Select Page

Η συνάντηση

Η συνάντηση

  Η νύχτα ήταν παγερή και ο άνεμος λυσσομανούσε. Το χιόνι είχε σχεδόν καλύψει το χωματόδρομο, που διαγράφοντας καμπύλες στην πλαγιά κατέληγε στο μοναχικό πανδοχείο στην κορυφή του λόφου. Ένας άνδρας πλησίασε χωλαίνοντας στο μικρό ξύλινο κτίσμα, που απ’ έξω έμοιαζε εγκαταλειμμένο. Μόλις έφτασε στο κατώφλι, κοντοστάθηκε για κάποια δευτερόλεπτα περίσκεπτος, ύστερα άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα και την ξανάκλεισε. Προχώρησε δισταχτικά προς το τραπέζι που βρισκόταν στη γωνία πλάι στο παράθυρο. Τράβηξε την καρέκλα και κάθισε χωρίς να βγάλει το νωπό του παλτό. Ήταν ασπρομάλλης με ωχρό πρόσωπο και κάτω απ’ τα μάτια είχε μαύρους κύκλους. Όταν τον κοιτούσες, σου έδινε την εντύπωση πως ήταν έτοιμος να καταρρεύσει.

  Έβηξε τρεις φορές δυνατά, έπειτα άναψε τσιγάρο με χέρια που έτρεμαν και άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί τριγύρω. Ο χώρος ήταν βυθισμένος σε αδρό ημίφως. Κολλητά στον έναν τοίχο, υπήρχε ένας ξεφτισμένος καναπές. Στο δεξί μπροστινό πόδι του καναπέ, ήταν δεμένος με αλυσίδα ένας ασθενικός σκύλος, που εκείνη την ώρα κατουρούσε στο πάτωμα. Λίγο πιο ‘κει, μια μεσόκοπη γυναίκα περιφερόταν αόριστα, φορώντας μόνο τα εσώρουχά της και κραδαίνοντας επιδεικτικά μια μακρόστενη πίπα. Στο πάνω χείλος της φύτρωνε ένα παχύ χνούδι, τα πόδια της ήταν τριχωτά, ενώ απ’ τις κάθιδρες μασχάλες της ανάβλυζαν μικρά ρυάκια που μούσκευαν τα πλευρά της.

  Απέναντι απ’ τον άνδρα υπήρχε μια σκονισμένη μπάρα με μερικά άδεια ποτήρια κι ένα μισογεμάτο μπουκάλι. Στο κέντρο της σάλας, ένας καμπούρης γέρος σκούπιζε κάτι χώματα. Απ’ το γραμμόφωνο στο βάθος, αναδυόταν μια ρετρό μελαγχολική μελωδία με βιολί. Ο άνδρας είδε μια κατσαρίδα να περνά από κοντά του και για μια στιγμή σκέφτηκε να την λιώσει με το παπούτσι, αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Ο γέρος παράτησε τη σκούπα και το φαράσι αναστενάζοντας, βάστηξε για λίγο τη μέση του και κατόπιν τρύπωσε πίσω απ’ την μπάρα. Πήρε ένα κοντό γυάλινο ποτήρι απ’ το αραχνιασμένο ράφι πίσω του, έριξε μέσα δυο παγάκια και κάποιο κίτρινο υγρό και το πήγε στον άνδρα δίχως να του πει κουβέντα. Εκείνος έφερε το ποτήρι στη μύτη του, μύρισε το περιεχόμενο και ρούφηξε μια γερή γουλιά. «Πως ήξερε ποιο είναι το αγαπημένο μου ποτό;» αναρωτήθηκε.

  Η πόρτα άνοιξε ξανά και μπήκε ένας ψηλός και αδύνατος τύπος. Ήταν ντυμένος με μια μακριά γκρι καμπαρντίνα και στο κεφάλι φορούσε μια μεγάλη κουκούλα που έκρυβε τελείως τη φάτσα του. Η ημίγυμνη γυναίκα βλέποντάς τον, λούφαξε στον καναπέ και αγκάλιασε το σκύλο. Το ζώο της έγλυψε το αυτί μ’ ένα κοφτό γουργουρητό σαν κλαψούρισμα. Ο γέρος υποκλίθηκε και έτρεξε να χωθεί κάτω από ένα τραπέζι. Ενόσω ο τύπος κατευθυνόταν προς τον άνδρα με νωχελικά βήματα, οι μισοσαπισμένες τάβλες στο πάτωμα άρχισαν να τρίζουν. Στάθηκε από πάνω του ακίνητος. Εκείνος δε γύρισε να τον κοιτάξει, ένιωσε όμως έντονα την παρουσία του.

   -Ήρθες; είπε ο άνδρας με κουρασμένη φωνή. Ο τύπος δεν απάντησε. Πάει πολύς καιρός από τότε που ξανανταμώσαμε, συνέχισε ο άνδρας, ήταν εκείνο το ατύχημα, θυμάσαι;

  Αυτός με την κουκούλα εξακολουθούσε να παραμένει σιωπηλός και ασάλευτος. Ο άνδρας χαμογέλασε και μίλησε πάλι.

   -Πάντως δεν πρέπει να έχεις παράπονο από μένα. Πάντοτε σε συλλογιόμουν και σε αντιμετώπιζα ως φίλο και σύντροφο. Ούτε κι εγώ βέβαια είμαι κανένας αχάριστος· αναγνωρίζω πως ό,τι σπουδαίο έκανα στη ζωή μου, το χρωστάω σε σένα. Αν δεν ήσουν εσύ, ίσως να μην κατάφερνα ποτέ να μάθω ποιος είμαι στ’ αλήθεια. Ναι, ναι, κούνησε το κεφάλι του με ύφος ονειροπόλο, όποτε ήμουν μπερδεμένος και δεν ήξερα κατά που να βαδίσω, σε σκεφτόμουν και ευθύς έβρισκα την άκρη. Παρόλο που σε περίμενα όμως όλους αυτούς τους μήνες, ξέρεις φυσικά για την αρρώστια μου, ομολογώ ότι τώρα που τελικά εμφανίστηκες, μου προκαλείς αηδία.

  -Έλα, σήκω, έχουμε ήδη αργήσει,  αποκρίθηκε ο τύπος με την κουκούλα με βραχνή και σφυριχτή λαλιά, σαν δυνατό ψίθυρο

   -Δε θέλω σου λέω, δε θέλω να έρθω μαζί σου, γιατί δεν το καταλαβαίνεις; Προτιμώ να ξεμείνω για πάντα σ’ αυτό το χαμαιτυπείο που βρωμοκοπά σάλια, ούρα, ιδρώτα και λάσπη, παρά να σε ακολουθήσω! Άσε με ήσυχο!

   -Μην κάνεις σαν παιδί, είπε ο τύπος και ακούμπησε στον ώμο του άνδρα το χέρι του, που ήταν σκέτο κόκκαλα και δεν είχε ούτε σάρκα, ούτε δέρμα, ούτε νύχια.

   -Να τελειώσω τουλάχιστον το ποτό μου! διαμαρτυρήθηκε εκείνος.

  Ο τύπος με την κουκούλα στράφηκε απ’ την άλλη και ξεκίνησε να περπατά προς την πόρτα. Ο άνδρας χαμήλωσε το κεφάλι του, σηκώθηκε και τον πήρε στο κατόπι.

 

_

γράφει ο Βαγγέλης Κατσούπης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χριστίνα Παπαβασιλείου

Γεννήθηκα στην όμορφη Θεσσαλονίκη, όμως οι συγκυρίες με έφεραν στη ζεστή Λάρισα. Με τα χρόνια την αγάπησα και αυτήν. Τελευταία, οι γύρω μου λένε πως μεγάλωσα, δεν είμαι πια παιδί. Τους αγνοώ και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Από μικρή ήμουν βιβλιόπαιδο, αγαπούσα τα βιβλία και τις περίεργες λέξεις τους. Μια νύχτα με βροχή στάθηκε η αφετηρία για να πιάσω ενεργά χαρτί και μολύβι. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλες τέτοιες νύχτες -ενίοτε και μέρες- που οι σκέψεις μου αποτυπώνονταν στο χαρτί. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Ως τότε, θα συνεχίσω να χορεύω στο ρυθμό της ζωής...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!