Select Page

Κακοκαιρία

Κακοκαιρία

Από το πρωί όλα πήγαν στραβά. Η πρώην γυναίκα του τού τηλεφώνησε και του είπε πως η κόρη του είχε υψηλό πυρετό. Όταν της είπε πως θα έφευγε για διήμερο, τον έκανε να αισθανθεί ο χειρότερος πατέρας και ίσως ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο. Μάλλον ζήλεψε γιατί όταν ήταν παντρεμένος μαζί της, εκείνος δεν ήθελε να πηγαίνουν εκδρομές. Μα ούτε τώρα επιθυμούσε να πάει, ήθελε να της πει. Η νέα του σύντροφος όμως και του πήρε αρκετά χρόνια να τη βρει, το είχε κανονίσει. Όλοι έπεσαν πάνω του και του είπαν πως έπρεπε να γίνει αυτή η εκδρομή. Πως δεν έπρεπε να την απογοητεύσει μέσα στις γιορτές. Πως η κοπέλα έδειχνε μεγάλη κατανόηση. Σχεδόν κανένα Σαββατοκύριακο δεν συναντιόνταν, γιατί η κόρη του έμενε στο σπίτι του. Της άξιζε λοιπόν μια ωραία απόδραση. Κι ύστερα στις ειδήσεις άρχισαν να λένε για την κακοκαιρία που θα ερχόταν. Φαντάστηκε πως η εκδρομή θα ακυρωνόταν. Μα η καλή του επέμενε, οι φίλοι της στο ορεινό χωριό τους περίμεναν. Αν είχαν αλυσίδες για το χιόνι, όλα θα ήταν μια χαρά. Οι μέρες περνούσαν, εκείνος αγχωνόταν όλο και περισσότερο και να που έφτασε το πρωί της εκδρομής. Μετά το τηλεφώνημα της γυναίκας του έσπασε το φερμουάρ του χοντρού και ζεστού, αγαπημένου του μπουφάν. Κι αυτό το θεώρησε κακό οιωνό.

Τώρα βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο της νέας του συντρόφου. Προσφέρθηκε να οδηγήσει εκείνη επειδή ήξερε τον δρόμο. Δεν του άρεσε να είναι στη θέση του συνοδηγού μα το θεώρησε πιο ασφαλές. Είχαν απομακρυνθεί από την πόλη εδώ και ώρα, όταν έπιασε βροχή. Μισούσε τη  βροχή. Οι φοβίες του άρχισαν να ξυπνούν. Νόμιζε πως είχε ξεπεράσει την έντονη απέχθειά του για τα ταξίδια, όμως έκανε λάθος. Τώρα που δεν οδηγούσε και το μυαλό του μπορούσε να ταξιδεύει ελεύθερα, οι δαίμονές του γύρισαν και άρχισαν μέσα στο μυαλό του να στριφογυρίζουν σκοτεινές υποθέσεις καταστροφής και αιματηρές εικόνες. Η νέα του σύντροφος είχε βάλει μουσική και τραγουδούσε. Ενθουσιασμένη όπως ήταν δεν είχε καταλάβει την κακή του διάθεση. Αυτό τον εκνεύριζε ακόμη περισσότερο.

Τον εκνεύριζαν οι άνθρωποι που είχαν άγνοια κινδύνου. Ή που δε σκέφτονταν τον κίνδυνο διαρκώς. Ή πιο απλά που μπορούσαν να είναι χαρούμενοι, χωρίς να έχουν φοβικές εμμονές, όπως εκείνος. Ο πρώτος του γάμος καταστράφηκε από την καχυποψία και τις φοβίες του. Η πρώην σύζυγος απλώς δεν τον άντεξε άλλο. Το διαζύγιο ήταν για εκείνον μεγάλο σοκ και τον έκανε να αναλογιστεί πολλά. Αντιμέτωπος με πραγματικά προβλήματα μπορούσε να είναι τώρα πιο ώριμος. Δεν υπήρχε χώρος για φοβίες. Η αίσθηση της απώλειας είχε καταλάβει όλη του την ψυχή. Μετά το διαζύγιο άρχισε να έχει λιγότερους εφιάλτες τη νύχτα. Οι νύχτες του ήταν όλο λύπη. Τα σενάρια καταστροφής είχαν μειωθεί αρκετά. Τώρα είχε να αντιμετωπίσει όλα τα παρελκόμενα του διαζυγίου. Η αίσθηση ευθύνης απέναντι σε ένα παιδί τραυματισμένο από τον χωρισμό των γονιών του τον έκανε πιο δυνατό. Μέχρι τότε ήταν ο ίδιος ένα φοβισμένο παιδί και δεν το είχε καταλάβει. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται μέσα στη δυστυχία και στη μοναξιά βρήκε την ηρεμία του. Κι ύστερα μετά από πολύ καιρό κατάφερε να εμπλακεί πάλι σε ερωτική σχέση. Κι ήταν διαφορετικός. Λιγότερο γκρινιάρης, πιο θαρραλέος. Όμως, εκεί, στη θέση του συνοδηγού ήταν λες και η βροχή έφερνε πίσω τον παλιό εαυτό του.

Τα σενάρια καταστροφής εναλλάσσονταν με απίστευτους ρυθμούς. Το αυτοκίνητο πεσμένο στον γκρεμό ή ισοπεδωμένο από ένα τεράστιο φορτηγό. Η χειρότερη εικόνα ήταν εκείνη του παιδιού του στην κηδεία του. Κι ύστερα τη φανταζόταν να μεγαλώνει χωρίς πατέρα. Και να γίνεται ένας άνθρωπος λυπημένος για μια ζωή.  Γιατί; Για μια εκδρομή; «Αξίζει να μείνει ορφανό το παιδί μου για μια εκδρομή;», ήθελε να φωνάξει οργισμένος στην κοπέλα δίπλα του. Μα εκείνη τραγουδούσε αμέριμνη. Κάποια στιγμή σκέφτηκε το αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση τυλιγμένο στις φλόγες. «Τουλάχιστον δεν θα καώ ζωντανός έτσι που βρέχει», είπε στον εαυτό του και παρηγορήθηκε αρκετά. Κι αν το αυτοκίνητο χαλούσε κι έμεναν ακινητοποιημένοι στη μέση του πουθενά μέσα στη χιονοθύελλα; Αν πέθαιναν από το κρύο μέσα στη νύχτα;  Ή αν παρασυρόταν από δυνατό αέρα; Κι αν, κι αν, κι αν; Γιατί έπρεπε να ταξιδέψουν με αυτήν την κακοκαιρία; Υπάρχει κάποιος λόγος που τα δελτία καιρού προειδοποιούν!

«Είμαι τόσο χαρούμενη», του είπε η νέα του σύντροφος κι εκείνος δαγκώθηκε. Ύστερα άρχισε να του περιγράφει τις βόλτες στα χιόνια που θα έκαναν. Μα είχε χαλάσει το φερμουάρ του μπουφάν του, ήθελε να της φωνάξει. Πώς θα έβγαινε έτσι στην παγωνιά; Σίγουρα θα πέθαινε από πνευμονία. Άρχισε σαν μικρό παιδί να εύχεται να αρρωστήσει εξ αρχής για να αποφύγει αυτό που δεν ήθελε να κάνει. Δεν ήθελε να γνωρίσει τους φίλους της. Μπορεί να μην τους συμπαθούσε. Δεν του ήταν εύκολο να συμπαθεί άτομα που γνώριζε για πρώτη φορά και ειδικά όταν δεν είχε καλή διάθεση. Ήθελε να είναι κοντά στην κόρη του που ψηνόταν στον πυρετό και ίσως όταν μεγάλωνε στην πολυθρόνα κάποιου ψυχαναλυτή να μιλούσε για τα ψυχικά τραύματα που της προκάλεσε ο πατέρας της, επειδή την εγκατέλειψε άρρωστη για να πάει εκδρομή. «Μα σίγουρα ήταν αδιάφορος πατέρας», θα επιβεβαίωνε ο ψυχαναλυτής χαϊδεύοντας το μούσι του. Κι εκείνη θα ερωτευόταν τον ψυχαναλυτή με το μούσι ή θα έκανε σχέσεις με μεσήλικες επειδή βίωσε έλλειψη πατέρα.

Βρίσκονταν ψηλά, πολύ ψηλά. Τώρα όλα έμοιαζαν εκτός ελέγχου. Χιόνιζε, όλα ήταν λευκά. «Τι τέλεια που είναι!», έλεγε η νέα του σύντροφος κι εκείνος σκεφτόταν τον εαυτό του να την πνίγει. Όμως αν την έπνιγε, θα έμπαινε στη φυλακή. «Μπορούσατε να μην πάτε εκδρομή, κατηγορούμενε. Δε σας ανάγκασε το θύμα», θα του έλεγε κάποιος δικαστής και χαϊδεύοντας κι αυτός το μούσι του θα του επέβαλε ισόβια ποινή.  Πάλι το παιδί του θα μεγάλωνε χωρίς πατέρα. Συν το κοινωνικό στίγμα. Συν οι αβάσταχτες ενοχές στο κελί, πώς θα άντεχε να ζει με την ιδέα πως αφαίρεσε μια ζωή; Συν τα όσα είχε ακούσει πως γίνονται στις φυλακές...

«Μπορείς να βγάλεις μια φωτογραφία; Θα ήθελα τόσο να κατέβουμε να παίξουμε χιονοπόλεμο», η νέα του σύντροφος είχε πραγματικά συγκλονιστεί σαν τρίχρονο. Αναγκάστηκε να βγάλει τη φωτογραφία για τα κοινωνικά δίκτυα και να αρνηθεί ευγενικά τον χιονοπόλεμο. Κι ύστερα τους σταμάτησε η Τροχαία. Ο δρόμος ήταν κλειστός. Έπρεπε να βάλουν τις αλυσίδες. Καθυστέρησαν αρκετά γιατί δυσκολεύτηκε. Η καλή του έβγαζε φωτογραφίες και ανά τακτά χρονικά διαστήματα έλεγε πόσο τέλειο ήταν το χιόνι. Τελικά ο αστυνομικός της Τροχαίας τον λυπήθηκε και τον βοήθησε. Του είπε πως το χωριό ήταν λίγο μετά. Δεν χιόνιζε εκείνη τη στιγμή μα η κακοκαιρία θα συνεχιζόταν. Μπορεί να μην μπορούσαν να φύγουν την επόμενη. Εκείνος κρύωνε πολύ με το ανοιχτό μπουφάν και ήθελε να θαφτεί κάτω από το χιόνι ζωντανός γιατί δεν άντεχε άλλο τη νέα του σύντροφο, τον εαυτό του και αυτό το τσουχτερό κρύο. Μα πάλι σκέφτηκε την κόρη του και αποφάσισε να προσπαθήσει για χάρη της να ζήσει. Του ήταν αβάσταχτο να τη φαντάζεται νεαρή και αποπλανημένη από μεσήλικα ή ηλικιωμένο.

Κι ύστερα κοίταξε γύρω του και για πρώτη φορά άρχισε να παρατηρεί. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο από κοντά. Οι απέναντι κορυφές λευκές, στις πιο ψηλές είχε ομίχλη. Τα δέντρα ήταν όλα καλυμμένα. Λευκό, λευκό, παντού λευκό, ήταν μια εικόνα άγριας, γλυκιάς ερημιάς. Και η ησυχία τόσο βαθιά, σαν να ερχόταν από πολύ μακριά, από μια άλλη ζωή. Όλοι του έλεγαν πως φοβόταν υπερβολικά πολύ τον θάνατο. Εκείνος απαντούσε πως ο θάνατος είναι πάντα δίπλα μας αφηρημένος και κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα μας προσέξει. Δε θεωρούσε πως του άξιζε να ζει περισσότερο από όσους φρικτά πεθαίνουν σε πολέμους, ατυχήματα, δολοφονημένοι ή αρρωσταίνοντας. Μα τώρα ήταν εκεί ζωντανός. Κι αυτήν την ησυχία, αυτήν την ομορφιά τίποτα δεν μπορούσε να τη χαλάσει. Τα βήματά του στο χιόνι του θύμισαν κάτι παλιό, ξεχασμένο, μια χαρά που ένιωσε ίσως όταν ήταν παιδί. Άρχισε να περπατάει.

«Πού πας;», του φώναξε η κοπέλα του. «Έρχομαι σε ένα λεπτό», της είπε και στάθηκε στην άκρη του γκρεμού αγνοώντας την υψοφοβία, που άλλες φορές του έκοβε τα πόδια. Κι εκεί στην άκρη κοιτάζοντας κάτω πήρε μια βαθιά ανάσα. Μέσα στο κρύο που θέριζε, με το ανοιχτό, ολάνοιχτο μπουφάν του. Όταν γύρισε στο αυτοκίνητο, σαν να άκουγε τις φωνές των δαιμόνων του, των κακών του σκέψεων, που είχε ρίξει στον γκρεμό να στριγκλίζουν…

 

Συνέχεια της ιστορίας «Η Επόμενη Στροφή» που έχει δημοσιευθεί από το τοβιβλίο.net με τη μορφή e-book

 

_

γράφει η Κατερίνα Τζωρτζακάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Άννα Μάλαμα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Παιδαγωγικά κι έκανα μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Εργάστηκα ως δασκάλα γενικής και ειδικής Αγωγής σε σχολεία του Έβρου, του Κιλκίς και της Θεσσαλονίκης. Όταν δε δουλεύω με τα παιδιά, μου αρέσει να διαβάζω όμορφα βιβλία. Πού και πού η πένα μου γαργαλάει το χέρι κι αραδιάζω στο χαρτί τις δικές μου ιστορίες.

2 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    […] Όταν γύρισε στο αυτοκίνητο, σαν να άκουγε τις φωνές των δαιμόνων του, των κακών του σκέψεων, που είχε ρίξει στον γκρεμό να στριγκλίζουν…[…]

    Η λύτρωση έρχεται κάποτε..όχι μόνη της .. εμείς τη φέρνουμε!Πάρα πολύ όμορφη και διδακτική η ιστορία σας!!!

    Απάντηση
  2. Κατερίνα Τζωρτζακάκη

    Σας ευχαριστώ πολύ!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!