Select Page

Κασσίτερος

Κασσίτερος

Είχε καθίσει στη μέση της αυλής, σε μια γδαρμένη πλαστική καρέκλα απ' τους γύφτους κι έκοβε τα νύχια της, τσικ και τσικ, μ' έναν παλιό τσίγκινο-ροζ νυχοκόπτη που 'χε από παιδάκι. Αμίλητη, νευρική, στον κόσμο της. Καλοκαίρι, αρχές Ιούλη. Το στερέωμα άνοιγε την αγκαλιά του στα  γλαροπούλια με τ' αεροδυναμικά φτερά, τα πεύκα προσέφεραν γη και ύδωρ στους ραψωδούς τζίτζικες, κι απ' τα παράθυρα των γύρω σπιτιών σου έσπαγαν τη μύτη οι τσίκνες απ' τους κεφτέδες, τα γεμιστά, τα ψάρια στο τηγάνι. Στα διακόσια μέτρα, ήταν η θάλασσα. Μολυβένια και βελούδινη, δαντελωτή και διάφανη, αλατερή και μια ιδέα στυφή, απλωνόταν στα βάθη του όρμου κι εκτελούσε απερίσπαστη τα καθήκοντά της μέρα-νύχτα, τα πρωινά να βγάζει στην ακτή κοχύλια και τα βράδια να σιγολιώνει τα βράχια του Θερμαϊκού και τα τσιμέντα της προβλήτας.

Η Θεανώ ακούμπησε το νυχοκόπτη στη μάντρα κι άνοιξε τη μάνικα να ξεβγάλει τα μισοφέγγαρα των νυχιών από χάμω. Μάζεψε τα ρούχα κι άπλωσε τα επόμενα. Πότισε τις γλάστρες, σκούπισε, έκοψε κι έφαγε κάνα δυο σύκα και κόλλησαν τα χέρια της απ' το γάλα της συκιάς, πλύθηκε, ήπιε νερό και τελικά αφέθηκε πάλι πίσω στην πλαστική καρέκλα να πάρει μια ανάσα, ώσπου να στεγνώσει ο τόπος. Η ζέστη έκανε τις πλάκες κάτω ν' αχνίζουν και τα μυρμήγκια να χώνονται στις φωλιές τους. Μια πλακουτσωτή ακρίδα πήδησε απ' το παρτέρι με το βασιλικό στην ποδιά της, αλλά από τέτοιους φόβους δε λογάριαζε η Θεανώ: γράπωσε το τολμηρό ζωάκι απ' τα πίσω του πόδια και τ' απίθωσε με σέβας στο κοκκινόχωμα του μποστανιού, να κάνει παρέα με τα υπόλοιπα πλάσματα του θέρους. Ύστερα, ευχαριστημένη για την καλή της πράξη, γύρισε πάλι πίσω κι άνοιξε να διαβάσει εφημερίδα.

Φόρεσε γυαλιά. Πολιτικά, Κοινωνικά, Οικονομικά, Κόσμος, Επιστήμες και Τέχνες, Απόψεις, Αθλητισμός. Τα ίδια και τα ίδια. Απόψε ένιωθε βαριά, δεν είχε όρεξη για πολλά-πολλά. Άνοιξε τη μεταλλική κασετινούλα  που ήταν πάνω στο τραπεζάκι της αυλής, πήρε το χοντροξυσμένο της Faber Castell, μάζεψε τα μαλλιά με το κοκάλινο κλάμερ της και βυθίστηκε στα σταυρόλεξα της τελευταίας σελίδας. Δίπλα της, στην αυλόπορτα περνούσε κόσμος, γείτονες και ξένοι, με ποδήλατα και με χωνάκια σοκολάτας, με mp3 και με τσάντες θαλάσσης, με μπάλες του μπάσκετ και με λαχανιασμένα κανίς, με καρότσια μωρών και με βροντερές αρμαθιές κλειδιών, με καπνούς ανατολίτικων τσιγάρων και με χάρτινες σακούλες δώρων που χλιμίντριζαν. Στο τέσσερα οριζοντίως, σκάλωσε. Ένα εικοσάλεπτο της πήρε να βρει τη λέξη, τελικά ας είναι καλά ο Μπαμπινιώτης που έχει πάντα στο ράφι της βιβλιοθήκης του χολ. Ανοίγοντας το λεξικό, έπεσε σε μια λέξη που της θύμισε το τότε, τα γόνατά της έσπασαν, και το κεφάλι της χωρίστηκε στα δύο. «Αντώνη, νερό» φώναξε.

Ένας αγουροξυπνημένος σαραντάρης πρόβαλε απ' την κάσα της ξεβαμμένης πόρτας.«Τι έγινε ματάκια μου;», τη ρώτησε κι έτρεξε δίπλα της. «Ψυχή μου, είσαι καλά;» κι άρχισε να της φιλάει τρυφερά, μία-μία, τις τουφίτσες απ' τα μαύρα λαδωμένα της μαλλιά. «Είσαι ασφαλής», της ψιθύρισε, ξανά και ξανά, «μη φοβάσαι, εγώ είμ' εδώ για σένα», ξανά, και ξανά, και ξανά. Η Θεανώ τον Αντώνη, τέσσερα χρόνια τώρα, δεν τον αμφισβήτησε. Σαν Θεό της τον είχε. Για να της λέει λοιπόν ο Αντώνης της ότι ήταν ασφαλής, πάει να πει πως όντως -αντικειμενικά- ήταν ασφαλής. Αλλά, μέσα της εκείνη την ώρα, μόνο ασφάλεια δεν ένιωθε. Χώθηκε σαν κυνηγημένο ζαρκαδάκι στην αγκαλιά του με τα μάτια κλειστά κι ακούμπησε τ' αυτιά της στις κοιλάδες των πλευρών του ν' ακούει την καρδιά του να χτυπάει, τακ, τακ, τακ. «Πάμε μέσα», του είπε, «Κρυώνω», του είπε, «Σκοτείνιασε ο κόσμος», του είπε, «Δε με καταλαβαίνεις», του είπε, «Άσε με να πεθάνω», έτσι του είπε.

Μπήκαν μέσα, άναψαν το φως, την έβαλε να ξαπλώσει. Το νευρικό της σύστημα είχε πάρει φωτιά. «Περίμενε εδώ», της έγνεψε, βγήκε έξω και μάζεψε το ανοιγμένο λεξικό από τις βρεγμένες πλάκες της αυλής, το 'κλεισε και το 'βαλε στη θέση του ήσυχα, της έβρασε τσάι με μέντα κι έκατσε κοντά της στο προσκέφαλο του κρεβατιού με υπομονή, να την σκεπάζει με την αναπνοή του, να φτιάχνει δαχτυλίδια με τις μπούκλες της, να της φιλάει ανάλαφρα τους ιδρωμένους κροτάφους, να της δίνει νερό, να της λέει για εκατομμυριοστή φορά ότι πάει, πέρασε κι αυτό, ότι όλα θα πάνε καλά, ότι ήταν το πιο δυνατό θηλυκό πλάσμα που είχε γνωρίσει ποτέ του. «Μετάνιωσες που με παντρεύτηκες;» τον ρώταγε, και τότε εκείνος έπαιρνε στα χέρια του τις χούφτες της, τις ένωνε και τις έβαζε μέσα στις δικές του, την κοίταζε και δε μίλαγε, δεν έβγαζε άχνα. Τον ξαναρώταγε, κι εκείνος πάλι την κοίταζε άφωνος, τι να πει, οι ιερότερες λέξεις στον κόσμο τούτο γράφονται με τη σιωπή μας.

Οι ανασφάλειες, τότε, θέριευαν μέσα της. «Θα μ' αγαπάς για πάντα;», τον ρωτούσε. «Τι σημαίνω για σένα;», τον ρωτούσε. «Πώς αντέχεις μαζί μου;», τον ρωτούσε, «Εγώ πονάω συνέχεια, εσύ γιατί να κάθεσαι και να τα τραβάς αυτά μαζί μου;», τον ρωτούσε. «Άξιζες καλύτερα», του 'λεγε. Και τότε πάλι εκείνος, έπαιρνε τις παλάμες της, τις ένωνε μεταξύ τους και τις έκλεινε μέσα στις δικές του, «σ'αγαπώ» της έλεγε, και στα μάτια του έφεγγε ένας σακατεμένος κασσίτερος. Τώρα που τον καλοκοίταζε, είχε πολύ λαμπερά μάτια ο Αντώνης της. Μάτια-παράδεισους είχε ο Αντώνης της. Είχε και καλά μαλλιά, στρωτά, περιποιημένα ο Αντώνης της. Και ωραίο δέρμα, γερές αρθρώσεις, δυνατά κρατήματα ο Αντώνης της. Μόνο που, να, μερικές φορές, το πηγούνι του έτρεμε, του Αντώνη της. Κι έκλαιγε και στα κρυφά καμιά φορά ο Αντώνης της, κι εκείνη το καταλάβαινε από τα πρησμένα υγρά του βλέφαρα, δεν έλεγε όμως τίποτα για να μην τον στεναχωρήσει.

Πήγαιναν δεκατέσσερα χρόνια απ' το τροχαίο στην Αλεξανδρούπολη. Η Θεανώ ήταν συνοδηγός. Γύριζαν από μια επίσκεψη, μαζί με τον ξάδελφό της και τα δύο ανίψια της. Παρατεταμένο κορνάρισμα, ένα γκαπ. Παντού γυαλιά σπασμένα και κόκκινα. Στο φανάρι, στο δρόμο, στη μπλούζα της, στα μαύρα μαλλιά της. Ύστερα, δυο κίτρινα βανάκια του ΕΚΑΒ να μαζεύουν απ' την άσφαλτο με το φορείο ένα κορμί ενήλικο και δύο μικρότερα, τυλιγμένα σε σεντόνι άσπρο. Από 'κείνο το ταξίδι, η Θεανώ είχε γυρίσει πίσω άλλος άνθρωπος. Τρεις μήνες μετά, παντρεύτηκαν με τον Αντώνη με πολιτικό στο δημαρχείο. Σαν σε όνειρο τα θυμόταν όλα, εκείνη να ζει μια πραγματικότητα σε παράλληλο σύμπαν έξω απ' το σώμα της, κι εκείνος ντυμένος πλάι της γαμπρός, να λάμπει ολόκληρος και να της βαστά το χέρι συνέχεια. Στους τρεις μήνες έμεινε έγκυος, στο χρόνο πάνω γέννησε τον Ηρακλή, και δυόμισι χρόνια μετά, τη Δανάη.

Ήταν μια οικογένεια συνετή, ήσυχη, με ισορροπίες.

Μόνο που, να, καμιά φορά, αν τύχαινε κι έπεφτε πάνω σε μια λέξη ή φράση ή εικόνα ή είδηση ή οτιδήποτε απλό, καθημερινό που της θύμιζε την Αλεξανδρούπολη, η Θεανώ έπεφτε να πεθάνει. Όχι πως το 'θελε. Δεν είναι όλα στον κόσμο τούτο επιλογή μας. Τον πρώτο καιρό, δυο φορές το χρόνο κάθε Ψυχοσάββατο, πήγαινε και κάρφωνε στο μανουάλι του Αγίου Τρύφωνα τρία λιγνά μελισσοκέρια, ένα για κάθε ψυχή. Μετά το παράτησε γιατί είδε ότι δεν της έκανε καλό, οι λαθραίες μνήμες όσο τις ανασκαλεύεις σε σκοτώνουν.

«Εδώ είμαι, δίπλα σου, κοντά σου», της έλεγε κάθε φορά ο Αντώνης της. «Θα περάσει κι αυτό, γλυκιά μου», της έλεγε ο Αντώνης της, έπαιρνε μετά πάλι τις χούφτες της, τις ένωνε και τις έβαζε μέσα στις δικές του να τις ζεστάνει.

Και τα μάτια του από κασσίτερο, όσο κι αν είχαν μεστώσει από τα χρόνια, έφεγγαν πάντα μια γλυκιά γυαλάδα που της έδιωχνε τους φόβους, και τη βοηθούσε να κρατήσει μέσα της δυο στάλες φως.

Αυτό ήταν η σχέση τους, δεκατέσσερα χρόνια τώρα:

κασσίτερος και φως.

 

_

γράφει η Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019 – Πρόσκληση

Προτεινόμενα Σχολικά Βοηθήματα

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος