω σε παπουτσίδικο. Και απορώ με σένα, πώς σου πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό; Δεν νομίζεις ότι με προσβάλλεις λιγάκι;»

«Δε με κατάλαβες. Δεν θα μπεις κανονική συνέταιρος. Ούτε θα πας να δουλέψεις. Εγώ θα είμαι ο συνέταιρος. Εσύ θα φαίνεσαι μόνο στα χαρτιά.»

«Ε, μα πες το έτσι! Εσύ θα το παίζεις επιχειρηματίας κι εγώ θα έχω την εφορία και ό,τι άλλο προκύψει, στο κεφάλι μου. Τι ωραία! Και δε μου λες; Αν ο φιλαράκος σου σε κλέψει; Κι αν χάσεις τα λεφτά σου; Κι αν εξαφανιστεί, αφήνοντας πίσω του χρέη; Ποιος θα τα πληρώσει; Εγώ;»

«Εγώ, φυσικά.»

«Με τι κεφάλαια;»

Η Τζένη ήξερε πάντα πώς να πατάει στο ευαίσθητο σημείο μου. Και το έκανε, χωρίς κανένα δισταγμό. Ήξερε πολύ καλά την οικονομική μου κατάσταση. Ήξερε πόσο μειονεκτικά αισθανόμουν που αυτή, και όχι εγώ, ήταν το… πορτοφόλι που πλήρωνε τους λογαριασμούς. Ο μπαμπάς της, για να είμαι πιο ακριβής. Εκείνος ήταν το πορτοφόλι. Εκείνος πλήρωνε για να έχει η κόρη του ό,τι ήθελε. Ακόμη και μένα…

Γνωριστήκαμε σε ένα φιλικό σπίτι. Πάρτι γενεθλίων. Στεκόμουν σε μία γωνία στο σαλόνι και παρατηρούσα τη διακόσμηση. Πρέπει να χασμουρήθηκα, γιατί άκουσα μια γυναικεία φωνή δίπλα μου.

«Βαρετά, έτσι;»

«Όχι», έσπευσα να απολογηθώ, «απλά είμαι κουρασμένος.»

«Κι εγώ βαριέμαι, συνέχισε η κοπέλα. Με λένε Τζένη. Με έφερε μια φίλη μου και την έχω χάσει. Μπορεί και να ‘φυγε. Την έχω ικανή. Εσύ;»

«Εγώ είμαι συνάδελφος της Τάνιας. Της κοπέλας που γιορτάζει.»

«Ναι, ξέρω.»

«Ερμής», της είπα, προτείνοντας το χέρι μου σε χειραψία.

«Ορίστε;»

«Το όνομά μου. Ερμής.»

«Παράξενο όνομα! Δεν το ‘χω ξανακούσει. Σε άνθρωπο, εννοώ.»

«Είναι μεγάλη ιστορία. Ήταν να βαπτιστώ Άρης, αλλά… ο νονός μπέρδεψε τους θεούς.»

Η Τζένη γέλασε και το πρόσωπό της έλαμψε. Αυτό ήταν. Την ερωτεύτηκα. Από τότε, την ακολουθώ παντού και φροντίζω να ικανοποιώ όλες της τις επιθυμίες. Δυο χρόνια τώρα. Στην αρχή, μου έβγαινε αυθόρμητα. Ήθελα να τη βλέπω χαρούμενη, ευτυχισμένη. Κι εκείνη, φρόντιζε να μου ανταποδίδει το κανάκεμα με μικρές δόσεις «φροντίδας», καταλαβαίνετε.

Μόνο που, τελευταία, αισθάνομαι, όλο και πιο συχνά, ένα βάρος στο στομάχι, ένα κόμπο που διαρκώς μεγαλώνει.

«Όταν γυρίσουμε από Κέρκυρα, να πας να το δεις. Ξέρω έναν πολύ καλό γαστρεντερολόγο, θα σε πάω εγώ».

Κέρκυρα. Η ιδιαίτερη πατρίδα της Τζένης. Εκεί πάμε. Να γνωρίσω τους γονείς της. Τον μπαμπά της, κυρίως, τον ζωέμπορο, ή μάλλον τον «εισαγωγέα κρεάτων», όπως επιμένει να τον αποκαλεί η Τζένη. Αυτή το αποφάσισε.

«Χριστούγεννα στην Κέρκυρα! Τι καλύτερο;»

«Χριστούγεννα στην Αράχωβα», της απάντησα.

«Του χρόνου. Αφού γνωρίσεις τον μπαμπά», ανταπάντησε εκείνη, κλείνοντας οριστικά τη συζήτηση.

Κι αυτά τα γαμημένα τα λαμπάκια, μου έχουν σπάσει τα νεύρα!

Πλησιάζουμε. Ο κόμπος στο στομάχι, σχεδόν μου κόβει την ανάσα. Το στόμα μου είναι στεγνό. Είμαι ένα βήμα από την επισημοποίηση της σχέσης μου με μια γυναίκα που πολλοί θα ζήλευαν και εγώ τρέμω. Κι απ’ την άλλη, η μπέμπα του Στέφανου. Η μπέμπα πωλείται!

«Κύριε, είστε καλά; Κύριε;»

Άνοιξα τα μάτια μου. Ήταν μια κοπέλα, υπάλληλος του πλοίου.

«Φτάσαμε Ηγουμενίτσα!», μου είπε με ένα ευγενικό χαμόγελο.

Σηκώθηκα, μάζεψα τα πράγματά μου και έψαξα την έξοδο. Τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια αναβόσβηναν σε ένα γνώριμο χαρούμενο ρυθμό.

«Καλά Χριστούγεννα, παιδιά», φώναξα στο προσωπικό του πλοίου, φεύγοντας, κι εκείνοι μου ανταπέδωσαν την ευχή.

Στην προβλήτα, ο Στέφανος περίμενε καβάλα στην μπέμπα, που έμοιαζε στολισμένη, με όλες εκείνες τις πολύχρωμες αντανακλάσεις των χριστουγεννιάτικων φώτων ολόγυρα. Ανέβηκα πίσω, έκλεισα τα μάτια, πήρα βαθιά ανάσα και όλοι οι κόμποι λύθηκαν μέσα στο ηδονικό της μούγκρισμα.

«Όχι, ρε! Η μπέμπα δεν πουλιέται!»

_

γράφει ο Τάσος Κυρτάσογλου

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος