Σ' ένα συρτάρι μου παλιό έψαχνα τις προάλλες
και βρήκα σάκα σχολική από στιγμές μεγάλες.
Τότε που σχολιαρόπαιδο διάβαζα τα βιβλία
κι ανάμεσά τους έκρυβα μια σου φωτογραφία.
Την κοίταξα και βούρκωσα, έχουν περάσει χρόνια
και τώρα στα μαλλάκια μου ασπρίζουνε τα χιόνια.

Μου είχες δώσει με χαρά δύο φιλιά όλο γλύκα
και μου 'πες
«Ξέχνα φεγγάρι μου, αν θες, το τι σημαίνει πίκρα».
Μέσα στο άψυχο χαρτί ζωή το γέλιο πήρε
κι έπλεξε μέσα μου φωλιά και τον καημό μου πήρε.
Κάθε που ήσουν μακριά άνοιγα το βιβλίο
κι ο ήλιος απ' τα μάτια σου με ζέσταινε στο κρύο.
Κάθε που σύννεφα βαριά σκεπάζαν τη ζωή μου
με τη φωτογραφία σου σ' έφερνα στην αυλή μου.
Ώσπου μια μέρα γίνηκες οστά και σάρκα αγάπη
κι έσβησες μονοκοντυλιά της μοίρας μου τα λάθη.

Σήμερα τ' άψυχο χαρτί ζωή και πάλι παίρνει
και το ακούω να μιλεί και να μου παραγγέλνει
«Μείνε εδώ στο πλάι μου μέσα εις το βιβλίο
που κάθε του κεφάλαιο λέει τον δικό μας βίο.
Κι αν άλλαξε η όψη μου και γέροντας σου μοιάζω
το σ' αγαπώ παντοτινά εγώ θα στο φωνάζω.
Κι αν όλα τα προβλήματα παράσιτα γροικούνται
μια τέτοια αγάπη δυνατή θα την διηγούνται».

Αυτά είπε και φάνηκε πως κι ο Θεός γροικούσε
και στη φωτογραφία σου πνοή ζωής φυσούσε!

_

γράφει η Χρυσούλα Πλοκαμάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!