Select Page

Θέλω ξανά

Θέλω ξανά

shoe_tree_b

Έφτασα στο τέρμα. Άφησα χαραμάδες και τρύπωσε η θλίψη, ως τα μύχιά μου. Δε με νοιάζει αν είναι μέρα, ή νύχτα. Χειμώνας, ή καλοκαίρι. Είχα όνειρα, πολλά όνειρα. Πού πήγαν τα όνειρά μου; Είχα χαμόγελο κι ένα τραγούδι έτοιμο στων χειλιών μου τις άκρες. Ποιος, και τι ζωγράφισε ανάποδα την καμπύλη του χαμόγελου στο πρόσωπό μου; Γιατί έμεινα μουγγή σαν ψάρι; Είχα ελπίδες, πολλές ελπίδες. Γιατί κρεμάστηκαν σαν κορδέλες σε δέντρων κλαδιά κι είναι έρμαια του Βοριά, πια; Είχα φωτιά στο βλέμμα κι ένα παραμύθι έτοιμο να ζω μέσα. Ποιος, και τι μου 'σβησε τη φλόγα απ' τα μάτια; Γιατί το 'σκασα απ' των παραμυθιών τη χώρα;


Θέλω πίσω τη χαρά μου, την ελπίδα, τα όνειρα και το χαμόγελό μου. Θέλω να καίγεται το βλέμμα μου, ξανά· να τραγουδήσω πάλι. Θέλω το πιο όμορφο παραμύθι να το κατοικήσω, θέλω να ξέρω αν είναι καλοκαιριού αποχαύνωση ή οργασμός χειμώνα αυτό που ζω. Θέλω, θέλω, θέλω... και μπορώ!

_

γράφει η Θώμη Μπαλτσαβιά

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Βασίλειος Μαντικός

Γεννήθηκε ως άλλος φόρος «Ρωμαϊκός» -κι ανδρώθηκε- στο νησί του Ήλιου, μιαν αρχή της Ινδίκτου. Ζει και εργάζεται στη γενέτειρά του. Σπούδασε και σπουδάχτηκε στη Μεγαλόνησο. Με θέα το Αιγαίο και παρέα μια ρακή σταμάτησε να ελπίζει, να φοβάται και πρωτοένιωσε τη «λεφτεριά» φερόμενος ως Πολιτικός Μηχανικός.

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!