Θέατρο Σκιών

27.09.2017

Ο Κώστας ήταν καθισμένος σε μια άβολη μεταλλική καρέκλα στο γραφείο του. Κοιτούσε τα βιβλία που βρίσκονταν πάνω από το κεφάλι του αλλά και διάσπαρτα σε ένα μικρό σύνθετο δίπλα του. Ένα παλιό και βρώμικο τασάκι τον συντρόφευε στη δημιουργία κακόκεφων σκέψεων που έπλαθε στο μυαλό του. Δίπλα του ακριβώς, ένα κουτί με σπίρτα. Πάνω στο κουτί, υπήρχε η εικόνα του Καραγκιόζη. Το πήρε στα χέρια του και το κοίταξε. Το γύρισε ανάποδα και διάβασε ένα σημείωμα με τον τίτλο: «Θέατρο Σκιών». Έπρεπε κάπως να σκοτώσει την ώρα του.

Άναψε ένα τσιγάρο με τον αναπτήρα, τα σπίρτα τα είχε σε περίπτωση που ο αναπτήρας δεν λειτουργούσε. Πήρε ξανά τον Καραγκιόζη στα χέρια του, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και ύστερα γέλασε.

«Τι να μου πεις εσύ μικρέ Καραγκιόζη; Όσο και να γελάς μαζί μου, κάποια στιγμή η καμπούρα σου θα φτάσει στο πάτωμα από το βάρος του χεριού σου».

Ο Καραγκιόζης, όπως ήταν λογικό, δεν απάντησε. Ο Κώστας έσβησε το τσιγάρο και σηκώθηκε απότομα πηγαίνοντας στο μπάνιο. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και γύρισε ξανά στην άβολη μεταλλική του καρέκλα. Η ανάσα του ήταν βαριά από τα τσιγάρα και το άσθμα δεν βοηθούσε σε αυτό. Έπιασε ξανά το κουτί με τα σπίρτα και με το άλλο του χέρι ήπιε λίγο νερό από το πλαστικό ποτήρι που κάποτε έπινε τον αγαπημένο του φραπέ. Πλέον δεν μπορούσε, υπήρχε ρητή απαγόρευση.

«Εγώ κάποτε θα σηκωθώ ξανά, θα αρπάξω τη ζωή και θα ζήσω και πάλι ελεύθερος. Ελεύθερος! M' ακούς Καραγκιόζη; Εσύ θα παραμείνεις σε ένα κουτί από σπίρτα, ως δεύτερη επιλογή γιατί πάντα θα χρησιμοποιείται σαν πρώτη ο αναπτήρας». 

Η φωνή του Κώστα είχε αποκτήσει μια επιθετικότητα, ενώ το δεξί του πόδι έτρεμε και χτυπούσε με μανία το έδαφος. Δεν μπορούσε να το ελέγξει. Χτύπησε το χέρι του στο γραφείο ενώ στη χούφτα του έσφιξε το κουτί με τα σπίρτα. Ο Καραγκιόζης ήταν πλέον ζαρωμένος στην παλάμη του όταν την άνοιξε. Η τεράστια μύτη του έμοιαζε σπασμένη και το μακρύ του χέρι ταλαιπωρημένο. Ο Κώστας έβγαλε ένα λεπτό μουγκρητό, κάτι μεταξύ πόνου από το χτύπημα στο γραφείο αλλά και ευχαρίστησης βλέποντας τον Καραγκιόζη σε αυτή την κατάσταση.

«Βλέπεις; Μπορώ να σε διαλύσω ανά πάσα στιγμή, γι' αυτό πρόσεχε τα λόγια σου. Είμαι ο Θεός σου και εσύ μικρέ Καραγκιόζη ο υπηρέτης μου. Κάνε με να γελάσω, αυτή είναι η δουλειά σου». Ο Κώστας κοίταξε το κουτί με τα σπίρτα και ένα υστερικό γέλιο γέμισε το βουβό και σκοτεινό του δωμάτιο. Πλέον, βρισκόταν σε μια παράσταση που μόνο εκείνος μπορούσε να παρακολουθήσει, μια παράσταση σκιών αποκλειστικά για εκείνον. Συνέχισε να γελάει και να κουνάει ρυθμικά το σώμα σαν να έχει φτάσει στα αφτιά του μια αστεία μελωδία σε συνδυασμό με γελοίες ατάκες, τόσο γελοίες που δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο εκτός από το να αφήσεις τον εαυτό σου ελεύθερο να χορέψει και να γελάσει. 

