Τα πράγματα εκείνα, τα δίχως όνομα, είναι και αυτά που με φοβίζουν.

Οι λέξεις εκείνες των προφητών, που με το βροντόφωνο βήμα και με τα κίβδηλα άρματά τους  μεμιάς μετουσιώθηκαν σε οράματα, με σκιάζουν. Στη σκόνη του απείρου μας σαν σε σέρνουν πεθαμένο.

Και πώς να εναντιωθείς;

Με ποια φωνή να απαιτήσεις το δίκιο σου;

Τσακισμένος πια.

Κουρασμένος απ’ τη λήθη, αν όχι νοσταλγία, όλων εκείνων που δε πρόφτασα ν’ αγγίξω.

Ας ήτανε πιο σιωπηλή η ιαχή.

Να κλείσουμε πόρτες και παράθυρα στην ερημιά την ανθρωπινή.

Ας ήτανε πιο ήρεμα να διασχίζαμε την απέναντι όχθη, στην ήσυχη κατοικία των βουβών αγαλμάτων.

Τελικά Θεός ίσως να είναι εκείνο το άσκοπο πράγμα που λιβανίζουμε με μερικά σέντς στην κάλπη των «Και ει τι έστιν εν αυτοίς πλημμέλημα ή ανόμημα, άνες, άφες, συγχώρησον δια την σην φιλανθρωπίαν» τις Κυριακές και αβίαστα προσκυνάμε ακολούθως!

_

γράφει ο Νίκος Ρούπας 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!