Ο Κυριάκος είχε δυο αυτιά μακριά που φτάναν στα πόδια του. Η Αγγελική τον τάιζε στο πάτωμα. Κονσέρβα και λίγα μπισκότα. Εκείνος της γάβγιζε κουνώντας την ουρά. Κι εκείνη τον χάιδευε δυο φορές στο κεφάλι.

Η Στέλλα πάντα ήθελε έναν αρκούδο στα μέτρα της. Σαν εκείνο που δεν είχε μικρή. Τύλιγε τις κουβέρτες μια μπάλα και βαθούλωνε δυο μεριές για μάτια. Κι ύστερα του έφτιαχνε ένα στόμα και έβαζε το κεφάλι της μέσα.

Ο Θανάσης έβαζε πέντε κουταλιές ζάχαρη στον καφέ. Στο τσαντάκι του είχε πάντα φακελάκια ζάχαρης βουτηγμένα από τις καφετέριες για ώρα ανάγκης. «Όχι Θανάση. Δώσε το σε εμένα» έλεγε η μάνα του σαν τον κερνάγαν γλυκό. «Δεν κάνει καλό τόση ζάχαρη» του έλεγε και το καταβρόχθιζε.

Η Ισμήνη κούμπωνε τα πουκάμισα των αγοριών της μέχρι το λαιμό. «Μας σφίγγει» της λέγαν. «Δε σας σφίγγει αυτό. Η ζωή σφίγγει» τους έλεγε και τους έδενε τη τσάντα στο χέρι πριν φανεί το ακριβό σχολικό. Με σφιγμένα χείλια δε χάριζε ποτέ το εξίσου ακριβό της φιλί. Στα τζάμια λιμοκτονούσαν ζευγάρια από πλουσιόπαιδα μάτια.

Ο Μάριος στο παγκάκι τρυπά με μια βελόνα το χέρι. Το στόμα του πάλλεται. Το σώμα του τρέμει. Κι ύστερα ηρεμεί. «Πουτάνα ζωή δε θα κερδίσεις εσύ» φωνάζει ψιθυριστά κι ο αέρας σιωπά.

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!