Select Page

Κίτρινος χαλαζίας

quartz_yellow_b 

Δεν είμαι άνθρωπος που εκδηλώνεται εύκολα. Αντιμετωπίζω δυσκολία να μιλήσω, να εκφραστώ, μέχρι και ν’ αρθρώσω σωστά τις λέξεις. Όχι, δεν έχω κάποια διαταραχή ομιλίας και λόγου. Απλώς κυριεύομαι από υπέρμετρο άγχος. Φοβάμαι να είμαι ο εαυτός μου. Γι’ αυτό κι είμαι εσωστρεφής, μέχρι αηδίας. Η μοναδική μου φίλη -εννοείται απ’ τα παιδικά χρόνια και εννοείται πως χάρη στη δική της επιμονή και υπομονή διατηρούμε ακόμη τούτη τη φιλία, πασχίζει να με βγάλει απ’ το καβούκι μου. Όμως, χωρίς αποτέλεσμα. Νόμιζα πως είχε δοκιμάσει τα πάντα. Μα, έκανα λάθος.

Στα περασμένα γενέθλιά μου, μου πρόσφερε ένα δώρο εντελώς απρόσμενο κι άκρως διαφορετικό. Το βρήκα αλλόκοτο. «Τί είναι τούτο;», τη ρώτησα, μόλις πέταξα το περιτύλιγμα και βρέθηκα να κοιτάζω σαν χαζός την κεχριμπαρένια πέτρα. «Μου ‘φερες μια πέτρα για δώρο;», συνέχισα να απορώ. Ειλικρινά, δε μπορούσα να καταλάβω τι είχε στο μυαλό της. Βρε, μπας κι ήθελε να μου τη σφίξει στο δόξα πατρί μήπως και μεταλλασσόμουν σ’ εξωστρεφή κι εκδηλωτικό τσίφτη; Θα ορκιζόμουν πως εκείνη τη στιγμή η πέτρα μού έριξε ένα βλέμμα χλευαστικό και μου βροντοφώναξε «Είσαι γελοίος, αδερφέ μου!». «Κιτρίνης είναι Σωτήρη», μου απάντησε η φίλη μου ξεφυσώντας από απελπισία, λες και θα έπρεπε να τον είχα αναγνωρίσει. «Επειδή δεν έχω πάρει ακόμη μάστερ στη λιθολογία, θες να μου πεις δυο λόγια παραπάνω αγαπημένη μου Ευφροσύνη;». Ίχνη ειρωνείας εκσφενδονίστηκαν με την ερώτησή μου. Η Φρόσω το αντιλήφθηκε αμέσως. «Κρατάς στα χέρια σου τον κίτρινο χαλαζία· τον χαλαζία του φωτός», αποκρίθηκε με ήρεμη φωνή. Ύστερα, βύθισε το βλέμμα της στο δικό μου. «Τέρμα το σκοτάδι. Ήγγικεν η ώρα του φωτός Σωτήρη», ανακοίνωσε. Το πρόσωπό της έλαμψε σαν ήλιος. Τα μάτια της γίνηκαν δυο φωτοβόλοι δίσκοι. Το στόμα της άνοιξε και ξεπήδησαν φωτεινές φλόγες. Τυλίχτηκε ολόκληρη σ’ ένα φως κίτρινο και πορτοκαλί, που με προσκάλεσε στη ζεστασιά του. Άπλωσα το χέρι μου, το ένωσα με το δικό της και χάθηκα στη δίνη της ευεξίας. Πόσα συναισθήματα ένιωσα! Ένα ρεύμα αισιοδοξίας με χτύπησε στο πρόσωπο. Η χαρά εισχώρησε στις φλέβες μου. Την αισθάνθηκα να ρέει μέσα στο αίμα μου. Στο μυαλό μου, η σκέψη εξαγνιζόταν. Γινόταν πια διαυγής. Πεντακάθαρη. Απαστράπτουσα. Κι ο λόγος μου; Ω, ο λόγος μου! Ρυάκι είχε γίνει που κυλούσε γάργαρος και κρυστάλλινος, χαϊδεύοντας βελούδινα τα βότσαλα στο διάβα του.

Μόλις επέστρεψα απ’ το ονειρικό μου ταξίδι, κοίταξα με ευγνωμοσύνη την κολλητή μου. «Σ’ ευχαριστώ», ψιθύρισα, καθώς ο λυγμός έφραζε τη φωνή μου. Ήθελα να κλάψω από ανακούφιση. Πίστευα, ειλικρινά, πως στα χέρια μου κρατούσα το κλειδί της προσωπικής μου λύτρωσης. Η Φρόσω μού χαμογέλασε. «Εύχομαι ο κιτρίνης να σε βοηθήσει να δεις την ουσία της ζωής Σωτήρη», την άκουσα να μου λέει. Την επόμενη μέρα πήγα κι έφτιαξα ένα κολιέ, που το φορούσα μόνιμα στο λαιμό μου. Η πέτρα ήταν εξαιρετικά μικρή -δεν ήθελα να γίνω αντικείμενο σχολιασμού και να με ραίνουν με χαρακτηρισμούς που δε μου αρμόζουν, ωστόσο η επαφή της με το δέρμα μου ήταν απόλυτη και συγκλονιστική. Την ένιωθα να καίει με το φως της το κοίλο μέρος του λαιμού μου, όπου ξεκουραζόταν, και να διαπερνά την επιδερμίδα μου για να συγκεντρωθεί στο κέντρο της ύπαρξής μου. Ο κιτρίνης είχε γίνει ο προσωπικός μου φακός στα δύσβατα και σκοτεινά σοκάκια της ψυχής μου. Κάθε φορά, που κυριευόμουν από άγχος κι οι λέξεις σκορπίζονταν, αναγραμματίζονταν και μπερδεύονταν στο κουτάκι του μυαλού μου, άγγιζα τη μικρή πέτρα. Η φωτεινή της ενέργεια εισχωρούσε στο δέρμα της υπόστασής μου και η αυτοκυριαρχία έπαιρνε δειλά τη σκυτάλη. Δεν τα κατάφερνα πολύ καλά. Όμως, μου αρκούσε που μπορούσα να διακρίνω τη μικρή κουκίδα φωτός μέσα στο χάος του σκοταδιού, που κουβαλούσα χρόνια ολόκληρα.

Ώσπου, το κολιέ γλίστρησε απ’ τον λαιμό μου και η πέτρα χάθηκε σε εκείνο το ταξίδι περιπέτειας που είχα τη φαεινή ιδέα να οργανώσω. Μεμιάς κατέρρευσαν όλα μέσα μου. Έτρεξα πίσω στο σπίτι μου πικραμένος. Έψαξα να βρω τα υπόλοιπα κομμάτια του κεχριμπαρένιου χαλαζία, αλλά μάταια. Είχαν εξαφανιστεί, όπως ακριβώς το φως μέσα στην ψυχή μου. Το απύθμενο πηγάδι της αβύσσου άνοιξε την πύλη του. Δαίμονες ξεπήδησαν, γαντζώθηκαν επάνω μου κι άρχισαν να με τραβάνε. Βυθιζόμουν, ξανά, στο σκοτάδι. Και τότε συνειδητοποίησα πως δεν υπήρξα έτοιμος να δαμάσω την ορμητική και ακτινοβόλα αγριάδα του φωτός, που κυλούσε στις φλέβες του Είναι μου.

Έχω απομείνει πια, κουλουριασμένος στο υπόγειο του αραχνιασμένου σκοτεινού βασιλείου, ν’ αναπολώ εκείνες τις φωτεινές αναμνήσεις. Έχω απομείνει να αναρωτιέμαι, μήπως τελικά δεν έζησα τίποτα απ’ όσα θυμάμαι. Μήπως υπήρξα απλώς ένα εκκρεμές, που ταλαντεύτηκε ανάμεσα στην αλήθεια και τη φαντασία;

_

γράφει η Γεωργία Καλαμαρά

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Βασίλειος Μαντικός

Γεννήθηκε ως άλλος φόρος «Ρωμαϊκός» -κι ανδρώθηκε- στο νησί του Ήλιου, μιαν αρχή της Ινδίκτου. Ζει και εργάζεται στη γενέτειρά του. Σπούδασε και σπουδάχτηκε στη Μεγαλόνησο. Με θέα το Αιγαίο και παρέα μια ρακή σταμάτησε να ελπίζει, να φοβάται και πρωτοένιωσε τη «λεφτεριά» φερόμενος ως Πολιτικός Μηχανικός.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!