Η συνάντηση

4.09.2017

  Η νύχτα ήταν παγερή και ο άνεμος λυσσομανούσε. Το χιόνι είχε σχεδόν καλύψει το χωματόδρομο, που διαγράφοντας καμπύλες στην πλαγιά κατέληγε στο μοναχικό πανδοχείο στην κορυφή του λόφου. Ένας άνδρας πλησίασε χωλαίνοντας στο μικρό ξύλινο κτίσμα, που απ’ έξω έμοιαζε εγκαταλειμμένο. Μόλις έφτασε στο κατώφλι, κοντοστάθηκε για κάποια δευτερόλεπτα περίσκεπτος, ύστερα άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα και την ξανάκλεισε. Προχώρησε δισταχτικά προς το τραπέζι που βρισκόταν στη γωνία πλάι στο παράθυρο. Τράβηξε την καρέκλα και κάθισε χωρίς να βγάλει το νωπό του παλτό. Ήταν ασπρομάλλης με ωχρό πρόσωπο και κάτω απ’ τα μάτια είχε μαύρους κύκλους. Όταν τον κοιτούσες, σου έδινε την εντύπωση πως ήταν έτοιμος να καταρρεύσει.

  Έβηξε τρεις φορές δυνατά, έπειτα άναψε τσιγάρο με χέρια που έτρεμαν και άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί τριγύρω. Ο χώρος ήταν βυθισμένος σε αδρό ημίφως. Κολλητά στον έναν τοίχο, υπήρχε ένας ξεφτισμένος καναπές. Στο δεξί μπροστινό πόδι του καναπέ, ήταν δεμένος με αλυσίδα ένας ασθενικός σκύλος, που εκείνη την ώρα κατουρούσε στο πάτωμα. Λίγο πιο ‘κει, μια μεσόκοπη γυναίκα περιφερόταν αόριστα, φορώντας μόνο τα εσώρουχά της και κραδαίνοντας επιδεικτικά μια μακρόστενη πίπα. Στο πάνω χείλος της φύτρωνε ένα παχύ χνούδι, τα πόδια της ήταν τριχωτά, ενώ απ’ τις κάθιδρες μασχάλες της ανάβλυζαν μικρά ρυάκια που μούσκευαν τα πλευρά της.

  Απέναντι απ’ τον άνδρα υπήρχε μια σκονισμένη μπάρα με μερικά άδεια ποτήρια κι ένα μισογεμάτο μπουκάλι. Στο κέντρο της σάλας, ένας καμπούρης γέρος σκούπιζε κάτι χώματα. Απ’ το γραμμόφωνο στο βάθος, αναδυόταν μια ρετρό μελαγχολική μελωδία με βιολί. Ο άνδρας είδε μια κατσαρίδα να περνά από κοντά του και για μια στιγμή σκέφτηκε να την λιώσει με το παπούτσι, αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Ο γέρος παράτησε τη σκούπα και το φαράσι αναστενάζοντας, βάστηξε για λίγο τη μέση του και κατόπιν τρύπωσε πίσω απ’ την μπάρα. Πήρε ένα κοντό γυάλινο ποτήρι απ’ το αραχνιασμένο ράφι πίσω του, έριξε μέσα δυο παγάκια και κάποιο κίτρινο υγρό και το πήγε στον άνδρα δίχως να του πει κουβέντα. Εκείνος έφερε το ποτήρι στη μύτη του, μύρισε το περιεχόμενο και ρούφηξε μια γερή γουλιά. «Πως ήξερε ποιο είναι το αγαπημένο μου ποτό;» αναρωτήθηκε.

  Η πόρτα άνοιξε ξανά και μπήκε ένας ψηλός και αδύνατος τύπος. Ήταν ντυμένος με μια μακριά γκρι καμπαρντίνα και στο κεφάλι φορούσε μια μεγάλη κουκούλα που έκρυβε τελείως τη φάτσα του. Η ημίγυμνη γυναίκα βλέποντάς τον, λούφαξε στον καναπέ και αγκάλιασε το σκύλο. Το ζώο της έγλυψε το αυτί μ’ ένα κοφτό γουργουρητό σαν κλαψούρισμα. Ο γέρος υποκλίθηκε και έτρεξε να χωθεί κάτω από ένα τραπέζι. Ενόσω ο τύπος κατευθυνόταν προς τον άνδρα με νωχελικά βήματα, οι μισοσαπισμένες τάβλες στο πάτωμα άρχισαν να τρίζουν. Στάθηκε από πάνω του ακίνητος. Εκείνος δε γύρισε να τον κοιτάξει, ένιωσε όμως έντονα την παρουσία του.

   -Ήρθες; είπε ο άνδρας με κουρασμένη φωνή. Ο τύπος δεν απάντησε. Πάει πολύς καιρός από τότε που ξανανταμώσαμε, συνέχισε ο άνδρας, ήταν εκείνο το ατύχημα, θυμάσαι;

  Αυτός με την κουκούλα εξακολουθούσε να παραμένει σιωπηλός και ασάλευτος. Ο άνδρας χαμογέλασε και μίλησε πάλι.

   -Πάντως δεν πρέπει να έχεις παράπονο από μένα. Πάντοτε σε συλλογιόμουν και σε αντιμετώπιζα ως φίλο και σύντροφο. Ούτε κι εγώ βέβαια είμαι κανένας αχάριστος· αναγνωρίζω πως ό,τι σπουδαίο έκανα στη ζωή μου, το χρωστάω σε σένα. Αν δεν ήσουν εσύ, ίσως να μην κατάφερνα ποτέ να μάθω ποιος είμαι στ’ αλήθεια. Ναι, ναι, κούνησε το κεφάλι του με ύφος ονειροπόλο, όποτε ήμουν μπερδεμένος και δεν ήξερα κατά που να βαδίσω, σε σκεφτόμουν και ευθύς έβρισκα την άκρη. Παρόλο που σε περίμενα όμως όλους αυτούς τους μήνες, ξέρεις φυσικά για την αρρώστια μου, ομολογώ ότι τώρα που τελικά εμφανίστηκες, μου προκαλείς αηδία.

  -Έλα, σήκω, έχουμε ήδη αργήσει,  αποκρίθηκε ο τύπος με την κουκούλα με βραχνή και σφυριχτή λαλιά, σαν δυνατό ψίθυρο

   -Δε θέλω σου λέω, δε θέλω να έρθω μαζί σου, γιατί δεν το καταλαβαίνεις; Προτιμώ να ξεμείνω για πάντα σ’ αυτό το χαμαιτυπείο που βρωμοκοπά σάλια, ούρα, ιδρώτα και λάσπη, παρά να σε ακολουθήσω! Άσε με ήσυχο!

   -Μην κάνεις σαν παιδί, είπε ο τύπος και ακούμπησε στον ώμο του άνδρα το χέρι του, που ήταν σκέτο κόκκαλα και δεν είχε ούτε σάρκα, ούτε δέρμα, ούτε νύχια.

   -Να τελειώσω τουλάχιστον το ποτό μου! διαμαρτυρήθηκε εκείνος.

  Ο τύπος με την κουκούλα στράφηκε απ’ την άλλη και ξεκίνησε να περπατά προς την πόρτα. Ο άνδρας χαμήλωσε το κεφάλι του, σηκώθηκε και τον πήρε στο κατόπι.

 

_

γράφει ο Βαγγέλης Κατσούπης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Βήματα στη γειτονιά

Βήματα στη γειτονιά

Τον φίλο από τα παλιά τον συνάντησα στη γειτονιά του πατρικού. Έμοιαζε φευγάτος. Δεν ξέρω τι είχε καταφέρει από όσα ζητούσε, όμως έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει πια το ρήμα. ''Ζω ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα'' μου είπε και δεν πολυκατάλαβα. ''Με δένει ένα περίεργο...

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Το φλερτ

Το φλερτ

_ γράφει ο Νίκος Πουλικίδης _ Η οθόνη του κινητού αναβόσβηνε. Μόλις ήρθε το μήνυμα από το αγόρι της. Περιχαρής πληκτρολόγησε την απάντηση αγάπης. Όλα ήταν τόσο αυτοματοποιημένα πλέον. Η αγάπη μπορούσε να βρει καταφύγιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να γίνει story...

Ανώνυμος τόπος

Ανώνυμος τόπος

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ σε αυτήν την παραλία να κοιτάζω τους γλάρους και να γεύομαι την μεθυστική αλμύρα της ατίθασης θάλασσας, το μόνο που επιθυμώ είναι να παραμείνω σε αυτόν τον αλλόκοτο τόπο που μου μιλά μέσα από τα τοπία του. Πριν λίγο τα χέρια μου άγγιξαν τα...

Η μάσκα

Η μάσκα

Μόλις πριν λίγα χρόνια, έβλεπε κανείς αραιά και πού, κανέναν ξένο, κυρίως Κινέζο- εύκολα εντοπίζεις την Εθνικότητά του,- να περιδιαβαίνει τους Αρχαιολογικούς χώρους του τόπου, σαν τουρίστας, φορώντας, περιέργως, χειρουργική μάσκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Να ήταν ο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η μάσκα

Η μάσκα

Μόλις πριν λίγα χρόνια, έβλεπε κανείς αραιά και πού, κανέναν ξένο, κυρίως Κινέζο- εύκολα εντοπίζεις την Εθνικότητά του,- να περιδιαβαίνει τους Αρχαιολογικούς χώρους του τόπου, σαν τουρίστας, φορώντας, περιέργως, χειρουργική μάσκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Να ήταν ο...

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Μ’ αρέσει να φτιάχνω πρωινό για τα παιδιά μου. Έρχονται στο σπίτια πια μόνο τις Κυριακές. Δουλειά, σπουδές, τρεχάματα, που να προλάβουν και αυτά. Τηγανίζω 2 αυγά και βράζω άλλα δύο δίπλα. Έτσι ήταν πάντα οι γιοι μου, ο ένας μέρα, ο...

Η απεργία

Η απεργία

Ο προϊστάμενος βγήκε απ’ το υπερυψωμένο γραφείο του διευθυντή, ακούμπησε στα κάγκελα και κοίταξε τους εργάτες που ήταν μαζεμένοι από κάτω. Όλα τα κεφάλια στράφηκαν στο μέρος του. -Ο κύριος Ηρακλής θέλει να κουβεντιάσει με την αντιπροσωπεία σας, είπε. Τέσσερις εργάτες...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου