Κάπου, κάποτε, μαζί σου

1.07.2017

 

Αλλάζουν οι άνθρωποι με τον καιρό. Τα μάτια τους αλλάζουν με κάθε στροφή της γης και μαζί τους αλλάζει ο κόσμος, προς το καλύτερο, προς το χειρότερο, κανείς δεν ξέρει. Απλώς αλλάζει, επιφανειακά τουλάχιστον, γιατί υπάρχουν πληγές κάπου εκεί, βαθιά μέσα μας, που ποτέ δεν αλλάζουν, ποτέ δεν ξεθωριάζουν, δεν χάνονται. Πώς θα μπορούσαν, άλλωστε; Αυτό δεν είναι και το νόημα: να παίζουμε κρυφτό έχοντας από χρόνια χάσει την αθωότητά μας;

Τριγυρνώ στα σοκάκια μιας πόλης που έχει από καιρό αλλάξει, κι όμως μένει πάντα η ίδια, όπως κι εσύ, όπως κι εγώ, όπως αυτά που νιώθω για εσένα, όπως κάθε θλιβερό ηλιοβασίλεμα, κάθε αυγή πιο οδυνηρή από την προηγούμενη. Λένε πως με τον καιρό ο πόνος ξεθωριάζει, σε εγκαταλείπει. Εντούτοις, εμένα ο πόνος είναι ο μόνος που δεν δέχεται να με εγκαταλείψει. Όσο οι μέρες περνούν από την τελευταία φορά που είδα τα μάτια σου, τόσο πιο έντονος γίνεται. Εισχωρεί σαν δηλητήριο μέσα μου που ποτέ δε με σκοτώνει, για να μείνω και την επόμενη μέρα, να πάρω την επόμενη δόση και την επόμενη και την επόμενη...

Ο χειμώνας έφυγε για άλλη μια φορά. Κι εσύ έφυγες για άλλη μια φορά. Πονάω και σήμερα για άλλη μια φορά. Δεν σε κράτησα εδώ για άλλη μια φορά. Ήμουν εκεί για εσένα άλλη μια φορά και δεν έχυσα δάκρυ πριν επιβιβαστείς σε εκείνο το αεροπλάνο για άλλη μια φορά. Πριν φύγεις σαν την πρώτη φορά.

Θυμάμαι εκείνη την πρώτη μέρα που ήξερα πως δε θα σε ξεχάσω ποτέ. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ! Τον τρόπο που μιλούσες, τον τρόπο που με κοιτούσες και δε λέγαμε τίποτα, μα τίποτα δεν έμενε που δεν είχαμε πει. Ήξερα πως κάποιος τόσο ξεχωριστός, όσο εσύ, δε θα έμενες μαζί μου για πάντα. Απορώ πως και για τόσο λίγο ήσουν.

Βλέπεις ήσουν θύελλα. Με κρατούσες και ένιωθα πως θα μπορούσα να κατακτήσω τον κόσμο, εκείνον τον κόσμο που μας γκρέμισε, που φρόντισε να σκορπίσει τα συντρίμμια μας στις πέντε ηπείρους, εκεί που σε πάει ο άνεμος, τώρα, πια, σε αφήνει κάπου και σε παρασύρει ξανά σαν να ήσουν φύλλο. Εκείνος ο κόσμος που δεν ήταν ποτέ όπως τον ονειρευτήκαμε. Αν με ρωτούσες πριν δύο χρόνια θα έλεγα θα είμαστε μαζί για πάντα. Ωστόσο εκείνος ο Σεπτέμβρης άλλαξε τα πάντα.

Είχαμε ορκιστεί πριν κάποιους μήνες και ήμαστε μαζί ακριβώς δύο χρόνια. Κανείς, ωστόσο, από τους δυο μας δεν είχε πραγματοποιήσει, έστω και για λίγο τα «όνειρά» του. Κάποια στιγμή, λοιπόν, μου είπες για κάποιο τηλεφώνημα που σου έκαναν από το Βερολίνο, από το πανεπιστήμιο που είχες πάει με την ανταλλαγή φοιτητών, για την υποτροφία που είχες πάρει για μεταπτυχιακό στο διεθνές δίκαιο, για τις επαγγελματικές ευκαιρίες που θα είχες ύστερα. Ίσως παρέλειψες να αναφέρεις πως καμία από αυτές δεν θα ήταν στην Ελλάδα, αλλά τι σημασία είχε. Δεν θα σε κρατούσα ποτέ ούτως ή άλλως. «Στο είχα πει ότι ήσουν ξεχωριστός» είπα «απλώς τώρα το αντιλήφθηκαν και οι υπόλοιποι».

«Μία εβδομάδα» αυτό μου απάντησες «μια εβδομάδα και μετά...». Δεν ήξερα τι θα ακολουθούσε. Δεν ήθελα να σκεφτώ. Μετά κενό. Προσπαθούσα πολύ καιρό να έρθω κοντά σου, με κάθε πιθανό τρόπο, μα δε συνέβη ποτέ. Ύστερα, σου ζήτησα να σταματήσουμε να μιλάμε. «Ποιο το όφελος; Είμαστε νέοι, πρέπει να ζήσουμε. Δεν πρέπει να αφήσουμε την άρνηση να μας κυριεύει, να μένουμε στο παρελθόν. Δεν λυπάμαι όμως. Δεν ξέρω αν θα νιώσω ποτέ για κανέναν, όπως ένιωσα για εσένα. Αντίο». Όταν χάνεται και η τελευταία στάλα ελπίδας, τότε χάνεται ο πόλεμος.

Πέρασαν μήνες ολόκληροι, ένας χρόνος. Ήρθε ο Δεκέμβρης. Και μια μέρα ήσουν στο κατώφλι μου, με ένα άσπρο τριαντάφυλλο, σαν το πρώτο μας ραντεβού. Σαν να ήταν χθες, σαν να με κρατούσες χθες. Κάθε μέρα σαν να ήσουν χθες στο κατώφλι μου. Ύστερα, άλλη μια εβδομάδα. Τι σημασία έχει επιτέλους τι είναι σωστό και τι λάθος. Ύστερα, άλλη μια απογείωση και έτσι, ανεπαίσθητα, είχε έρθει το καλοκαίρι. Κενό. Κάθε μέρα που περνάει ένα κενό. Η ζωή μου ένα κενό, ένα αδιέξοδο.

Τώρα, πια, οι μέρες μένουν ίδιες κι ας έχουν αλλάξει τα πάντα. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι, μα άδειοι. Μου λείπει να κρατώ το χέρι σου. Μου λείπουν τα χείλη σου, εκείνα που φιλούν την κοπέλα με τα ξανθά μαλλιά. Μου λείπουν τα μάτια σου, εκείνα που τόσο εύκολα ξεχνούν. Κλείνω τα μάτια και νιώθω την ανάσα σου. Τα ανοίγω και η ψύχρα της μοναξιάς διαδέχεται τη φλόγα που κάποτε ανάψαμε μάταια. Έξω χιόνι. Πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός. Είμαι ακόμα εδώ.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Λίγους μήνες αργότερα είμαστε στην ίδια πόλη, μα δεν το ξέρεις. Η ζωή μου προχωράει. Σπίτι, δουλειά, δουλειά, σπίτι. Ένα ζευγάρι γαλάζια μάτια προσπάθησε να μου κλέψει ένα χαμόγελο. Μα, «ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος» και είμαι πάλι μόνη.

Όταν έχω χρόνο περπατώ. Το Βερολίνο είναι μεγάλη πόλη και χάνεσαι. Δεν γνωρίζω κανέναν μέσα στο πλήθος και αδιάκοπα συνεχίζω τα βήματά μου . Μια πλατεία έχει ένα όμορφο συντριβάνι. Στέκομαι για λίγο και κοιτάζω το αναβλύζον νερό. Βλέπω τα μάτια σου. Πάντα βλέπω τα μάτια σου πίσω από το τρεχούμενο νερό. Με φίλησες για πρώτη φορά δίπλα σε ένα συντριβάνι σαν κι αυτό. Χαμογελώ και συνεχίζω.

Η βουή του πλήθους με κάνει να ξεχνιέμαι. Τα βήματα των ανθρώπων ακούγονται σαν τους χτύπους κάποιας πελώριας καρδιάς. Τικ-τακ, τικ-τακ. Οι φωνές του πλήθους ανάμεσα στους χτύπους της καρδιάς της πόλης. Η δική σου φωνή ανάμεσα στους χτύπους της δικής μου καρδιάς. Χαμογελώ. Ούτε οι αισθήσεις μου δεν είναι αξιόπιστες πια. Μόνο όταν νιώθω το άγγιγμά σου στον ώμο μου συνειδητοποιώ πως είσαι πράγματι εσύ.

Τώρα, οι μέρες περνούν και ξυπνώ δίπλα σου τα πρωινά. Βλέπω τα μάτια σου και νιώθω την ανάσα σου. Τα χείλη σου δεν είναι πια μια φαύλη ηδονή. Είσαι εδώ ή, μάλλον, είμαι εγώ εκεί. Αλλά τι σημασία έχει;


_

γράφει η Κωνσταντίνα Παγώνη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Χελιδόνια

Χελιδόνια

-Καλησπέρα γιατρέ, φεύγω απόψε. Όχι, είμαστε όλοι καλά. Απλώς πρέπει να φύγω. Όχι, μην έρθετε στο αεροδρόμιο. Σας παρακαλώ. Ναι δεν θα χαθούμε. Ευχαριστώ. Καληνύχτα σας.  Η Νατάσα θα λείψει για μερικές εβδομάδες γιατί ο άνδρας της κάνει μια σοβαρή επέμβαση σε...

Πρόσκληση σε γάμο

Πρόσκληση σε γάμο

Τα προεόρτια του γάμου είχαν ξεκινήσει από την Πέμπτη, με τον πρόγαμο. Λίγο έξω από το Ηράκλειο, τα συμπεθέρια είχαν ξεσηκώσει όλο το χωριό και τους πετεινούς στο πόδι. Το αντικρυστό, με τη θράκα στη μέση, το γαμοπίλαφο στα καζάνια, οι κρητικές κουλούρες δεμένες με...

Για τα μάτια σου μόνο

Για τα μάτια σου μόνο

Πάντα κοιτούν χαμηλά. Δε λοξεύουν αριστερά και δεξιά. Δεν είναι αδιάκριτα, βλέπουν μπροστά. Δεν είναι φλύαρα, μα ούτε απαιτητικά. Μιλούν λίγο και σοφά. Χαρακτηριστικά τους η ευγένεια και η ομορφιά. Μισούν το ψέμα. Δεν κρύβονται, είναι πάντα ακάλυπτα. Βγάζουν αλήθειες...

Όνειρα ανεκπλήρωτα

Όνειρα ανεκπλήρωτα

Είχε νυχτώσει από ώρα καθώς γέμιζε το στενό ψηλό ποτήρι ως επάνω, με το χρυσοκίτρινο υγρό. Τσίπουρο παλαιωμένο σε δρύινο βαρέλι, το αγαπημένο του ποτό, εδώ και πολλά χρόνια. Τον βοηθούσε να σκεφτεί και να ταξιδέψει, μόνος όπως έκανε πάντα, μιας και δεν έμαθε ποτέ τον...

Απόκρυφη ποιότητα

Απόκρυφη ποιότητα

Ανέβηκε τα σκαλιά της πολυκατοικίας δυο δυο και έφτασε μπροστά στο κλειστό διαμέρισμα. Κοντοστάθηκε και πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Το στομάχι του ήταν σφιγμένο, οι παλάμες του κάθιδρες. Άραγε θα επαληθεύονταν με την ανακάλυψη κάποιου ακλόνητου τεκμηρίου, οι υπόνοιες...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Απόκρυφη ποιότητα

Απόκρυφη ποιότητα

Ανέβηκε τα σκαλιά της πολυκατοικίας δυο δυο και έφτασε μπροστά στο κλειστό διαμέρισμα. Κοντοστάθηκε και πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Το στομάχι του ήταν σφιγμένο, οι παλάμες του κάθιδρες. Άραγε θα επαληθεύονταν με την ανακάλυψη κάποιου ακλόνητου τεκμηρίου, οι υπόνοιες...

ΦΟΝΙΣΣΑ ΜΕΤΑ

ΦΟΝΙΣΣΑ ΜΕΤΑ

ΦΟΝΙΣΣΑ ΜΕΤΑ (διήγημα) πολὺς δ᾽ ἅμ᾽ αὐτῷ προσπόλων ὀπισθόπους κῶμος λέλακεν, Ἄρτεμιν τιμῶν θεὰν ὕμνοισιν: οὐ γὰρ οἶδ᾽ ἀνεῳγμένας πύλας Ἅιδου, φάος δὲ λοίσθιον βλέπων τόδε ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Δεν πέθανε η Φραγκογιαννού από το μαύρο κύμα την ξέβρασε η θάλασσα, την...

Άνιση αντιπαλότητα

Άνιση αντιπαλότητα

Ήταν η δεύτερη γάτα που μου σκότωναν μέσα σε ελάχιστους μήνες. Και δεν ήταν από κάποια δικαιολογημένη αφορμή που να μπορούν να την επικαλεστούν. Ήταν η χαρά τους να σου προκαλούν στενοχώρια και να σε φέρνουν σε δύσκολη θέση. Ακόμη κι αυτοί που φαίνονταν αμέτοχοι όταν...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου