-Καλημέρα.
-Γιατί όρθιος;
-Πες μια καλημέρα πρώτα και μετά αρχίζεις την ανάκριση.
-Γιατί όρθιος;
-Πρέπει να περπατήσω, να προχωρήσω μπροστά.
-Γιατί μπροστά;
-Από πίσω έρχομαι.
-Και πώς ήταν;
-Ωραία ήταν! Μα είχα περιέργεια να δω πώς είναι και μπροστά.
-Είδες;
-Είδα!
-Και τώρα;
-Και τώρα, σαράβαλο πια, καρφωμένος, δεν πάω πουθενά. Ούτε μπροστά, ούτε πίσω.
-Και πως είναι τώρα;
-Τώρα κι αν είναι ωραία.
-Τι κάνεις τώρα;
-Αυτό που δεν κάνουν όλοι. Σκέφτομαι.
-Τι σκέφτεσαι;
-Γιατί σου απαντώ!
Γιατί σου λέω πράγματα!
Αφού εσύ που ρωτάς, είσαι εγώ!
Και το βλέπω, θες να συνεχίσεις να ρωτάς.
Με τι δικαίωμα; Πώς το κάνεις αυτό;
Με έναν παλιό-καθρέφτη!
Τόσο λοιπόν μεγάλη επιρροή έχει;!
Αναρωτιέμαι αν πρέπει να τον σπάσω για να σωπάσεις και εσύ, μα από την άλλη φοβάμαι τα επτά χρόνια γρουσουζιάς.
-Δεισιδαιμονίες, ναι ναι, δεισιδαιμονίες, αν θες σπάσε με να το διαπιστώσεις.
-Δεν έχω κουράγιο να το κάνω· ψέματα σου λέω, κατά βάθος φοβάμαι το μήπως, το και αν, το ίσως, το βρε μπας και... Άσε θα βρω άλλη λύση, σου είπα σκέφτομαι.
-Ναι καλά, αν σκέφτεσαι τέτοια... Κατόρθωμα!
-Ούτε μπρος ούτε πίσω...
-Εεεε σταμάτα λοιπόν, τι θες, να πάω πού; Να δω τι; Κατάντια παντού, μιζέρια παντού, φόβος παντού, παντού ανασφάλεια.
Καλά είμαι εδώ, στο τίποτα, είναι και αυτό κάτι.
-Σσς τώρα, για κοίτα καλά, με βλέπεις-δε με βλέπεις, με ακούς, με ακούς...
Σου είπα, θα βρω τη λύση.
Ένα λευκό σεντόνι μάς σκεπάζει και τους δυο, τώρα δε θα ξανασυναντηθούμε ούτε για καλημέρα. Μοιάζει νεκρική η σιγή, δεν υπάρχεις πια.
Σε σκότωσα εαυτέ μου, σε εκδικήθηκα, ήσουν αγενής και περίεργος.
Τι ευτυχία.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!