τοβιβλίο.net

Select Page

Η τελευταία νύχτα

Η τελευταία νύχτα

9 Μαΐου 1940

Είμαι φυλακισμένος σ’ ένα κατασκότεινο κελί. Ο ιδρώτας στάζει ασταμάτητα από το μέτωπό μου. Η αγωνία στο κατακόρυφο. Αύριο μόλις ξημερώσει, οι Γερμανοί θα με οδηγήσουν εκεί, που θα γραφτεί η τελευταία σελίδα της ζωής μου. Εκτέλεση. Η ιδέα είναι τρομακτική, το γεγονός ότι μπορεί να περάσει ένας άνθρωπος τις τελευταίες του στιγμές, ξέροντας πως την επόμενη μέρα όλα θα τελειώσουν.

Μέσα στο κελί είναι και άλλοι πέντε συναγωνιστές. Ο καθένας τους έχει την δική του ιστορία να διηγηθεί. Ο ένας είναι ψύχραιμος και ο άλλος δεν είναι. Πάντως όλοι ξέρουμε ένα πράγμα, ότι αύριο θα πεθάνουμε. Ο Μιχάλης κλαίει, γιατί σκέφτεται τα τρία παιδιά του. Τι θα απογίνουν μιας και ο ίδιος θα φύγει από την ζωή; Ο Νίκος ανησυχεί για τη μητέρα του, που είναι ανήμπορη στα ενενήντα της χρόνια. Εγώ ανησυχώ για την αρραβωνιαστικιά μου μιας και της είχα δώσει την υπόσχεση ότι θα παντρευτούμε. Όλα έχουν αλλάξει. Αύριο το πρωί παντρεύομαι τον θάνατο.

Οι ώρες δεν περνούν. Ο χρόνος έχει παγώσει. Ποικίλα συναισθήματα με κατατρέχουν. Πόνος, απέχθεια, μίσος, αγωνία, φόβος και ελπίδα. Ήλπιζα για την ζωή, αλλά μάταια τίποτα και κανείς δεν πρόκειται να χαλάσει τα σχέδια των κατακτητών. Κλείνω τα μάτια και φέρνω στο μυαλό μου όλες τις ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές της ζωής μου. Κάνοντας τον απολογισμό, βγάζω το συμπέρασμα πως περισσότερες υπήρξαν οι λύπες παρά οι χαρές. Δεν πειράζει. Κάθε πίκρα στην ζωή μας υπενθυμίζει πόσο δυνατοί είμαστε και πως μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, για να αλλάξουμε την ζωή μας.

Σκέφτομαι τα παιδικά μου χρόνια. Ορφανός από πατέρα, έζησα με την μητέρα μου. Θυμάμαι το σπίτι μας. Ένα μικρό σπιτάκι με μια κουζίνα και ένα δωμάτιο, στο οποίο ίσα ίσα χωρούσαν λίγα πράγματα. Στα αυτιά μου αντηχούν οι φωνές των παιδιών, που παίζαμε στις αλάνες, αλλά και κάτι ακόμα. Κοιτάζω την παλάμη μου, η οποία πολλές φορές είχε γίνει κατακόκκινη από τον χάρακα του αυστηρού δασκάλου.

Το ταξίδι μου στον κόσμο των αναμνήσεων σταματάει απότομα, όταν δύο Γερμανοί στρατιώτες φέρνουν στο κελί άλλους δύο συναγωνιστές. Είναι ταραγμένοι και εξοργισμένοι. Ο Μιχάλης τούς ρωτά, για να μάθει, γιατί τους έβαλαν φυλακή. Εκείνοι απαντούν πως έβαλαν φωτιά σε δύο οχήματα τους και πριν προλάβουν να φύγουν, τους έπιασαν. Δεν μπορούν να ηρεμήσουν και θέλουν να βρουν ένα τέχνασμα προκειμένου να φύγουν από αυτό το μέρος.

Παίρνω τον λόγο « Δεν υπάρχει τρόπος να φύγετε από εδώ». Ο ένας με κοιτάζει και μου λέει «Πώς σε λένε; », απαντώ κοφτά «Άγγελο». Εκείνος συνεχίζει «Ε, λοιπόν Άγγελε δεν έχω σκοπό να κάνω το χατίρι των Γερμανών, να με εκτελέσουν δηλαδή αύριο». Δε συνεχίζω την συζήτηση. Οι δύο νέοι μηχανεύονται κάθε τρόπο προκειμένου να σώσουν τις ζωές τους.

Βυθίζομαι ξανά στις σκέψεις μου. Σε όλο μου το κορμί υπάρχει η ανατριχίλα του θανάτου. Συλλογίζομαι κάθε στιγμή της αυριανής μέρας. Μόλις ξημερώσει, οι Γερμανοί στρατιώτες θα έρθουν, θα μας πάρουν και θα μας οδηγήσουν στον ανώτερο τους. Αυτός θα μας ρίξει μια περιφρονητική ματιά και θα τους δώσει εντολή να μας πάνε στον τόπο της εκτέλεσης. Πώς θα είμαι εκείνες τις τελευταίες μου στιγμές; Θα προσεύχομαι στον Θεό να συγχωρέσει όλες μου τις αμαρτίες. Η καρδιά μου θα αποχαιρετήσει την αρραβωνιαστικιά μου και η ψυχή μου θα είναι έτοιμη να πετάξει στον ουρανό, για να συναντήσει τον πατέρα και τη μητέρα μου. Δεν πρέπει να με φοβίζει η ιδέα του θανάτου. Πρέπει να φανώ δυνατός!

Πρέπει να φανώ δυνατός! Φωνάζω δυνατά και όλοι μέσα στο κελί γυρίζουν και με κοιτάζουν. Η νύχτα είναι ατέλειωτη. Αισθάνομαι ότι δεν θα ξημερώσει ποτέ. Το στόμα μου έχει στεγνώσει και η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Ο ένας από τους δύο νεοφερμένους ρωτά τον Νίκο, για να μάθει τον λόγο, που είμαστε σ’ αυτήν την κατάσταση. Ο Νίκος αμέσως τον πληροφορεί πως δείξαμε ανυπακοή στις εντολές των Γερμανών, να τους δίνουμε δηλαδή τη σοδειά, που μαζεύουμε από τα κτήματά μας. Στην απάντηση του Νίκου αυτός χαίρεται, που συμπεριφερθήκαμε έτσι στους Γερμανούς. Ο Μιχάλης επεμβαίνει στην συζήτηση και δηλώνει πως είναι μετανιωμένος.

Όλοι κοιμούνται, εγώ αργοπεθαίνω. Η νύχτα αυτή με στοιχειώνει. Αυτή η τελευταία νύχτα της ζωής μου νιώθω ότι θα κρατήσει μια αιωνιότητα και βασανίζομαι. Κλείνω τα μάτια. Χιλιάδες σκέψεις περνούν από το θολωμένο μυαλό μου και μόλις που καταφέρνω να κοιμηθώ. Απόλυτη σιωπή επικρατεί μέσα στο σκοτεινό πέπλο της νύχτας. Χωρίς να μπορώ να υπολογίσω πόση ώρα κοιμόμουν, ξυπνάω από τις κραυγές των Γερμανών. Δεν καταλαβαίνω τι λένε, όμως τρέχουν πανικόβλητοι δεξιά και αριστερά. Ο Μιχάλης που γνώριζε λίγα Γερμανικά κατάλαβε, σε κάποιο άλλο κελί ένας άνθρωπος είχε δώσει τέλος στην ζωή του. Δεν περίμενε να δώσουν το τέλος οι κατακτητές ή ίσως μη μπορώντας να υπομείνει την αγωνία της τελευταίας νύχτας αυτοκτόνησε. Τον καταλαβαίνω απόλυτα, μακάρι να είχα και εγώ το κουράγιο να κάνω το ίδιο, όμως γνωρίζω πολύ καλά, ότι δεν μπορώ.

Μετά από λίγη ώρα η απόλυτη σιωπή έχει επιστρέψει. Στο μυαλό μου σχηματίζονται σενάρια τα οποία μπορούν να με σώσουν από την εκτέλεση. Αν οι δύο νεοφερμένοι έβρισκαν έναν τρόπο να ξεφύγουμε, αν το πρωί κάτι συνέβαινε και οι Γερμανοί δεν μας πήγαιναν για εκτέλεση… Ανέλπιστα όνειρα ενός μελλοθάνατου. Αυτή η τελευταία νύχτα θα αργήσει να ξημερώσει, στην ουσία δεν θα ξημερώσει ποτέ. Εφτά άνθρωποι θα οδηγηθούν στον άλλο κόσμο. Εκεί θα είναι πάντα μέρα και το φως του ήλιου θα λάμπει… Πουθενά δεν θα υπάρχουν κατακτητές… Η ειρήνη θα βασιλεύει στην αιωνιότητα εκείνου του κόσμου…

 

_

γράφει η Χρηστίνα Αθανασοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

  1. Ελένη Ιωαννάτου

    Το φως και η ειρήνη θα βασιλεύουν!!!

    Πολύ μου άρεσε η ιστορία σου Χρηστίνα! Με συγκίνησε πολύ!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος