Select Page

Καρυοθραύστης

Καρυοθραύστης

Η ξαφνική μπόρα βρήκε την Αργυρώ απροετοίμαστη κι όταν μπήκε στο σπίτι έσταζε από την κορυφή ως τα νύχια. Πέταξε την τσάντα και τα κλειδιά όπως όπως πάνω στο τραπέζι και τίναξε τα μαλλιά της από τις αμέτρητες σταγόνες που είχαν  σκαλώσει πάνω τους. Ένα κίτρινο φύλλο μπερδεύτηκε στα δάχτυλά της  και προσπάθησε να το βγάλει μα εκείνο αντιστεκόταν, διεκδικώντας πεισματικά την παραμονή του πάνω στις  χρυσόξανθες μπούκλες της. Έτρεξε ως τον καθρέφτη για να το εντοπίσει και είδε πίσω από το είδωλό της, πάνω στο μικρό τραπεζάκι του καθιστικού, έναν καρυοθραύστη από κείνους τους παλιούς, τους μεγάλους, τους φτιαγμένους από μασίφ σίδερο.

«Άλλο πάλι και τούτο!» σιγομουρμούρισε και κοίταξε γύρω της. Φώναξε το όνομα της ξαδέλφης της με την οποία συγκατοικούσαν αλλά απάντηση δεν πήρε. Γύρισε το βλέμμα πάλι επάνω του και όσο τον κοιτούσε, κομμάτια από το παρελθόν της πετάγονταν ασύντακτα από το συρτάρι της μνήμης κι ένα ένα έπαιρνε τη θέση του, ολοκληρώνοντας μια εικόνα ξεχασμένη, στο παζλ του νου. Θυμήθηκε. Ο συγκεκριμένος  δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε καρυοθραύστης αλλά είχε μια δική του ιστορία μακρινή και πονεμένη.

Άπλωσε τα χέρια και άγγιξε κάθε του γωνία και κάθε του καμπύλη, σα να ήθελε να ανασύρει τα ενθύμια που έφερνε μαζί του. Όσο τα χέρια ψηλάφιζαν, η ματιά της ξεστράτισε κι ακούμπησε στο γυάλινο βάζο που βρισκόταν δίπλα του. Μέσα από το διάφανο υλικό του, φαινόταν καθαρά το γλυκό καρυδάκι, καταπράσινο και τροφαντό, που κολυμπούσε  στο σιρόπι  του. Άφησε τον καρυοθραύστη, έπιασε με τα δυο χέρια το βάζο και μόλις έκανε  να το ανοίξει, η μυρωδιά του γαρύφαλου πετάχτηκε από μέσα και την παρέσυρε σε δρόμους που οδηγούσαν σε βουνά, σε πλαγιές κατάφυτες από καρυδιές, σε σοκάκια στρωμένα με πεσμένους καρπούς και κίτρινα φύλλα. Την προσγείωσε στο  χωριό της, ένα μικρό χωριό πάνω στις πλαγιές του Πάρνωνα, που από μικρή συνήθιζε να το ονομάζει το χωριό του φθινοπώρου, γιατί της άρεσε να το βλέπει ντυμένο με τα χρώματα της εποχής που αγαπούσε.  

Απόγευμα ήταν. Η ώρα που ο ήχος από το σπάσιμο των καρυδιών μπερδευόταν γλυκά με τις τσιρίδες των παιδιών και τις κουβέντες των μεγάλων. Η ώρα που το χωριό έμοιαζε με τεράστια κυψέλη, που το μελίσσι της δούλευε ασταμάτητα πάνω στον καρπό με τον οποίο το ευλόγησε η φύση. Νέοι, μεσήλικες και παιδιά, καθισμένοι στα ασπρισμένα πεζούλια των αυλών, προσπαθούσαν να σπάσουν το σκληρό περίβλημα των καρυδιών και να βγάλουν από μέσα άθικτη τη σάρκα, με πέτρες, σφυριά ή ό,τι άλλο εργαλείο είχαν διαθέσιμο. Δύσκολη δουλειά, όχι ψέματα. Δάχτυλα πληγιασμένα, χέρια πονεμένα, πόδια πιασμένα από το γονάτισμα, ήταν το αποτέλεσμα του αγώνα που έδιναν για ώρες ολόκληρες. Ανάμεσά τους είδε τη θεία της τη Γιαννούλα, την αδελφή του πατέρα της, αφράτη και  με ροδοκόκκινα μάγουλα, να κάθεται σε μια καρέκλα στη μέση της αυλής και να κάνει  την ίδια δουλειά αλλά με τις παλάμες της. Έβαζε ανάμεσά τους δυο δυο τα καρύδια και μ’ ένα «τσακ» τ’ άνοιγε στη μέση.

«Ε, Χαρίλαε! Να προσέχεις το κεφάλι σου! Η γυναίκα σου, καθώς φαίνεται, έχει γερό χέρι!» ακούστηκε ξαφνικά η φωνή ενός ηλικιωμένου κι όλοι έβαλαν τα γέλια.

«Όσο σκληρή είναι με τα καρύδια, άλλο τόσο τρυφερή είναι με την κεφαλή του αντρός της» απάντησε εκείνος και τα γέλια αντικαταστάθηκαν από επιφωνήματα έκπληξης.  

Έπιασε να σουρουπώνει.  Ένα αεράκι βροχοφόρο κατέβαινε από τις πλαγιές του βουνού και συνόδευε  μια φιγούρα κοντακιανή, που γοργοπόδαρα κατευθυνόταν προς το σπίτι τους. Όσο πλησίαζε, αναγνώριζε τη φιγούρα του πατέρα της που κρατούσε στα χέρια ένα μεγάλο κουτί και που όταν έφτασε στο σπίτι, το πρόσφερε με χαρά στην αδελφή του.

«Αυτό είναι για σένα. Κατέβηκα στην πόλη για ψώνια και όταν το είδα σε σκέφτηκα» της είπε με χαρά.

«Τι διάολος είναι τούτος;» μονολόγησε η Γιαννούλα σαν το άνοιξε και στο πρόσωπό της ζωγραφίστηκε μια τέτοια ξινίλα, που ούτε δέκα στημένα λεμόνια δε θα έδιναν.

«Είναι καρυοθραύστης, εργαλείο για να σπας πιο εύκολα τα καρύδια» της απάντησε  μουδιασμένος.

Εκείνη έσμιξε τα φρύδια και κοίταξε το αντικείμενο με τέτοιον φθόνο, λες και είχε απέναντί  της τον πιο σκληρό ανταγωνιστή, που θα της έπαιρνε τη δουλειά.  Σε άλλη περίπτωση, θα τον πετούσε στα σκουπίδια αλλά ας όψεται η αδυναμία που είχε στον αδελφό της και δεν ήθελε να τον κακοκαρδίσει. Εκτός αυτού, έπρεπε να κάνει κι επίδειξη του δώρου στους συγχωριανούς της, που άλλο όμοιό του δεν είχαν ξαναδεί. Σαν παγώνι που φουσκώνει από υπερηφάνεια βγήκε στην αυλή κι άρχισε να χρησιμοποιεί τον καρυοθραύστη μπρος στα έκπληκτα μάτια των γειτόνων της.

Με αργές κινήσεις  έβαλε το καρύδι στο στόμιό του αλλά  πριν προλάβει  να τραβήξει  το χέρι της, πίεσε βιαστικά τον μοχλό. Μια φωνή σπαρακτική διέσχισε το χωριό και όλοι έτρεξαν κοντά της  για να διαπιστώσουν πως, αντί για το καρύδι, ήταν σπασμένο το δάχτυλο. Πριν την μεταφέρουν στο ιατρικό κέντρο σε ημιλιπόθυμη κατάσταση, κατάφερε να δώσει εντολή να εξαφανίσουν  τον καρυοθραύστη, να μην τον ξαναδεί. Μια γειτόνισσα τον πήρε και τον άφησε σε μια γωνιά του κατωγιού.

Εκείνο το βράδυ έμεινε ξάγρυπνη. Σαν να μην της έφτανε ο πόνος, είχε και την  έγνοια  για τις δουλειές που θα έμεναν πίσω, ενώ η κοσμοχαλασιά από τα αστραπόβροντα  μπερδευόταν με το ροχαλητό του Χαρίλαου και μ’ έναν αλλόκοτο θόρυβο που ερχόταν από το υπόγειο. Πρωί πρωί την άλλη μέρα, κατέβηκε να δει τι συνέβη κι αντίκρισε σκόρπια τσόφλια από καρύδια στο πάτωμα κι ένα σακί που έχασκε άδειο.  Μια δυνατή βροντή  ακούστηκε και τα μηνίγγια της χτύπησαν απελπισμένα. Έπιασε το κεφάλι της και δικαιολογημένα έριξε το ανάθεμα πάνω στους ποντικούς, που συχνά πυκνά επισκέπτονταν το χώρο. Αμέσως, επιστράτευσε όσες ποντικοπαγίδες είχε, τις τοποθέτησε σε διάφορες μεριές του χώρου και μία την έβαλε μέσα σε ένα σακί με καρύδια για να είναι  πιο ήσυχη.  

Το βράδυ, γύρω στα μεσάνυχτα, ο ίδιος γνώριμος ήχος ανέβαινε από κάτω, πολλαπλασιασμένος σε μικρότερα χτυπήματα. Γέλασε χαιρέκακα. Τράβηξε με δύναμη την κουβέρτα, που την είχε πάρει όλη ο Χαρίλαος προς το μέρος του και  γύρισε το πλευρό της ήσυχη. Πριν προλάβει όμως να κλείσει τα μάτια, μια διαπεραστική κραυγή έσκισε τη σιωπή της νύχτας και την ανατρίχιασε σύγκορμη. Αυτή δεν ήταν φωνή πληγωμένου ποντικού αλλά θεριού. Από τον φόβο της, έμπηξε δυνατή  φωνή κι αμέσως πετάχτηκε από το κρεβάτι και βγήκε στο χαγιάτι αναμαλλιασμένη. Ρώτησε φωναχτά ποιος ήταν στο κατώι  κι αφού δεν πήρε  απάντηση,  άρχισε  να κατεβαίνει  τα σκαλιά με τέτοια βιασύνη, που τα περιττά κιλά της  πηγαινοέρχονταν τρεμουλιαστά σαν τούρτα από ζελέ.  Από πίσω της ο Χαρίλαος, φορώντας κι αυτός μια άσπρη νυχτικιά κι έναν μάλλινο σκούφο και πιο πίσω η Αργυρώ μαζί με τη μαμά της και την ξαδέλφη της την Κατερινούλα, έτρεχαν όλοι μαζί αλλά χωρίς να ξέρουν το λόγο.  Η Γιαννούλα με  την ψυχή στο στόμα στάθηκε μπροστά στην πόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα και την έσπρωξε με δύναμη  για να αντικρίσει, αντί για  παγιδευμένο ποντικό, τον αδελφό της πιασμένο στη φάκα.

Η Αργυρώ, κάπου ανάμεσα στη γλύκα που της άφηνε το γλυκό καρυδάκι που είχε βάλει στο στόμα της και στη θέα του καρυοθραύστη, θυμήθηκε  το κλάμα που έριξε όταν είδε τον πατέρα της σε αυτήν την κατάσταση αλλά και το παράπονο που έκανε εκείνος στην αδελφή του.

«Να βοηθήσω ήθελα και βρήκα τον μπελά μου. Είσαι βλέπεις περήφανη κι ακατάδεκτη κι είπα να σε βοηθήσω στα κρυφά» της είπε, όταν γύρισε  από το ιατρικό κέντρο με σπασμένο δάχτυλο.

Το ίδιο κιόλας απόγευμα όλοι οι γείτονες μαζεύτηκαν στην αυλή τους.  Άφησαν για λίγο τις δικές τους δουλειές και κρατώντας ο καθένας από  ένα εργαλείο στα χέρια, έτρεξαν  να συνδράμουν  την οικογένεια που βρισκόταν σε ανάγκη. Με γέλια, χωρατά, πειράγματα, με μερικά ποτηράκια τσίπουρου και μεζέ, το σπάσιμο των καρυδιών έγινε γιορτή, που μόνο ο καιρός θα μπορούσε να τη χαλάσει. Μαύρα σύννεφα άρχισαν να σκουραίνουν  τον ήδη σκοτεινιασμένο ουρανό κι ένα δυνατό αστραπόβροντο έκανε τη νύχτα μέρα. Οι άνθρωποι κλείστηκαν βιαστικά στα σπίτια τους, αφού πρώτα πρόλαβαν να πετάξουν έναν σπόρο στο μουσκεμένο χώμα. Οι εποχές άλλαζαν. Τα σύννεφα τον πότιζαν, ο ήλιος τον πύρωνε, τα χιόνια τον θέριευαν. Άπλωσε ρίζες, πέταξε κλώνους και όταν δυνάμωσε άρχισε να καρπίζει.

Ο κεραυνός που έπεσε μαζί με τον ήχο από το δυνατό κλείσιμο της πόρτας, τάραξαν συθέμελα το σπίτι και διέκοψαν απότομα  το ταξίδι της Αργυρώς στον χωροχρόνο. Η ξαδέλφη της η Κατερίνα που μπήκε βιαστικά, τη βρήκε να κρατάει  το γυάλινο βάζο και να χαϊδεύει την αυτοκόλλητη ετικέτα του που έγραφε: «Συνεταιρισμός ο Καρυοθραύστης».

-Το ’παν και το ’καναν. Το θυμάμαι σαν να ’ταν τώρα κι ας πέρασαν χρόνια. Ήταν εκείνο το απόγευμα, που δυο σπασμένα δάχτυλα έδωσαν την έμπνευση κι έριξαν το σπόρο για τη δημιουργία του συνεταιρισμού. Ποιανού ιδέα ήταν το όνομα; Τη ρώτησε η Αργυρώ σαν την είδε μπροστά της.

-Δε θα το πιστέψεις! Της μάνας μου.

-Της Γιαννούλας;

-Έχω άλλη μάνα; Και να την έβλεπες τι καμάρι πού είχε! Για πότε τον ξετρύπωσε από το κατώι, για πότε μου τον έδωσε να τον πάω στον τεχνίτη να τον γυαλίσει και  να τον επιδιορθώσει, ούτε που το κατάλαβα. Θέλει, λέει, να πάρει τη θέση που του αξίζει στον συνεταιρισμό και στη λαογραφική ιστορία του χωριού.

-Για την ίδια  Γιαννούλα λέμε τώρα; Αυτή που δεν ήθελε ούτε να τον βλέπει; Που πρώτα τον χλεύασε κι ύστερα τον άφησε να αραχνιάζει ανάμεσα σε άλλα άχρηστα αντικείμενα; Αυτή η Γιαννούλα θέλει τώρα να τον υποδεχτεί με τιμές ήρωα και να του δώσει και παράσημο;

-Αυτή.

-Βρε πώς αλλάζουν οι άνθρωποι! Για λίγη δόξα προσκυνάνε εκεί που έφτυναν, αναστέναξε η Αργυρώ  κουνώντας με νόημα το κεφάλι .

Η βροχή σταμάτησε. Ο ουρανός ξαστέρωσε. Η μέρα ξάνοιξε. Μόνο κάτι  χοντρές ψιχάλες κι ένα κίτρινο φύλλο είχαν κολλήσει πάνω στο τζάμι και κοιτούσαν απ’ έξω αδιάκριτα, λες και ήθελαν να τρυπώσουν σ’ ένα σκηνικό που τους ταίριαζε περισσότερο.



_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

7 Σχόλια

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Ωραίες εικόνες μιας Εποχής που πέρασε και πάει
    Έχω μόνον μία ένσταση ,
    Από ό, τι θυμάμαι τη μάνα μου το καρυδάκι γλυκό που γίνεται συνήθως όχι με ζάχαρη αλλά με μέλι δεν έχει βέβαια χρώμα πράσινο όπως π,χ. το συκαλάκι αλλά σκούρο καφέ.

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Σε κάποιες μικρές κοινωνίες φαίνεται πως δεν πάει ούτε πέρασε. Εμπνευσμένο το κείμενο από μια πρόσφατη εκδρομή μου σε ένα χωριό πάνω στον Πάρνωνα και οι συζητήσεις με τους ντόπιους. Ετοίμαζαν μια γιορτή με τοπικά προϊόντα. Όσο για το καρυδάκι, όταν είναι φρέσκο ακόμη έχει χρώμα πράσινο, όταν πολυκαιρίζει γίνεται σκούρο. Καλή Σαρακοστή!

      Απάντηση
  2. Χριστίνα Σουλελέ

    Σε ευχαριστώ πολύ Άννα μου καλή Σαρακοστή!!!

    Απάντηση
  3. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    θέμα γλύκανσης το χρώμα και ίσως συνήθειας από τόπου σε τόποΔεν έχεις ακούσει για το καρυδόμελο και πόσο καλό κάνει στις άφτρες του στόματος; Επομένως μέλι και να παραμένει πράσινο το καρύδι δεν γίνεται. Για να μαθαίνεις Σουλελέ μου.

    Απάντηση
  4. Ανώνυμος

    Πολύ όμορφο! Το χάρηκα!

    Απάντηση
  5. Σοφία Ντούπη

    Χριστινάκι μου καλημέρα…τι να πω; Υπέροχη η ιστορία σου. Με συγκίνησες πολύ και σ’ ευχαριστώ για αυτό! Καλή συνέχεια και καλό Σ.Κ!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος