Select Page

Η πράσινη πολυθρόνα με το χρυσό κέντημα

Η πράσινη πολυθρόνα με το χρυσό κέντημα

Μια φορά κι έναν καιρό...

 

Η Μαίρη περπατά απογοητευμένη με σκυφτό το κεφάλι της σε όλη τη διαδρομή από τη δουλειά στο σπίτι της. Η μύτη της παγωμένη από τον άγριο χειμώνα που έπιασε τις τελευταίες ημέρες και τα δάχτυλά της κανονικά κρυσταλλάκια που όσο και να τα χώνει στις τσέπες του παλτού της δεν λένε να ζεσταθούν. Τόσο καιρό λέει πως θα αγοράσει γάντια και τόσο καιρό το παραμελεί. Παραμελεί. Να αυτήν την λέξη τελευταίως την έχει καρφώσει στον τοίχο του σαλονιού της σαν στόχο και της πετά βελάκια.

Παραμέλησε τον εαυτό της τόσο καιρό. Να είναι εκεί όποτε ο Στέλιος την ζητούσε. Να μιλάει στον αέρα σε ένα φάντασμα που πότε ήταν και πότε δεν ήταν όπως κάνουν όλα τα φαντάσματα… μα είναι μερικές φορές που πιστεύεις τόσο πολύ σε όλα ετούτα που χάνεις την πραγματική σου ζωή. Και ο Στέλιος δεν ήταν διόλου πραγματικός. Ο Στέλιος ήταν το φάντασμα του κινητού της. Μια μορφή απροσδιόριστη που την βρήκε όπως βρίσκεις κάποιον τυχαία σε ένα καφέ. Εκείνη κοιτούσε αδιάφορα. Εκείνος επίμονα. «Πώς κοιτά κανείς από μια γυάλινη οθόνη;» αναρωτιέται χώνοντας το παγωμένο πιγούνι της στο γιακά και γελά χαιρέκακα. Σε όποιον και να έλεγε αυτήν την ιστορία θα γελούσε.

Παραμέλησε λοιπόν. Τις ώρες του ύπνου μα και τις ώρες του ξύπνιου της. Με έναν Στέλιο που έμενε κάπου, ζούσε κάπως και όποτε μπορούσε και ήθελε εμφανιζόταν πράσινος και ολοζώντανος –σε ζωντανή σύνδεση για να είμαστε πιο σωστοί- και της εξέφραζε τον έρωτά του ποικιλοτρόπως. Κι εκείνη άφηνε τον εαυτό της να ξεχνά πως είναι ένα φάντασμα σαν τζίνι από κάποιο λυχνάρι που ξέχασε όμως να εκπληρώνει ευχές.

Ευχές. Ποιος εύχεται πια είπε και αναστέναξε και μαζί της και το κινητό με την τσάντα της να αναβοσβήνει. «Ο Στέλιος! Ποιος άλλος…» είπε με νεύρα και διάβασε άλλο ένα μπερδεμένο μήνυμα. Είχε μέρες να επικοινωνήσει μαζί του κι εκείνος αντί να της γράψει ένα «Μου έλειψες γαμώτο» έστελνε ό,τι αηδίες σκεφτόταν σαν τα άσχετα διαφημιστικά μηνύματα που λάμβανε από την τηλεφωνική της εταιρεία. Είχε μάθει για οτιδήποτε συνέβαινε στη χώρα της μα όχι στην καρδιά του Στέλιου. «Αν έχει καρδιά!» φώναξε και κοίταξε γύρω της τους περαστικούς που σήκωσαν τα κεφάλια τους να δούνε το θέαμα βιαστικά και να συνεχίσουν το δρόμο τους.

Το μήνυμα αυτή τη φορά ξεπέρναγε τη φαντασία της. «Μαίρη, θυμάσαι εκείνο το βιβλίο που σου είχα αναφέρει με την πράσινη πολυθρόνα φωτογραφία που ήταν ίδια με της γιαγιάς μου; Εκείνη με το χρυσό σχέδιο; Απίστευτο το βρήκα!». Παγωμένη θυμωμένη και πλήρως απογοητευμένη κοίταζε και ξανακοίταζε το μήνυμα με χέρια να τρέμουν. Δέκα μέρες. Δέκα μέρες έχει να του γράψει κάτι. Δέκα μέρες έχει χαθεί από παντού και εκείνος της μιλά για την πολυθρόνα της γιαγιάς του!

Στη μέση του δρόμου με ουρλιαχτά που ούτε πως υπολόγιζε πως θα βγουν στριφογύριζε σαν κουτάβι που κυνηγά την ουρά του. «Η πολυθρόνα! Για όνομα του Θεού! Η πολυθρόνα! Από όλα τα θέματα που μπορούσε να αναπτύξει και να πει, η πολυθρόνα της πεθαμένης γιαγιάς του ήταν το καλύτερο! Και κλήρωση να έκανε κάποιος ανάμεσα σε ένα σωρό θεματικές πάλι δε θα ήταν τόσο άτυχος να διαλέξει αυτό! Μια πολυθρόνα! Είμαστε σοβαροίιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι;;;;;;;;;;;;;;;;» είπε και συνέχιζε να κάνει κύκλους στο ίδιο σημείο με τον κόσμο γύρω της να την κοιτάζει παραξενεμένος.

Λίγο πιο πέρα σε ένα παγκάκι ένας άντρας τυλιγμένος με κασκόλ και παλτό μέχρι το πιγούνι κρατούσε τρέμοντας ένα κινητό και την κοίταζε να στριφογυρνά. Ο χρόνος για εκείνον φαινόταν να είχε σταματήσει. Κοίταζε μέσα από τα θολωμένα του γυαλιά τη γυναικεία φιγούρα να κάνει κύκλους. Τρείς φορές σηκώθηκε έτοιμος να πάει κοντά της και τρεις φορές ξανακάθισε. Ύστερα έβγαλε τα γυαλιά του και προσπάθησε να τα καθαρίσει με την άκρη από το παλτό του κάνοντάς τα χειρότερα.

Εκείνη τη στιγμή η Μαίρη έχοντας κάνει ήδη αρκετές στροφές και βλέποντας πλέον πως είχε γίνει θέαμα σταμάτησε απότομα το χορό της και κατευθύνθηκε προς τα απέναντι παγκάκια. Όλα ήταν κατειλημμένα εκτός από ένα που καθόταν ένας άντρας στην άκρη του.

«Ενοχλώ δεν ενοχλώ;» είπε χωρίς να πάρει απάντηση και κάθισε ξεφυσώντας. Ο άντρας δίπλα την κοίταξε έχοντας φορέσει βιαστικά τα λερωμένα του γυαλιά και κλείνοντας τα μάτια του σχεδόν για να καταφέρει να τη δει.

«Όχι δεν…» της είπε αν και η Μαίρη δεν τον άκουγε

«Μα είναι δυνατόν; Είναι δυνατόν; Πλησιάζουν Χριστούγεννα! Ας μου έλεγε ότι θέλει να με γνωρίσει, να με δει, να πάμε μια χριστουγεννιάτικη βόλτα, να βρούμε πού θα χιονίσει και να τρέξουμε εκεί να παίξουμε χιονοπόλεμο… κάτι!» είπε φωνάζοντας.

«Στην Πάρνηθα» ψέλλισε ακούγοντάς την χωρίς να την κοιτάζει.

«Στην Πάρνηθα τι;» του απάντησε εκείνη.

«Στην Πάρνηθα θα χιονίσει σε τρεις μέρες».

«Ορίστε, στην Πάρνηθα! Θα πηγαίναμε στην Πάρνηθα. Ας μου έλεγε σε τρεις μέρες πάμε να γνωριστούμε στα χιόνια! Τόσο δύσκολο; Ή μήπως θέλει να πάμε μαζί με την πολυθρόνα;» είπε φωνάζοντας.

«Την πολυθρ…» τη ρώτησε κοιτάζοντάς την όσο μπορούσε

«Την πολυθρόνα ναι! Δώσε μου τα γυαλιά σου» του είπε και τέντωσε τα χέρια της για να της τα δώσει

Ο άντρας υπάκουσε και της τα έδωσε. Η Μαίρη πήρε τα γυαλιά τα άχνισε με το χνώτο της και ύστερα τράβηξε μια μπλούζα από μέσα από το παλτό της και τα καθάρισε προσεκτικά. Όση ώρα καθάριζε, εκείνος προσπαθούσε να την κοιτάξει όσο μπορούσε χωρίς να μιλάει

«Ορίστε. Το ξέρω κι εγώ τα ίδια παθαίνω αν δε φοράω φακούς. Ιδίως μέσα στα λεωφορεία ε; Να μπαίνω και να θολώνουν αμέσως να μη μπορώ να βρω ούτε πού είναι το μηχάνημα για την ακύρωση του εισιτηρίου» του είπε δίνοντάς του πίσω τα καθαρά πλέον γυαλιά του και πλησίασε για λίγο κοντά του.

«Να βάλεις φακούς. Έχεις πολύ ωραία μάτια» του είπε και σηκώθηκε όρθια αφήνοντας χνώτα σα να καπνίζει στον αέρα. Ο άντρας φόρεσε τα γυαλιά του και την κοίταξε.

«Είσαι πολύ … πολύ ζωντανή» της είπε.

«Ζωντανή ε; Ναι ζωντανή! Θέλω να είμαι ζωντανή! Αυτό θέλω. Να χορεύω. Να αγκαλιάζω! Να φωνάζω! Να γελάω! Και όχι να ασχολούμαι με πολυθρόνες!» είπε και έβγαλε και πάλι έναν αναστεναγμό…

«Γιατί τόση έχθρα με τις πολυθρόνες;» της είπε με ένα διαφορετικό βλέμμα αυτή τη φορά.

«Γιατί… γιατί… γιατί … γιατί βαρέθηκα. Γιατί θα ήθελα απλά να μου πει μια αλήθεια. Πόσο δύσκολη είναι η αλήθεια; Να πει ένα μου έλειψες! Ανησύχησα!» είπε και συνέχιζε να πηγαινοέρχεται.

«Δεν αντέχω χωρίς τη δική σου παρουσία…» μονολόγησε ο άντρας.

«Αυτό ναι! Δεν αντέχει χωρίς τη δική μου παρουσία…» επανέλαβε και η Μαίρη

«Σε σκέφτομαι κάθε βράδυ και κάθε πρωί…» συνέχισε ο άντρας

«Κι εγώ…» αναστέναξε η Μαίρη

«Θα ήθελα να σταματήσω να είμαι πια ένας ήχος στο κινητό σου...» της είπε κοιτάζοντάς την με παράπονο

«Μια ειδοποίηση, ένα Like, μια αδιάφορη είδηση... όχι πια» είπε και εκείνη με το ίδιο παράπονο κοιτάζοντας μακριά

«Βαρέθηκα πια να μαντεύω τι κάνεις όταν δεν μου μιλάς, όταν δεν απαντάς, όταν δεν είσαι Online...»  συνέχισε με πιο δυνατή φωνή

«Κι εγώ βαρέθηκα πια να είμαι ένα πράσινο κουμπί... μια φωτεινή ένδειξη, πάντα διαθέσιμη και πάντα από απόσταση!» είπε σχεδόν θυμωμένα

«Θα έκανα τα πάντα να σβήσω όλα τα προηγούμενα και να σε συναντούσα να το πάμε από την αρχή… να γνωριστούμε σαν δυο φυσιολογικοί άνθρωποι» συνέχισε ο άντρας με αδύναμη φωνή.

«Θα τον άφηνα. Ναι αν το έλεγε αυτό, θα τον περίμενα να, εδώ σε αυτό το παγκάκι και θα του έλεγα Έλα! Πάμε!» είπε και κάθισε δίπλα του.

«Πού;» είπε εκείνος πλησιάζοντάς την πιο κοντά.

«Όπου! Τι πού; Στην Πάρνηθα. Πουθενά! Δε θα είχε σημασία το πού...» είπε και έβαλε τα κλάματα κρύβοντας το πρόσωπό της στα χέρια της.

«Μην κλαις. Δεν ήθελα να σε κάνω ποτέ να κλάψεις…» είπε και της χάιδεψε την πλάτη τρυφερά.

«Μα δεν φταις εσύ… Τι να φταις εσύ… Εσύ φταις που τα ακούς… » του είπε και σκούπισε τα δάκρυά της.

«Εγώ φταίω, εγώ… που δεν σου είπα πως σε εκείνη την πολυθρόνα με το χρυσό κέντημα, μας είχα δει σε ένα όνειρο αγκαλιά μαζί…» είπε κοιτάζοντάς την βαθιά στα μάτια.

«Στέλιο;» είπε σχεδόν κοκαλωμένη η Μαίρη.

Εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του χωρίς να της αφήσει περιθώριο να την αρνηθεί. Ύστερα της έπιασε το πρόσωπό της με τα δυο του χέρια και της είπε τρυφερά:
«Όχι πια φαντάσματα ναι; Να ζήσουμε μαζί τα Χριστούγεννα αυτά. Και όλα τα επόμενα…». Η Μαίρη του έγνεψε καταφατικά κι ο Στέλιος την ξαναέσφιξε γερά στην αγκαλιά του…

 

Τέλος...

 

  Καλά Χριστούγεννα
Με Υγεία και Αγάπη!
Μάχη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

1 σχόλιο

  1. Βάσω Καρλή

    Και μετά λένε ότι στους δύο τρίτος δεν χωρά . . . εκτός από μια μαγική πολυθρόνα. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!