Είναι μια από εκείνες τις μέρες που δεν έχω τίποτα να κάνω. Τα παιδιά μόλις έφυγαν για το σχολείο, μάζεψα τα πεταμένα ρούχα, παιχνίδια, έριξα ένα σκούπισμα και ένα σφουγγάρισμα, καθάρισα τα μπαλκόνια, κουζίνα, μπάνιο, έβαλα την κατσαρόλα με τη φασολάδα στη φωτιά και στρώθηκα στο διάβασμα.

Ραντεβού με τον Φουκώ. Δύσκολος για μένα ο Φουκώ. Η φασολάδα... πιο εύκολη. Διαβάζω μια παράγραφο καμιά τριανταριά φορές και αλλάζω το νερό στα φασόλια. Εμ, τέλειωσε το πλυντήριο να απλώσω... και μετά πάλι Φουκώ. Όπως σηκώνω τα ματάκια μου από το βιβλίο, βλέπω τη σκόνη στο απέναντι έπιπλο... Φτου! Ξέχασα να ξεσκονίσω. Αλλά θα το κάνω μετά, γιατί διαβάζω τον Φουκώ. Ακόμα την πρώτη παράγραφο. Μήπως έχω μαθησιακές δυσκολίες; Χτυπά το τηλέφωνο. «Ναι, μαμά, τα έβαλα τα φασόλια, ναι, τα βιολογικά, αυτά που είναι καλά για τα παιδιά, ναι μαμά, θα βράσουνε, ξέρω ότι είναι φρέσκα, μου το είπε ο παραγωγός, ναι μαμά κόκκινα θα τα κάνω. Ναι, θα τα βγάλω στο τρίτο βράσιμο... ξέρω ότι αλλάζει το χρώμα... κι εγώ σ’ αγαπώ μαμά».

Κλείνω και πάω στο ραντεβού με το Φουκώ. Αν... φάω λίγη σοκολάτα, μήπως λειτουργήσει καλύτερα το μυαλό μου; Με το βιβλίο στο χέρι πάω στην κουζίνα, ανοίγω το ντουλάπι, παίρνω μια μπάρα δημητριακών και τη μασουλώ. Κάθομαι δίπλα στην κατσαρόλα και παλεύω... με τον Φουκώ.

Μα καλά, από πότε έχω να καθαρίσω τον απορροφητήρα; Μήπως να δοκιμάσω το σφουγγαράκι που μου είπε η Άννα; Όχι- όχι τώρα, διαβάζω τον Φουκώ. Την πρώτη παράγραφο. Δεν έχω το μολύβι μου στην κουζίνα. Πάω στο γραφείο να το πάρω. Ρε σύ δεν πήρα στο σχολείο, να πω να μην δώσουν φράουλες στο παιδί για την αλλεργία του. Αυτό δεν μπορεί να περιμένει. Ας περιμένει λίγο ο Φουκώ. Μετά μια γρήγορη στην τουαλέτα και μετά διάβασμα. Λοιπόν, σύμφωνα με τον Φουκώ...

Είναι η ώρα να ρίξω στην κατσαρόλα τα κρεμμύδια, το καρότο, το σέλινο τη σάλτσα και τα αλατοπίπερα. Μια χαρά. Κόβω, πλένω, καθαρίζω τα υλικά έτοιμα και... βάζω το καπάκι στην κατσαρόλα. Χαμηλώνω τη φωτιά και περιμένω -διαβάζοντας πάντα Φουκώ- για το τρίτο βράσιμο. Έχει ωραία μέρα σήμερα... πόσο θα ήθελα να πάω μια βόλτα στη θάλασσα ή στο Mοναστηράκι… Έπ, συμμαζέψου και διάβαζε. Σε τρεις μέρες έχεις εξετάσεις. Φουκώ και πάλι Φουκώ. Το φαγητό γίνεται, όλα είναι σε τάξη (όλα; Τα σκέφτομαι λίγο-όλα), οπότε μπορώ να διαβάσω ήρεμη. Για να δω τη φασολάδα, αν είναι στο τρίτο βράσιμο θα έχει αλλάξει χρώμα. Α, μπά... τίποτα ακόμα. Προλαβαίνω να διαβάσω λίγο ακόμα. Αρχαιολογία. Πρέπει να τη θυμάμαι… αυτή είναι λέξη κλειδί: Αρχαιολογία.

Μα ποιος έγραψε αυτό το άθλιο ακαταλαβίστικο κείμενο; Πάντως όχι ο Φουκώ. Εγώ, αν έγραφα ποτέ ένα βιβλίο θα ήθελα να είναι απλό και εύπεπτο. Ας δω τη φασολάδα. Ανοίγω το καπάκι και στέκομαι πάνω από την κατσαρόλα περιμένοντας να αλλάξει χρώμα και σκέφτομαι πώς θα είναι το δικό μου βιβλίο... αλλά η φασολάδα δεν κοκκινίζει. Από τους υδρατμούς έχω κάνει καθαρισμό προσώπου και περιμένω γιατί περιμένει κι ο άλλος (ο Φουκώ).

Δεν μπορεί... αφού αλλάζει χρώμα στο τρίτο βράσιμο, τώρα πρέπει να έχει φτάσει στο δέκατο πέμπτο, γιατί ακόμα τίποτα; Ακουμπώ το βιβλίο στον πάγκο και τηλεφωνώ στη μανούλα.

«Έλα μαμά... ναι διαβάζω, ναι προχωράω, να σου πω ρε μαμά, τα φασόλια δεν κοκκινίζουν και έχει περάσει το τρίτο βράσιμο, τι συμβαίνει; Τι; Αν έριξα τη σάλτσα ντομάτας;» Ταράζομαι, τινάζω απότομα το χέρι μου και δώστου η σάλτσα ντομάτας πάνω στο Φουκώ. «Όχι ρε μαμά, την ξέχασα, τι; Αν περιμένω να κοκκινίσει από ντροπή; Όχι ρε μάνα... καλά. Ευχαριστώ.» Άκου κει να κοκκινίσει από ντροπή! Εγώ κοκκίνισα από τα νεύρα μου... πώς είναι δυνατόν να μην μπορώ να κάνω μια δουλειά.

Ο Φουκώ κοκκίνισε από την σάλτσα ντομάτας και η φασολάδα ήθελε σάλτσα. Όμως το ντουλάπι δεν είχε. Ευτυχώς είχε το σουπερ μάρκετ. Πετάχτηκα, πήρα την σάλτσα ντομάτας, την έριξα στην κατσαρόλα και κάθισα αγκαλιά με τον κατακόκκινο Φουκώ που δεν έχει το χρώμα της φασολάδας στο τρίτο βράσιμο, αλλά είναι ικανοποιητικά κόκκινος. Η αρχαιολογία λοιπόν είναι...

Χτυπά η ειδοποίηση στο κινητό. Ώρα να πάρω τα παιδιά. Δεν προλαβαίνω να δω το φαί, ούτε το χρώμα που έχει πάρει η φασολάδα. Τουλάχιστον ξέρω κάτι για τον Φουκώ. Μίλησε για αρχαιολογία. Και δε μοιάζει με τη φασολάδα: αλλάζει χρώμα, χωρίς να περιμένεις το τρίτο βράσιμο.

 

_

γράφει η Έφη Γεωργάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!