Θυμώνω…
Θυμώνω για χάρη όλων εκείνων που ξεστόμισα, επειδή δεν άντεξα να τα κρατάω πια πίσω από τα σφιγμένα δόντια μου. Για όλες εκείνες τις λέξεις που ξεχύθηκαν απ’ τα χείλη μου και πρόδωσαν όλα όσα σου έκρυβα τόσο καιρό. Θυμώνω με το αχόρταγο βλέμμα μου, με την ασυγκράτητη αναπνοή μου, με τα τρεμάμενα χέρια μου, με τα δάκρυα που έκαιγαν, σαν από οξύ, τα μάγουλά μου…
Θυμώνω για την πόρτα που ακόμη έχω αφήσει ανοιχτή από την μέρα που έφυγες.
Δε μετανιώνω. Μα θυμώνω. Θυμώνω με την αδυναμία που σου έδειξα.
Τιμωρία των λέξεων μου;
Μια ανυπέρβλητη σιωπή. Μετά από τόσα αληθινά λόγια, τι χειρότερο θα μου άξιζε άραγε; Τι πιο καταστροφικό; Τι πιο ανελέητο;
Θυμώνω που το υπέστην. Θυμώνω που το ανέχτηκα. Θυμώνω που με πόνεσε. Που το άφησα να με πονέσει και δεν έκανα τίποτε για να του αντισταθώ.
Θυμώνω που ακόμη με πονάει αυτή η σιωπή. Γιατί αυτή η σιωπή δε δήλωσε τον θάνατο, την έχθρα, την κακία ή την αηδία. Αλλά την απουσία. Και θυμώνω με την απουσία. Με νικάει η απουσία.
Αλήθεια θυμώνω. Πραγματικά θυμώνω.
Θυμώνω που νικήθηκα από ένα τίποτα, εξαιτίας του τίποτα, που για μένα ήταν τα πάντα.

_

γράφει η Άντια Αδαμίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!