Select Page

Θανάσης Βαλτινός: ‘Μπλε βαθύ, σχεδόν Μαύρο’

Θανάσης Βαλτινός: ‘Μπλε βαθύ, σχεδόν Μαύρο’

Το διήγημα του Θανάση Βαλτινού, με τίτλο 'Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο', αναφέρεται & προσδιορίζει τον μονόλογο μίας γυναίκας που βρίσκεται σε 'ώριμη' ηλικία.

Κινούμενος μεταξύ αποπνικτικής ατμόσφαιρας & εντροπίας, ο συγγραφέας 'δομεί' μία γυναικεία ύπαρξη η οποία ευρίσκεται ενώπιον της νοηματοδότησης-'παράδοσης' σε ένα λεκτικό-γλωσσικό 'παίγνιο' ('χάος'), μία θηλυκότητα που έμπροσθεν της 'αφανούς' και μη ιστορίας (υπενθυμίζοντας την γυναίκα από τη 'Σονάτα του Σεληνόφωτος' του Γιάννη Ρίτσου), φέρει την αμφισημία, βιώνει τις 'δια-ρρήξεις' που προκαλεί η προσωπική αγωνία για το 'αιωρούμενο' παρόν, για την θέση σε ένα γίγνεσθαι αναφορών, για την γυναικεία ταυτότητα που επανεπινοείται διαμέσου της απώλειας.

Η γυναίκα ανα-καλεί την μνήμη του παρελθόντος 'ομιλώντας' για ένα ανεπιβεβαίωτο παρόν, 'ενσαρκώνει' μία θηλυκότητα που αφενός μεν αναζητεί το 'δεδικαίωται', αφετέρου δε 'διαχέεται' στο υπόδειγμα της τιμής: η θηλυκότητα & η μνήμη της καθίστανται η δική της τιμή, η 'ικεσία' για αυτά που 'μετασχηματίζονται' σε 'Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο'.

Ένας καθεαυτό υπαρξιακός μονόλογος μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση του 'στίγματος', του αποτύπωσης του ίχνους σε έναν βίο που σημαίνεται στην αναβολή & στην πρόθεση, στην αποκρυστάλλωσης μίας γλώσσας (λόγου) σπειροειδούς που εννοιολογεί την στιγμή μίας 'άναρχης' εξομολόγησης: «Λάθος άνθρωποι, λάθος κόσμος, λάθος λέξεις- και όλα αυτά τα συνειδητοποίησα σε μια ηλικία λάθος επίσης. Δηλαδή μεγάλη. Θα προτιμούσα να ξέρω τρακόσιες λέξεις και να μου φτάνουν και να μπορώ να ζήσω με αυτές. Να μη χρειάζομαι άλλες. Γιατί τελικά η γλώσσα τι είναι; Μια σκλαβιά είναι και δεν σε λυτρώνει , ότι και να λένε, και να τυραννιέσαι απλώς».[1]

 Τα όρια & και οι κάθε είδους πλαισιώσεις 'θυσιάζονται' στο 'βωμό' της γλώσσας, της γλώσσας που επέ-ρχεται ως μητρικό 'πόθος', οίκτος, 'τυραννία' του αυτονόητου.

Ο συγγραφέας και η γυναίκα, (που θέτει απέναντι της τον 'σπαρακτικά βουβό' ανδρισμό), διαμέσου της γλωσσικής κοινότητας, δια-ρρηγνύουν τα όρια των αμυντικών μηχανισμών, εισάγοντας παράλληλα σε ένα γίγνεσθαι βεβαιωμένων & πεπερασμένων επιθυμιών, εκεί όπου η γλώσσα δεν 'παίζει' με τις πιθανότητες: ''Λάθος άνθρωποι, λάθος κόσμος, λάθος λέξεις''.

 Η πρωταρχική και η 'λάθος' λέξη ενώπιον της μνήμης, της ανα-πόλησης ενός βίου εκκεντρικού, που, ανασημαίνει και ανασημαίνεται χάριν της μητέρας, χάριν της 'φορτισμένης', και 'υπόλογης' στο τώρα, τυπικότητας.

Επρόκειτο για το συμβάν μίας 'δοσμένης' έγκλησης, στο χώρο της Σικελικής ποίησης: «για να ρωτάω την ίδια μου ψυχή και ν' απαντά».[2] Ο Θανάσης Βαλτινός, αποδίδει το βίωμα ενός διά-κενου διαπερατού, ενέχοντας τα 'εργαλεία' της μνήμης, που δεν ζητά παρά να εγγραφεί εκ νέου.

Με αναφορές στο παρελθόν, σε έναν βίο διανθισμένο από τις 'πύρινες ζώνες' του βλέμματος & των προσδοκιών, η γυναίκα τοποθετείται στο κέντρο της προσοχής, 'ενσαρκώνει' μία παράδοξη 'οικειότητα' με τον βουβό θρήνο, τίθεται αντιμέτωπη με τα 'φάντάσματα' μίας ζωής η οποία τώρα, εκ-πληρώνεται στο διά-κενο, στην οριακή και μη μνήμη, μία ζωή που καταφεύγει στην ιδιαίτερη 'ασφάλεια' της μνήμης.

Στο διήγημα 'Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο', κυριαρχεί η εικόνα μίας γυναίκας (που διερωτάται για την αποτυχία και για τις μητρικές προσδοκίες-αξιώσεις), η οποία, αναφέρεται στο βίωμα, στην 'προδοσία' των αξιών & στην τελική αξίωση της 'προδοσίας', στη μνήμη ενός κόσμου που εκ-βάλλει ως 'χαμένος' μύθος.

 Προτού εκ-ζητήσει, 'δίδεται' στους διάφορους 'χρησμούς', στη 'χρησμοδοσία' και στη διερώτηση της μητέρας και των άλλων: τι απέγινες; τι κατάφερες; Τι πέτυχες; Το 'μπλε βαθύ, καθίσταται 'μαύρο', εικόνα-προβολή του συμβάντος, συμβολισμός της ενστικτώδους & της 'πυρετώδους' αμφιβολίας, μία κρίσιμη επιδίωξης 'θέασης' του νόμου (και του μητρικού 'Νόμου'), και των δεσμών διαμέσου της 'ευεπίφορης' γλώσσας.

Η γυναίκα καθίσταται, την κρίσιμη στιγμή, θήλυ για τον εαυτό της, ταυτότητα πολλαπλών αποκρίσεων: προσδοκία & ένταση της προσδοκίας, έρωτας & απώλεια, ερωτισμός και παράδοση, οικογένεια και μοναξιά.

 ''Γιατί τελικά η γλώσσα τι είναι; Μια σκλαβιά είναι και δεν σε λυτρώνει, ότι και να λένε''.

Μία γλώσσα Μπαχτινική, η οποία, στην διάσταση που το θέτει ο Σάββας Μιχαήλ, «είναι ένα δυναμικό πεδίο γλωσσικών αλληλεπιδράσεων, ανοικτό σε όλες τις διαστάσεις της Ιστορίας, ένας κόσμος γεμάτος ζωή και εκπλήξεις, όπου δρουν και συγκρούονται διαρκώς αντίθετες δυνάμεις, κεντρομόλες και φυγόκεντρες».[3]

Εντός των πλαισιώσεων της 'αλύτρωτης' και της διάστικτης (και δυναμικής) γλώσσας, ανακύπτει η ικεσία στο ανώφελο, στη φίλη και στο θάνατο της, στη μνήμη (ο συγγραφέας 'παίζει' στα έργα του 'παίζει' με τα όρια της επίσημης, της ιστορικής & της εξιδανικευμένης μνήμης), μνήμη που επέρχεται ωσάν διάλειψη: «Αλλά η μνήμη δεν παραμερίζεται. Η μνήμη είναι».[4]

Μέσω της γυναικείας καταλυτικής παρουσίας, ο συγγραφέας 'επικοινωνεί' με το πεδίο των οικογενειακών-κοινωνικών σχέσεων.

Και παραμένει το 'σχεδόν μαύρο' της γυναικείας, παράστασης, η αγωνία της προσαρμογής, της γοητευτικά 'θλιμμένης' και επινοητικής, σε ένα γίγνεσθαι που μεταβάλλεται με ρυθμούς 'επώδυνα' ανατρεπτικούς, στο περιβάλλον του Κακναβάτειου λόγου: «Κανένα πέρασμα λοιπόν επέκεινα του ελαχίστου ανάμεσα στα ελάχιστα ω γεωμετρία που στάζεις απ' τ' αρμόνια σώσε».[5]  

Η συγκεκριμένη νουβέλα του Θανάση Βαλτινού 'ενοικεί' σε μία αλήθεια που μοιράζεται, ανασημασιοδοτεί το εύρος της εντύπωσης, φέρει την ιδιαίτερη λογοτεχνικότητα της επανάληψης: κάθε φορά γυναίκα που πραγματώνεται στην παραπομπή στο χρόνο του βιωμένου βίου, στη 'νέα 'ενηλικίωση', στον προσδιορισμό του ωραίου, στην  σήμανση του επείγοντος της προσαρμογής, του επείγοντος της μνήμης που προσλαμβάνει χαρακτηριστικά 'υπερ-αξίας'.

O συγγραφέας 'εντοπίζει' τη γυναίκα στους λόγους της, σε έναν ασφυκτικό αστικό χώρο (στην πόλη της Αθήνας), στηλιτεύοντας παράλληλα τις αλλαγές που επέρχονται σε καταναλωτικά πρότυπα & συνήθειες. Επρόκειτο για ένα διήγημα πολυ-πρισματικό, 'ανοιχτό' στις γωνίες του, εκεί όπου η κάθε λέξη δύναται να αποκτήσει το ΄βάρος' της επίκτητης εξομολόγησης μπροστά σε μία αναζητούμενη αστική υπερηφάνεια.

Ο Θανάσης Βαλτινός, σε μία ώριμη στιγμή του έργου του, ανα-καλεί το 'βάρος' που αποκτά η 'στοιχειωμένη' και μη γλώσσα, συγκροτεί μία γυναικεία ταυτότητα που παραδίδεται στο δικό της εαυτό της, στη δική της αναφορά, στον έμμεσο ερωτική έλξη για αυτόν που βρίσκεται απέναντι και ακούει, στηλιτεύοντας την 'παραμυθία', την διάρκεια και την 'ποιότητα' των οικογενειακών σχέσεων σε μία κοινωνία που αλλάζει 'πρόσωπα'. Η γλώσσα στο διήγημα σημαίνει εξομολόγηση ή εξομολογητική διάθεση.

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

[1] Βλέπε σχετικά, Βαλτινός Θανάσης, ‘Μπλε βαθύ, σχεδόν Μαύρο’, Ένατη Έκδοση,  Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2015, σελ. 81-82.

[2] Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Η νύχτα της Δικαιοσύνης ή ο Άγγελος Σικελιανός είναι δικός μας’, στο, Μιχαήλ Σάββας, (επιμ.), ‘Homo Poeticus’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2006, σελ. 163.

[3] Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Τα Γιαννιώτικα Εβραϊκά τραγούδια. Ένα Μπαχτινικό άκουσμα…ό.π., σελ. 71.

[4] Βλέπε σχετικά, Βαλτινός Θανάσης, ‘Μπλε βαθύ, σχεδόν Μαύρο…ό.π., σελ. 84.

[5] Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Αστρογλωδυναμολόγος ή ένας Προσωκρατικός του 21ου αιώνα…ό.π., σελ. 318.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!