Ένας θόρυβος διέκοψε την φανταστική παράσταση του Καραγκιόζη και το γέλιο του Κώστα κόπηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Έσφιξε ξανά τα σπίρτα στην γροθιά του σαν να ήθελε να τα κρύψει. Μια φωνή από το σαλόνι φώναξε το όνομά του μέχρι που ο ήχος της έφτασε έξω από την πόρτα του. Ήταν η Κατερίνα, η γυναίκα του. 

«Κώστα είσαι μέσα; Ανοίγω».

Η Κατερίνα άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Το παράθυρο, όπως και η πόρτα, ήταν κλειστή την ώρα που κάπνιζε ο Κώστας και ο καπνός είχε εγκλωβιστεί σε αυτό. 

«Λοιπόν, τελευταία φορά που καπνίζεις», είπε με αυστηρό ύφος η Κατερίνα. «Θα πάω στο περίπτερο και θα πω στον Χρήστο να μην σου ξανά δώσει τσιγάρα, ως εδώ».

Ο Κώστας ήταν αμίλητος. Η ώρα ήταν μία ακριβώς το μεσημέρι και ο Κώστας έπρεπε να πάρει το χάπι του. Χωρίς να προβάλλει αντίσταση, τουλάχιστον λεκτική, με απανωτές αντιρρήσεις όπως συνήθιζε να κάνει, πήρε το χάπι και το έβαλε στο στόμα του. Η Κατερίνα έκανε τον απαραίτητο έλεγχο για να σιγουρευτεί πως το χάπι δεν είχε κρυφτεί σε κάποια γωνία του στόματός του ή κάτω από τη γλώσσα του.

«Γυρίζω στη δουλειά, σε λίγη ώρα θα είμαι πίσω, κανόνισε να είσαι ήρεμος, δεν θέλω να ακούσω πάλι παράπονα από τους γείτονες». Ο Κώστας παρέμεινε αμίλητος. Η Κατερίνα πήρε τα τσιγάρα και τον αναπτήρα από το γραφείο και πήγε στην τουαλέτα. Ο Κώστας άκουσε το καζανάκι και ύστερα το νερό του νιπτήρα που έπεφτε στα χέρια της. Η Κατερίνα βγήκε από την τουαλέτα και περνώντας από το δωμάτιο που βρισκόταν ο Κώστας τον κοίταξε ανήσυχα, σαν να ήθελε να προλάβει μία ύποπτη κίνηση από τη μεριά του. Εκείνος την κοίταξε ναρκωμένος και με ήρεμη φωνή της ευχήθηκε καλή συνέχεια στη δουλειά της. Η Κατερίνα έφτασε στην πόρτα, άνοιξε και κλείδωσε. Ήταν πάλι μόνος και ελεύθερος να παρακολουθήσει την παράσταση δίχως την ενόχληση της γυναίκας του.

Άνοιξε και πάλι την παλάμη του και αντίκρισε τον ξεθωριασμένο Καραγκιόζη. Η παράσταση δεν ήταν ίδια με πριν, τα λόγια του ψηλού με το μεγάλο χέρι έπαψαν να είναι αστεία, η μουσική από χαρούμενη είχε γίνει θλιβερή και οι σκιές στο λευκό πανί χάνονταν καθώς κυλούσαν τα λεπτά. Το χάπι είχε επιδράσει. Τα χείλη του ζάρωσαν από τη λύπη και τα μάτια του βούρκωσαν. 

Ξαφνικά σηκώθηκε και άρπαξε άγαρμπα τα βιβλία που βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη. Τα άνοιξε και άρχισε να σκίζει τις σελίδες τους σκορπίζοντάς τες σε ολόκληρο το δωμάτιο. Το πάτωμα, το κρεβάτι, το γραφείο είχαν γεμίσει σελίδες με μικροσκοπικά γράμματα. Έφτιαξε μια στοίβα από αυτές, σαν ένα μικρό όρυγμα. Κοίταξε για μία τελευταία φορά τον Καραγκιόζη και πήρε από το κουτί μισοσπασμένα σπίρτα. Άρχισε να τα ανάβει και να τα πετάει κατά μήκος του δωματίου. Ύστερα στάθηκε όρθιος, στη στοίβα από βιβλία και σελίδες που είχε δημιουργήσει και πέταξε ένα ακόμη δίπλα στα τρεμάμενα πόδια του. Άρχισε να καίγεται ζωντανός. Στον τοίχο, από τη λάμψη της φωτιάς, είχε δημιουργηθεί ένα θέατρο σκιών και αυτή τη φορά, πρωταγωνιστής ήταν ο Κώστας.

 

_

γράφει ο Κωνσταντίνος Δεδές

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Οι ταινίες της εβδομάδας

Θέα Θάλασσα

Θέα Θάλασσα

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”   Καστέλα 1948 Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη...

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

-Όχι ρε πούστη χάρε, δε θα το πάρεις το παιδί! Φώναζε και έβριζε με πάθος καθώς έκανε ανάνηψη στο 12χρονο αγόρι, που είχε φύγει στη μέση του χειρουργείου. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει το πρόσωπό του, μα το βλέμμα του, γεμάτο πείσμα κοιτούσε κατάματα τον χάροντα, που έστεκε...

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Ο πίνακας μιας μέρας σου. Πλάσε χαρά, πλάσε ζωή, αξίες και ομορφιά η αύρα σου θ’ αγγίξει ανθρώπους πιο βαθιά ωραία συναισθήματα στη σύνθεση μιας μέρας πομπός ελπίδας, άνοιξης, στο φάσμα μιας εσπέρας. Το κάδρο των αισθήσεων γέμιζε με αγάπη μια θάλασσα χαμόγελα στου ουρανού τον χάρτη.

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Εκείνος παραφυλάει στη γωνία, επιμελώς κρυμμένος κάτω από μαύρη ρεντικότα, σκούφο και δερμάτινο χαρτοφύλακα που χάσκει σκισμένος. Την κοιτά με ματάκια μικρά. Τα ματογυάλια κρύβουν μια σπάνια εξαιρετική όραση. Με τρεμάμενο χέρι εκείνη βγάζει τα κλειδιά, κάνει να...

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας σε μιαν άλλη ζωή; Ήτανε τότε που σε περιγελούσε η πιτσιρικαρία της πλατείας. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το θυμάμαι καλά, γιατί σήκωσες μια πέτρα και τους κυνήγησες αλαλάζοντας και απειλώντας, άσχετα αν εκείνοι γελούσαν. Ακολούθησε η εποχή της...

Διαβάστε κι αυτά

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας σε μιαν άλλη ζωή; Ήτανε τότε που σε περιγελούσε η πιτσιρικαρία της πλατείας. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το θυμάμαι καλά, γιατί σήκωσες μια πέτρα και τους κυνήγησες αλαλάζοντας και απειλώντας, άσχετα αν εκείνοι γελούσαν. Ακολούθησε η εποχή της...

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

«Τους μήνες που δεν έχουν ρο το κρασί θέλει νερό» ξανάπιασε το γνωστό τροπάρι του ο Μηνάς, καθώς - αρχές του Μάη ήτανε - βολεύτηκε στην μόνιμη θέση του, στο κουτούκι του Γαβρίλη «Η ωραία Μέλπεια». Αποδέκτης της παρατήρησης η μόνιμη παρέα του, ο ξάδερφός του ο...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου