τοβιβλίο.net

Select Page

Καραμέλες πορτοκάλι

Καραμέλες πορτοκάλι

Χαμογελούσε  η μάνα μου στο τραπέζι.

«Α... ξέχασα. Το απόγευμα θα έρθει ο θείος μου ο Κώστας»

«Επίσκεψη!»  

Στους άλλους βγήκε μια απορία στα ξαφνικά. Σίγησαν τα πιρούνια. Ξεχάστηκαν κάτι λαδομπούκια να μουλιάζουν στη σαλάτα.

«Μπα.. πότε εμφανίστηκε αυτός;» ρώτησε ο πατέρας.

«Ήρθε από την Γερμανία για λίγες μέρες και θα έρθει να μας δει!»

Καμάρωνε η μάνα μας με τον ερχομό του θείου της! Πάντα καμάρωνε με τους δικούς της ανθρώπους και το έδειχνε.

Μικρή παύση μέχρι να βγει το καυστικό σχόλιο του πατέρα μου  

«...λες να σου φέρει και καμιά φρέσκια νιβέα;»

Απόγευμα. Μπάλα στις πέτρες. Τα κορίτσια χτένιζαν κάτι ξεμαλλιάρες κούκλες.

Οι μανάδες είχαν βγάλει τις ποδιές.

Πατεράδες μιλούσαν για πολιτική και μεροκάματα.

Έφυγε μια μπαλιά κατά την κατηφόρα. Πανικός να την προλάβουμε. Έτρεξα  αλαφιασμένος να σώσω το μέλλον του αθλήματος κυνηγώντας την. Λίγο ακόμα και την προλάβαινα.

Ένα καλογυαλισμένο καφέ παπούτσι την είχε μόλις σταματήσει.

Σήκωσα το κεφάλι να δω ποιος ήταν.

Κοντά ψαρά μαλλιά. Καλοξυρισμένος. Χαμόγελο απροσδιόριστα γνώριμο. Μάτια που έδειχνε να μιλούν πιο δυνατά απ΄το στόμα.

Καφέ κουστούμι. Καφέ παπούτσια. Γυάλιζαν!  Λαμποκοπούσαν!

«πως μεγάλωσες έτσι ανιψιέ !» Μόλις  που το άκουσα.

Χαμηλών τόνων η φωνή.

«... σε περιμένουν, θείε» είπα αμήχανα και έδειξα πίσω προς το σπίτι.

Χαμογέλασε, μου χάιδεψε λίγο το κεφάλι, έκανε μια κίνηση σαν να έσπαγε λίγο την μέση του, χώνοντας το χέρι  στη δεξιά τσέπη του παντελονιού.

Το τράβηξε έξω και μου έδωσε κάτι. Κάποιο νόμισμα βάρυνε την παλάμη μου.

«...πάρε αυτά. Να πάρεις ό,τι θες». Και ξεκίνησε αγέρωχος προς το σπίτι.

Έτριζε το καφέ παπούτσι. Κάθε  βήμα και τρίξιμο. Σαν τόνος σε παρέλαση.

Τον είδα να απομακρύνεται. Άνοιξα την παλάμη μου.

Είδα το κέρμα. Δυο κάτι σαν γίγαντες, με ρόπαλα στα χέρια ακουμπούσαν πάνω σ’ ένα σταυρό κι ένα στέμμα. Και κάτω ένα τεράστιο πέντε.

Έδωσα μια στη μπάλα. Να πάει στα παιδιά που περίμεναν. Εγώ είχα άλλα σχέδια με πέντε δραχμές στη παλάμη.

Με πέντε δικές μου δραχμές!

Μπήκα φουριόζος μέσα στο μπακάλικο της γειτονιάς, με το τάλιρο στο χέρι.

Πέρασα ανάμεσα απ τα μισοδιπλωμένα σακιά με χύμα  φακές φασόλια, ρύζια και κάρφωσα το βλέμμα σ’ ένα μεταλλικό κουτί με καραμέλες πολύχρωμες. Γυάλιζαν  μέσα στα σελοφάν.

«πέντε δραχμές καραμέλες, κυρ Γιώργο!» είπα

«πέντε δραχμές; Δεν είναι  πολλές;» αναρωτήθηκε με έκπληξη τινάζοντας τα χέρια του πάνω στην άσπρη ποδιά.

Επέμενα. Ναι πέντε δραχμές. Και του έδωσα το τάλιρο. Είχα ένα τάλιρο ενθουσιασμό που θα τον αντάλλασσα με καραμέλες.

Πήρε ένα φύλλο εφημερίδας και σχημάτισε ένα τεράστιο χωνί.

Συνέχιζε να έχει μια απορία στο πρόσωπό του.

Μέτρησε πενήντα καραμέλες, μια μια, τσαλάκωσε  το χωνί στη κορφή να κλείσει και μου το έδωσε.

Είχε γεμίσει η αγκαλιά μου με το χωνί. Βρέθηκα στο δρόμο. Άνοιξα το πάνω μέρος και πήρα την πρώτη. Την ξεδίπλωσα κρατώντας  μια άκρη με τα δόντια μου και τραβώντας με τα δάχτυλα απ΄ την άλλη. Με μάγευε ο ήχος τού λεπτού διάφανου σελοφάν που άνοιγε ξεκολλώντας απ’ το σώμα τής κίτρινης  καραμέλας. Την κράτησα ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Το σώμα της έμοιαζε με κρυστάλλους σε αδαμαντωρυχείο. Μύριζε κάτι σαν πορτοκαλεώνες στο Άργος. Σαν αγρός σε ανοιξιάτικη έξαρση χρωμάτων και αισθήσεων.

Πρέπει να έκλεινα τα μάτια, για να περάσει απ΄ τον ουρανίσκο μου χωρίς καμιά παρεμβολή, όλη η φαντασμαγορία της γεύσης και της όσφρησης και να φτάσει μέχρι το τελευταίο σημείο τού εγκεφάλου μου. Την έκλεινα ανάμεσα στα δόντια και στο μάγουλο  και περίμενα μέχρι να νιώσω κάτι τρομακτικό να την λούζει και να ξεχειλίζει από μέσα της, προσπαθώντας να γεμίσει όλη  την στοματική μου  κοιλότητα. Άκουγα να κτυπάει στα δόντια  περνώντας ανάμεσά τους και η γλώσσα να την αναποδογυρίζει κλέβοντας κάθε φορά κάτι απ το σώμα της.  Κι εκεί, ξαφνικά, απροειδοποίητα, άρχιζε απ το μάγουλο μια ανατριχίλα, που απλωνόταν στο έξω μέρος του λαιμού, έφτανε στον ώμο μου και περνούσε στο μπράτσο σηκώνοντας κάθε δείγμα τρίχας που έβρισκε στο δρόμο της.

Πρέπει να μου έτρεχαν τα σάλια.  Πρέπει να είχα χάσει ελαφρώς την αίσθηση του χρόνου πλησιάζοντας προς το σπίτι.

Κατάπινα την γλυκιά ευχαρίστηση της καραμέλας και παράτεινα την ζωή της στο στόμα μου χωρίς να την σπάω με τα δόντια. Απλά την άφηνα να λειώνει και να γεμίζει το στόμα μου με χρωματιστά σάλια.  Και πάλι απ΄ την αρχή.

Νομίζω ότι εκείνο το απόγευμα δεν σκόνταψα σε καμία πέτρα. Καμιά δεν κλώτσησα άσκοπα. Τα πόδια μου βάδιζαν μόνα τους. Σαν προγραμματισμένα. Καθηλωμένα κι αυτά  απ΄ την παραζάλη της γλυκιάς, παρατεταμένης γεύσης. Το σώμα μου δεν άκουγε τον έξω κόσμο,  παραδομένο σε όσα συνέβαιναν μέσα μου. Από το στόμα μέχρι το στομάχι, όποια αισθητήρια έχει προνοήσει ο ανθρώπινος οργανισμός, όποιες απολήξεις νεύρων, χιλιάδες ή ακόμα και εκατοντάδες ή και εκατομμύρια κι αν υπάρχουν, ζούσαν μαζί μου το λιώσιμο της καραμέλας. Αυτή έλιωνε κι εγώ πλησίαζα στο σπίτι.

Στη βεράντα όλοι μαζεμένοι  μιλούσαν. Ο θείος  είχε την τιμητική του. Ιστορίες της ξενιτιάς. Οδηγός ταξί στη Φρανκφούρτη.

Το  βλέμμα της μάνας μου με επανέφερε απροσδόκητα. Είχε κάτι μεταξύ αγριάδας και χαμόγελου. Σαν να είχε γυρίσει ανάποδα. Αγριάδα για μένα, με το χωνί αγκαλιά και προσποιητής χαράς, λόγω θείου.

Μου έκανε νόημα με τα μάτια της. Κάτι σαν «έλα μέσα να σου πω».

Είχε μαζέψει τον δείκτη του δεξιού της χεριού και τον δάγκωνε. Τον δάγκωνε και τον κουνούσε λες και είχε κολλήσει ανάμεσα στα δόντια της. Κρυμμένη επιμελώς πίσω απ΄ τους «επισκέπτες» κοιτούσε με έντονα μάτια την εφημερίδα-χωνί, που είχα αγκαλιά.

Μόλις είχα πάρει το μήνυμα.

Κόπηκε η χαρά της στοματικής μου κοιλότητας. Καταπραϋνθήκαν οι νευρικές απολήξεις του οισοφάγου μου και κάποιες άλλες, αυτές της προϊδέασης των κακών μαντάτων, σήκωναν τώρα τις μικρές  τρίχες στα μπράτσα μου κι άνοιγαν τους κρουνούς κάποιου κρύου ιδρώτα στο μέτωπο μου…

Μπήκα μέσα στη κουζίνα με τα μάτια στο πάτωμα. Με έπιασε από τα αυτί.

- τι είναι αυτά;

- Καραμέλες.

- πού τα βρήκες τα λεφτά;

- ο θείος  μου έδωσε ένα τάλιρο και είπα…

- Τάλιρο; Ολόκληρο τάλιρο;

- ε, ναι. Υπάρχει και μισό;

Είχε κοκκινίσει το πρόσωπό της. Άφησε το αυτί μου. Το ένιωθα ακόμα ζεστό και πιεσμένο.

-Εμπρός... Πίσω στον κυρ Γιώργο τώρα! Να επιστρέψεις τις καραμέλες και να πάρεις το τάλιρο. Ολόκληρο. Ακούς εκεί, ένα ολόκληρο τάλιρο καραμέλες…

Μικρή σιωπή οπού ένιωθα τα μάτια μου να μην χωρούν στις κόγχες τους.

-Μα έφαγα μια…

-Έφαγες ξέφαγες, πήγαινε τες πίσω και φέρε το τάλιρο, να μην φας κι από μένα παρά μια τεσσαράκοντες. Εμπρός, ξεκίνα.

- μα πώς να το κάνω αυτό; αφού έφαγα μια λέω

Κλαψούριζα να αποφύγω το αδύνατον

Δάγκωσε πάλι τον μαζεμένο δείχτη της.

-θα το κανείς όπως ξέρεις. Εμπρός. Τσακίσου να φέρεις πίσω το τάλιρο… Ακούς εκεί, ένα τάλιρο καραμέλες ο χουβαρντάς! μια βδομάδα θα περνούσαμε.

Μονολογούσε ψιθυριστά  αλλά τα λόγια της σφύριζαν πίσω μου.

Με κατεβασμένο κεφάλι πέρασα απ΄ την βεράντα αποφεύγοντας τις ματιές των άλλων, παίρνοντας τον δρόμο για το μπακάλικο.

Ένιωθα  άχαρα  με την εφημερίδα χωνί στην αγκαλιά και κείνα τα λιγνά ποδάρια με τα λερωμένα παπούτσια. Ένιωθα τα βλέμματα όλων καρφωμένα στη πλάτη μου καθώς απομακρυνόμουν.

Έμοιαζε με μια μικρή συνομωσία. Σαν όλοι να  ήξεραν. Να ήξεραν την αξία του τάλιρου. Έκτος από μένα.

Με πείραζε αυτή η σκέψη, αλλά μέσα μου την ανέτρεπα. Τουλάχιστον εγώ για καμιά εκατοστή ανέμελα βήματα είχα νιώσει το Άργος και την Άρτα να είχαν ενωθεί σε μια απέραντη πεδιάδα πορτοκαλιών και η ζάχαρη να έπεφτε από ψηλά σαν ποτιστικό.

Βέβαια έμενε και αυτή η μαγκούφα η αίσθηση της απόλυτης ντροπής να πρέπει να επιστραφούν καραμέλες και τάλιρο.

Βγήκα στο δρόμο με το βαρύ κέρμα στη τσέπη και την ντροπή στα χνώτα μου. Της ντροπής που ανακάτωνε το στομάχι μου και το μυαλό μου. Και τα μάτια στο δρόμο, χαμηλά.

Χρόνια μετά, κάτω από έναν προβολέα και στόμα ανοιχτό, γεμάτο με μικρούς απορροφητικούς βόλους βάμβακος και σωληνάκια αναρρόφησης,  ακούω τον ειδικό με την άσπρη ποδιά, και τα τεράστια διάφανα γυαλιά,  να μιλά παραμορφωμένα μέσα απ την μάσκα του, κρατώντας απειλητικά,  στιλπνά  οδοντιατρικά σύνεργα,  σε απόσταση αναπνοής απ το πρόσωπό μου.

-Γερά δόντια! δεν έτρωγες καραμέλες μικρός;

Ένας τροχός-βούρτσα  άρχισε, τσιρίζοντας επίμονα,  να γυαλίζει το μυαλό μου. Αδυνατούσα να του εξηγήσω την ιστορία με την καραμέλα. Με τόσα μεταλλικά εργαλεία μέσα στο ανοιχτό μου στόμα ήταν αδύνατον να μιλήσω. Αναρωτήθηκα  όμως τι σχέση μπορεί να έχουν ένα τάλιρο ντροπή και μια εφημερίδα χωνί γεμάτη καραμέλες, καμιά σαρανταριά χρόνια αργότερα.

Και δεν μπορούσα να χαμογελάσω.

_

γράφει ο Φώτης Λούκας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

3 Σχόλια

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Mπράβο σου ΦΩΤΗ, Υπέροχη η ιστορία σου και τόσο καλογαμμένη που ένιωσα τη γλύκα της καραμέλας κι΄εγώ, μεγάλη γυναίκα. Σκέψου πώς θα την απόλαυσες εσύ σαν παιδί.

    Απάντηση
  2. Fotis Loucas

    Χαμογελάω και σου λέω ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Απλά θυμήθηκα εκείνη την γλύκα και γω, διαβάζοντας μόλις, ξανά εδώ την ιστορία. Την γλύκα της καραμέλας και την ντροπή της “ήττας”. Χαμογελάω επειδή, εκτός απ την καραμέλα είχα κάνει κι άλλες ” δουλείες”… όπως κάποια σοκολατάκια σε σχήμα μαργαρίτας. Αλλά αλήθεια.. Εξαφανίστηκαν μόνα τους… δεν τα έφαγα εγώ. Στ΄ ορκίζομαι.

    Απάντηση
  3. Δημητρης Μητρούλης

    Τόχεις φίλε μου ,προχωρα και δώσε μας κι΄λλες τέτοιες γλυκές στιγμές ονείρου

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Bazaar βιβλίων

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος