Select Page

Θαφόν Εναντίον Καμπρέ: Ο Πόλεμος Δύο Κοσμοθεωριών

Θαφόν Εναντίον Καμπρέ: Ο Πόλεμος Δύο Κοσμοθεωριών

Έχω γράψει με πολλές αφορμές για μια βασική διάκριση που πρέπει να γίνει (και γίνεται ως ένα βαθμό) στην λογοτεχνία, δηλαδή μεταξύ της φιλολογίας ως επιστήμης και της λογοτεχνίας ως τέχνης. Η λογοτεχνία, που θεωρείται στην σύγχρονη εποχή με δύο αξιακά συστήματα, καταλήγει να διχάζεται καθώς άλλη λογοτεχνία προ-τείνει η φιλολογία και η κριτική (ή οι κριτικοί) και άλλη λογοτεχνία μοιάζει να προτείνει η ίδια η τέχνη, η οποία απευθύνεται στο ευρύτερο αναγνωστικό και όχι μόνο κοινό. Το ένστικτο του αναγνώστη – για το οποίο έχω μιλήσει παλαιότερα – και ο ορθός λόγος του κριτικού έρχονται σε αντιπαράθεση και σύγκρουση, όπως είχε υποστηρίξει ο Νίτσε έναν αιώνα νωρίτερα, κάνοντας την θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στον κόσμο της αλήθειας, και τον κόσμο της τέχνης. Πράγματι, αν δει κανείς τα θεωρητικά κείμενα του Τσβάιχ, της Γούλφ ή του Ρίλκε και τα θεωρητικά κείμενα των φιλολόγων ή των φιλοσόφων, όπως ο Τοντόρωφ, ο Μπάρτ και η Κρίστεβα, θα αποκομίσει την εντύπωση πως η λογοτεχνία των λογοτεχνών και η λογοτεχνία των φιλολόγων είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Μέχρι στιγμής δεν είχα καταφέρει να βρω δύο παραδείγματα ώστε να δείξω με την μέγιστη σαφήνεια, αυτή την πεποίθηση που μου δημιουργήθηκε. Πάντα υπεισέρχονταν δευτερογενείς παράγοντες, όπως η χρονική απόσταση μεταξύ των κειμένων ή ο ορίζοντας προσδοκιών της εκάστοτε εποχής, κι έτσι η ουσιαστική σύγκριση που ήθελα να κάνω, υπονομευόταν από τον αντίλογο, σχεδόν εκ των προτέρων. Όμως, για καλή μου τύχη, κατάφερα να βρω δύο βιβλία, μάλιστα του 21ου αιώνα, τα οποία είναι αρκετά συγγενικά, ώστε να μπορούν να σταθούν σε αντιπαραβολή, αλλά και αρκετά διαφορετικής νοοτροπίας, ώστε να μπορούν να σταθούν ως παραδείγματα στην αντιπαράθεση που μαίνεται. Ονομαστικά μιλάω για την Σκιά του Ανέμου του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν και το Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ.

Χωρίς να εισέλθω σε μια εκτενή παρουσίαση των δύο βιβλίων, μπορώ να πω πως ανήκουν στο ίδιο είδος βιβλίων, αυτό που δεν έχει σαφές και διακριτό genre. Τόσο η Σκιά του Ανέμου όσο και το Confiteor, έχουν ρομάντζο χωρίς να είναι αισθηματικά, έχουν ιστορικές αναφορές χωρίς να είναι ιστορικά μυθιστορήματα. Έχουν αρκετό μυστήριο χωρίς να είναι αστυνομικά και έχουν διάσπαρτες πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις (η αστυνομοκρατία του Φράνκο στον Θαφόν και η θηριωδία του ναζισμού στον Καμπρέ), χωρίς όμως να είναι στρατευμένη λογοτεχνία. Και τα δύο βιβλία είναι μια έντονη μίξη διαφορετικών στοιχείων τα οποία χρωματίζουν το βιβλίο, χωρίς όμως να το καθορίζουν. Και τα δύο έχουν το ίδιο τοπικό πλαίσιο αναφοράς (την Βαρκελώνη), το ίδιο χρονικό πλαίσιο αναφοράς (μεταπολεμική Ισπανία) και οι συμπτωματικές ομοιότητες, όπως οι συχνές αναδρομές στο παρελθόν ή στενή φιλία των πρωταγωνιστών (τα δίδυμα Ντανιέλ-Τόμας και Αντριά-Μπερνάτ) απλά εντείνουν την αίσθηση πως τα δύο αυτά βιβλία μοιράζονται πολλά κοινά.

Ξεκινώντας από το Confiteor, θα έλεγα πως είναι βιβλίο γραμμένο από φιλόλογο για φιλολόγους και κριτικούς. Όταν διάβασα το βιογραφικό σημείωμα του Καμπρέ, απλά οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν. Όλο το βιβλίο, τόσο ως προς το μορφικό κομμάτι της τεχνοτροπίας, όσο και προς το περιεχόμενο της πλοκής, δίνουν την αίσθηση της επιτήδευσης και της συνειδητής επιλογής των στοιχείων. Η αφήγηση είναι μια μίξη τριτοπρόσωπης  και πρωτοπρόσωπης αφήγησης, όπου η μία μπαίνει μέσα στην άλλη, κάνοντας τον αναγνώστη να απορεί  ποιος είναι τελικά ο αφηγητής. Η ροή είναι μια ιδιότυπη μορφή αυτόματης γραφής, όπου οι συνειρμοί και οι συσχετισμοί σπάνε την χρονική ροή και μας μεταφέρουν πίσω στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ή στην εποχή του Στοριόνι ή ακόμη πιο παλιά την μεσαιωνική Ισπανία. Η ανάγνωση οφείλει να είναι εξαιρετικά προσεκτική, γιατί μόνο μια λέξη αρκεί για να συνεχιστεί η αφήγηση σε άλλο χρόνο, με άλλα πρόσωπα. Το πιο χτυπητό παράδειγμα αυτής της φιλολογικής επιτήδευσης είναι η σκηνή όπου η αφήγηση μπλέκει την στιχομυθία του ιεροεξεταστή Έμερικ με μια κατάδικη, και την στιχομυθία του Ρούντολφ Ες με μια Eβραία. Εκεί, με την Εβραία να απαντάει στον ιεροεξεταστή και την «μάγισσα» να απαντάει στον Ες, φαίνεται το διαχρονικό πρόσωπο του φασισμού και της μισαλλοδοξίας, σε ένα διάλογο που υπερβαίνει τον υπαρκτό χρόνο και χώρο.

Η πλοκή δεν διαφέρει και πολύ. Η ιστορία του Αντριά Αρντέβολ, είναι πρακτικά ένα κολλάζ άλλων ιστοριών (της σχέσης του με την Σάρα, της σχέσης του με τον Μπερνάτ), όπου το μυστήριο (ποιος σκότωσε τον πατέρα του Αντριά) μπερδεύεται με το ρομάντζο (το αιώνιο τρίγωνο Αντριά-Σάρα-Λάουρα). Μέσα σε αυτά υπάρχουν άπειρες αναφορές σε όλη την ευρωπαϊκή σκέψη, καθώς ο Αντριά καταλήγει να είναι καθηγητής πανεπιστήμιου, έχοντας γράψει δύο τεράστιας σημασίας βιβλία, την Αισθητική Βούληση και την Ιστορία των Ιδεών του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, με το Πρόβλημα του Κακού να παραμένει ως σημειώσεις αδημοσίευτο. Ο Μπερλίν συναντά τον Κοσερίου και τον Καμένεκ, η φιλοσοφία συναντά την λογοτεχνία, το πρόβλημα του κακού συναντά την αισθητική διάσταση του κόσμου. Το αναγεννησιακό πρότυπο του homo universallis αναγεννιέται εν μέρει, καθώς ο Αντριά Αρντέβολ μοιάζει να έχει γνώσεις πάνω στο κάθε τι, να γνωρίζει μια ντουζίνα ξένες γλώσσες και ανά τακτά χρονικά διαστήματα να πετάει από μια ξένη έκφραση (για τις οποίες ευτυχώς υπάρχει ένα παράρτημα στο τέλος του βιβλίου).

Είμαι απόλυτα σίγουρος πως δεν υπάρχει κριτική του Confiteor, η οποία να μην εστιάζει αφενός στο παιχνίδι που κάνει ο Καμπρέ με τις συμβάσεις της αφήγησης και πως μας δημιουργεί μια «ανοικείωση» (για να δανειστώ τον όρο του Σλόφσκι) με το βιβλίο του, κι αφετέρου να μην το εγκωμιάζει για την ευρυμάθεια του συγγραφέα και για τον τρόπο που μας αφήνει ένα γνήσιο φιλοσοφικό μυθιστόρημα.

Από την άλλη, οι κριτικές για τον Θαφόν και την Σκιά του Ανέμου, είναι εξαιρετικά σύντομες και όλες καταλήγουν στο ίδιο πράγμα. Πολύ όμορφη αφήγηση, ωραία πλοκή που καθηλώνει μέχρι την τελευταία σελίδα. Τέλος. Μια παράγραφος και πολύ είναι. Πάρτε παράδειγμα και συγκρίνετε την έκταση που παίρνει το Confiteor και η Σκιά του Ανέμου σε ένα από τα καλύτερα μπλογκ για αναγνώστες το «Διαβάζοντας». 600 λέξεις για τον Καμπρέ, μετά βίας 300 για τον Θαφόν. Στο publishers weekly ο Θαφόν είναι «παραλογοτεχνία χολυγουντιανής εκδοχής των μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα» κι αυτή είναι μία από τις κριτικές να θέλουν τον Θαφόν περισσότερο «παραλογοτεχνία», παρά τέχνη.

Εδώ ακριβώς διαφαίνεται το πρώτο φως στο τούνελ. Γιατί γράφονται τόσο πολλά για τον Καμπρέ (σε έκταση πάντα), αλλά τόσα λίγα για τον Θαφόν, ακόμη κι από τις κριτικές που θέλουν την Σκιά του Ανέμου ένα αριστούργημα. Η απάντηση είναι απλή: Φιλολογία.

Το βιβλίο του Καμπρέ χρειάζεται ενδιάμεσο για να φανεί η αξία του. Χρειάζεται ένα κριτικό για να δείξει που φαίνεται η σημασία του, για να δείξει τι προσπαθεί να κάνει σε εκείνο το σημείο ή τι δηλώνει η τάδε αναφορά. Η αξία του βιβλίου του Καμπρέ μπορεί να δειχτεί με το δάχτυλο για αυτό και όλοι οι φιλόλογοι και οι κριτικοί το επαινούν: Επιβεβαιώνει την ανάγκη της ύπαρξής τους. Ο κριτικός/φιλόλογος είναι αναγκαίος στο Confiteor, ακόμη κι αν είναι ο ίδιος ο αναγνώστης που εξηγεί το βιβλίο στον εαυτό του. Όλα τα επιχειρήματα είναι μέσα στο βιβλίο και μπορεί ο καθένας να τα δει και να τα επιβεβαιώσει. Το βιβλίο κατακερματίζεται σε ένα σύνολο από τεχνάσματα και αναφορές, ακριβώς όπως θέλει η φιλολογία στα δικά της δοκίμια. Το Confiteor, το οποίο όντως είναι ένα βιβλίο-σημείο αναφοράς, είναι μάννα εξ ουρανού για τον κριτικό, γιατί του δίνει το δικαίωμα να μπορεί να επιχειρηματολογήσει για την λογοτεχνία. Το Confiteor, ειδικά από ένα σημείο και μετά, σταματάει να είναι μυθιστόρημα, και μετατρέπεται σε λίστα επιχειρημάτων «γιατί το βιβλίο αυτό είναι τόσο σπουδαίο».

Προσωπικά – κι αυτή είναι η υποκειμενική άποψη – δεν μου άρεσε το βιβλίο του Καμπρέ (το έχω με 3 αστεράκια στο goodreads και στο bookia). Θεωρώ πως ήταν υπερβολικά φιλολογίζον, υπερβολικά επιτηδευμένο, εσκεμμένα περίπλοκο στην αφήγηση, χωρίς να υπάρχει δικαιολογία για αυτό. Οι απότομες αλλαγές αφήγησης και οι ξαφνικοί συνειρμοί (παρόλο που από ένα σημείο συνηθίζονται) είναι απλά τροφή για φιλολόγους, όχι υλικό για αναγνώστες. Όμως κάθε φορά που θέτω την ερώτηση στον εαυτό μου, αν είναι καλό το Confiteor, απαντάω με την ίδια απάντηση: «Δεν μου άρεσε, αλλά μπορώ να καταλάβω αντικειμενικά όλους τους λόγους για τους οποίους οι περισσότεροι ξετρελάθηκαν με τον Καμπρέ».

Αλλά αυτό δεν είναι λογοτεχνία. Είναι φιλολογία. Όταν είσαι σε θέση να καταλάβεις και να εκφράσεις με επιχειρήματα γιατί ένα βιβλίο είναι σπουδαίο, τότε είσαι φιλόλογος, όχι λογοτέχνης, ανήκεις στην μεριά της επιστήμης και του ορθού λόγου, όχι της τέχνης.

Ο Θαφόν από την άλλη παίρνει 300 λέξεις κριτική. Γιατί; Γιατί τόση σιωπή για ένα βιβλίο το οποίο λαμβάνει εξίσου θετικές κριτικές; Η απάντηση είναι επίσης απλή: Γιατί Η Σκιά του Ανέμου μιλάει από μόνη της. Ο Θαφόν δεν χρειάζεται κανένα φιλόλογο και κανένα κριτικό για να αποδείξει την αξία του. Χωρίς να μπαίνει σε φιλολογικά τερτίπια και τεχνάσματα μας αφήνει ένα εξαιρετικό βιβλίο, ένα αριστούργημα. 300 λέξεις, είναι πάρα πολλές για τον Θαφόν, αλλά πολύ λίγες για τον Καμπρέ. Χωριό που φαίνεται δεν θέλει κολαούζο και οι κολαούζοι της κριτικής είναι περιττοί σε αυτή την περίπτωση.

Η γραφή του Θαφόν απορροφάει τον αναγνώστη. Η γραφή του Καμπρέ δεν αφήνει τον αναγνώστη να χαθεί στην αφήγηση. Στον Θαφόν ο λόγος ρέει. Στον Καμπρέ ο χρόνος σταματάει, κάθε σελίδα μοιάζει ατέλειωτη, γιατί αν δεν είσαι αρκετά προσεκτικός θα χαθείς μέσα στον συνειρμό του αφηγητή. Το βιβλίο του Θαφόν υπηρετεί, θα έλεγε κανείς, την ομορφιά, την λεπτή, συναρπαστική, ωραία αφήγηση. Το βιβλίο του Καμπρέ υπηρετεί την επιστήμη, το δίδαγμα, η ιστορία μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Η αξία του Θαφόν είναι στην ιστορία καθεαυτήν. Η αξία του Καμπρέ είναι σε όλα τα υπόλοιπα, εκτός από την ιστορία που υποβαθμίζεται σε αναγκαίο κακό για να προωθηθούν τα τεχνάσματα και οι φιλοσοφικές αναφορές. Η γραφή του Θαφόν είναι η ομορφιά της άμεσης επιφάνειας. Η γραφή του Θαφόν είναι το διαμεσολαβημένο βάθος του νοήματος.

Είναι η Σκιά του Ανέμου «παραλογοτεχνία χολυγουντιανής εκδοχής των μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα»; Ίσως. Το βιβλίο του Θαφόν μοιάζει να βγαίνει από μια παλαιότερη εποχή, αλλά όπως προτείνει ο Ουάιλντ «στις υψηλότερες μέρες της τέχνης, δεν υπήρχαν κριτικοί».

Σε κάποιο σημείο – το οποίο το έχουν εντοπίσει πολλές κριτικές – ο Καμπρέ γράφει τα εξής:

«ʺΚαι τι κάνει ένα βιβλίο να αξίζει να ξαναδιαβαστεί;" Τώρα ο Μπερνάτ θύμιζε λίγο τον Αντριά.

"Η ικανότητα του συγγραφέα να συναρπάζει τον αναγνώστη, να τον εντυπωσιάζει με την ευφυΐα που βρίσκει στο βιβλίο που ξαναδιαβάζει, ή με την ομορφιά που εκπέμπει. Βέβαια, η απόφαση να ξαναδιαβάσουμε ένα βιβλίο μάς οδηγεί, αναπόφευκτα, σε μια αντίφαση".

"Τι εννοείς, Αιζάια;" παρενέβη η tante Αλίν.

"Ένα βιβλίο που δεν αξίζει να ξαναδιαβαστεί δεν άξιζε καν να διαβαστεί ʺ».

Η ομορφιά που εκπέμπει το Confiteor δυστυχώς χάνεται στην διαμεσολάβηση της κριτικής που υφίσταται, χάνεται κάτω από το βάρος της ιδιάζουσας αφήγησης και των φιλολογικών αναφορών. Η Σκιά του Ανέμου παραμένει στην ουσία της μια όμορφη αφήγηση, ένα λογοτέχνημα, το οποίο εξακολουθεί να διαθέτει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, για τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.

Τα διαπιστευτήρια του Καμπρέ είναι τα βραβεία που έχει πάρει. Τα διαπιστευτήρια του Θαφόν είναι οι πωλήσεις που έχει κάνει. Οι μεν θεωρούν πως το «απαίδευτο κοινό» δεν μπορεί να είναι κριτήριο. Οι δε πιστεύουν πως μια κλειστή κάστα δεν μπορεί να κρίνει ένα έργο τέχνης ερήμην του μέσου αναγνώστη. Είναι δύο κοσμοθεωρίες, οι οποίες αντιμάχονται η μία την άλλη.

Είμαι πεπεισμένος πως η πλάστιγγα γέρνει ελαφρά υπέρ του Θαφόν, παρόλο που υπάρχει μια στρατιά φίλων, κριτικών και φιλολόγων που θα επιχειρηματολογήσουν για το αντίθετο. Πιστεύω πως σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, χρειαζόμαστε την ομορφιά στην λογοτεχνία, παρά τα τεχνάσματα για τον εντυπωσιασμό των κριτικών. Χρειαζόμαστε περισσότερο την ομορφιά, χρειαζόμαστε περισσότερο την επίκληση στην επιφάνεια, στην άμεση επαφή με τα λογοτεχνικά κείμενα. Χρειαζόμαστε περισσότερο να ακούσουμε την αίσθηση μας η οποία λανθάνει σε όλες εκείνες τις λέξεις που κρύβονται πίσω από την φράση «ωραία αφήγηση», πίσω από όλες εκείνες τις λέξεις που κρύβονται στις απλές κριτικές του Θαφόν. Η «όμορφη αφήγηση», το συναρπαστικό μυθιστόρημα δεν είναι απλή υπόθεση. Είναι η πιο σαφής και ρητή κατάφαση στο άρρητο, το άφατο και το μυστήριο της τέχνης, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να συναρπάζει το αναγνωστικό κοινό, τον άνθρωπο στην ουσία του, όχι μόνο τον «επαγγελματία αναγνώστη».

Οι ισορροπίες είναι εξαιρετικά λεπτές. Από την μια ελλοχεύει η παραλογοτεχνία, η πτώση στο εύκολο, το εύπεπτο, το απλό, το ανώδυνο. Από την άλλη ελλοχεύει η εσκεμμένη συσκότιση, η εσκεμμένη περίπλοκότητα, τα ακατανόητα μηνύματα, η διάρρηξη κάθε μέσου επικοινωνίας με τον αναγνώστη, στο όνομα της ίδιας της λογοτεχνίας. Και τα δύο βιβλία, πιστεύω – παρά το γεγονός πως υπηρετούν διαφορετικές κοσμοθεωρίες – καταφέρνουν να ακροβατήσουν μεταξύ των δύο άκρων. Όμως το αίτημα, όπως και o κίνδυνος παραμένει και χρειαζόμαστε όχι απλά βιβλία όπως η Σκιά του Ανέμου ή το Confiteor, αλλά να εστιάσουμε πάλι στην ίδια την λογοτεχνία, στην αμεσότητα της ομορφιάς και όχι στα παρελκόμενά της. 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ανδρέας Αντωνίου

Ο Ανδρέας Αντωνίου γεννήθηκε στις 12/01/1988 στη Θεσσαλονίκη και μένει μόνιμα στη Λευκωσία. Είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στη σχέση Λογοτεχνίας και Φιλοσοφίας. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο Ποιητής και το Φεγγάρι» (εκδόσεις I-Write, 2012) και έχει δημοσιεύσει ποιήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά.

1 σχόλιο

  1. Ανώνυμος

    Ακριβώς η κριτική που τριγυρνούσε στο μυαλό μου, χωρίς να διατυπωθεί ποτέ με τόση ενάργεια και απλότητα!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!