a44

Θυμάμαι να είμαι παιδούλα

με μια πλεξούδα καστανή στην πλάτη

ανάμεσα στα φτερά

που εγώ είχα για να πετάξω

μα οι άλλοι δεν έβλεπαν…

Στην παλιά μονοκατοικία της γιαγιάς

μια τριανταφυλλιά κίτρινη

ήταν η μεγάλη μου αγάπη.

Ακόμη θαρρώ πως μυρίζω το άρωμά της!

Θυμάμαι ώρες μαγικές

στα γόνατα ενός παππού

εμπρός σε ένα παλιό  πιάνο

να το γρατζουνάω

κι εκείνος να γελά...

Θεέ μου!

Τι όμορφα γελούσε...

Μεγάλωσα το ξέρω!

Ο παππούς είναι άγγελος πια...

Εγώ αγάπησα και πόνεσα...

Το μόνο ίδιο είναι

Η πλεξούδα μου

σε μια πλάτη δίχως φτερά πια,

ανακατωμένη με διάσπαρτες λευκές τρίχες

στο καστανό της χρώμα

Η αγάπη μου για τα κίτρινα τριαντάφυλλα

Και το παλιό πιάνο

που κοσμεί μια γωνιά του σαλονιού.

Ξύπνησα πριν χρόνια θυμάμαι

και βρήκα ένα από αυτά τα τριαντάφυλλα πάνω στα πλήκτρα.

Είχες κρυφτεί πίσω από την κουρτίνα

μα σε πρόδωσε το αεράκι που τη χόρευε...

Μ' αγάπησες πολύ!

Το ξέρω πια!

Τότε δεν το γνώριζα...

Γνώριζα μόνο πόσο σ' αγαπώ εγώ!

Γνώριζα μόνο να πονώ κάθε που με πλήγωνες, λες και χώνονταν στη σάρκα μου

τα αγκάθια από το τριαντάφυλλο...

Μύριζα κι εγώ σαν τριαντάφυλλο

μου είχες πει…

Δε χόρταινες να με μυρίζεις!

Γιατί καλά τα αγκάθια σου γνώρισα

αφού τόσο μ' αγάπησες;

Τώρα όπου κι αν είσαι

ελπίζω απλά να αγαπάς τα τριαντάφυλλα

και να με θυμάσαι πού και πού...

Κι αν βρεις στο προσκεφάλι σου

κίτρινα ροδοπέταλα ένα πρωί...

Θα ξέρεις…

_

γράφει η Θώμη Μπαλτσαβιά

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!