τοβιβλίο.net

Select Page

Κλειδιά περασμένα σ’ ένα μπρελόκ

Κλειδιά περασμένα σ’ ένα μπρελόκ

Κλειδιά ξεχασμένα. Κλειδιά περασμένα σ’ έναν κρίκο. Κάτι άλλο έψαχνε από το πρωί, μα δε θυμάται τώρα τι. Άγγιξε τούτα τα κλειδιά. Τα πήρε στο ροζιασμένο χέρι του, έκλεισε το συρτάρι, προχώρησε στην πολυθρόνα του και κάθισε, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Σαν να ήθελε να μην τον ακούσει κανείς, να μην τον ενοχλήσει κανείς. Έκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα, ακούμπησε την πλάτη του απαλά και άφησε το χρόνο να κυλήσει…

Ναι, αυτό, το πιο μεγάλο, είναι το κλειδί της εξώπορτας. Στη μονοκατοικία που γεννήθηκε, μεγάλωσε, παντρεύτηκε κι έζησε με τη Μάρθα του. Εκεί γεννήθηκε και το πρώτο τους παιδί, ο Γιάννης!!!

Τι όμορφα που ήταν τότε! Να και το κλειδί της αποθήκης, εκεί που έκρυβε τα εργαλεία του και ό, τι δεν χωρούσε στο σπίτι. Το κλειδί της μεγάλης ντουλάπας, εκεί που έβαζε τα χαρτιά του για να μην του τα πειράζουν και τα χάνει. Έτσι κι αλλιώς, δεν χρειαζόταν βοήθεια για να χάσει πράγματα. Ευτυχώς που η Μάρθα τα τακτοποιούσε κι έτσι τον είχε αναγκάσει να βάλει κλειδαριά στην ντουλάπα, για να μην χρειάζεται να ψάχνει…

Το κλειδί από την κοσμηματοθήκη, για να μην ανακατεύει ο Γιάννης και αργότερα η Αριάδνη, η κόρη τους, τα κοσμήματα της Μάρθας και χαθεί κανένα. Υπήρχαν κάποια μεγάλης αξίας, όχι τόσο χρηματικής, όσο συναισθηματικής, όπως τα σκουλαρίκια της γιαγιάς της, που ήταν χειροποίητα και δεν είχαν ταίρι.

Θυμάται τώρα, κάποια φορά έχασε το ένα η Μάρθα σε μια εκδήλωση που είχαν πάει και είχε πέσει στα μαύρα πανιά. Έκλαιγε και στενοχωριόταν τόσο πολύ. Εκείνος που δεν μπορούσε να την βλέπει λυπημένη, χωρίς να της πει τίποτα, έψαξε, και έψαξε πολύ, βρήκε έναν παλιό χρυσοχόο, συνεννοήθηκε μαζί του, του πήγε εκείνο που είχε μείνει μονάχο και παραπονεμένο και του ζήτησε να φτιάξει ένα ολόιδιο.

«Δεν με νοιάζει πόσο θα στοιχίσει. Θέλω να είναι ίδιο…»

Κι όταν μετά από μια βδομάδα της πήγε το ζευγάρι τα σκουλαρίκια, η Μάρθα έπεσε στην αγκαλιά του με αναφιλητά. Πόσο ικανοποιημένος ένοιωσε που τούτα τα δάκρυά της ήταν από χαρά!

Το κλειδί από τη Βέσπα και το κλειδί του πρώτου τους αυτοκινήτου… Την Βεσπούλα του την είχε όταν ήθελε να πάει κάπου γρήγορα και να μην έχει θέμα πού θα παρκάρει. Έκανε όλες τους τις δουλειές μαζί της

και την φρόντιζε πολύ. Το αυτοκίνητο, που και αυτό ήταν μέρος της δουλειάς του, το οποίο είχε αγοράσει με την πρώτη σιρμαγιά από τα λεφτά της δουλειάς του, το αγαπούσε πολύ. Ήταν ο συνέταιρός του, όπως έλεγε. Χωρίς αυτό, δεν μπορούσε να πηγαίνει στα εργοστάσια που δούλευε και τις περισσότερες φορές ήταν εκτός πόλης. Σ’ αυτό φόρτωνε, εκτός από τα υλικά του, το κέφι για δουλειά και για ζωή, τη μουσική του, που ποτέ δεν του έλειπε, τον αγώνα και τις ελπίδες του. Μετά αγόρασαν το δεύτερο, την κούρσα, για να πηγαίνουν τα ταξίδια και τις βόλτες τους.

Να κι ένα κλειδί που δεν θυμάται από πού είναι… Το κοιτάζει, το ξανακοιτάζει, προσπαθεί να θυμηθεί. Μάταιος κόπος.

Σηκώνεται κι αρχίζει να ψάχνει. Δεν είναι κι η Μάρθα εδώ να την ρωτήσει. Εκείνη σίγουρα θα ήξερε. Όλα τα ήξερε εκείνη. Για όλα είχε λύση, για όλα είχε μια απάντηση.

Σηκώθηκε αργά από την πολυθρόνα του και άρχισε να ψάχνει πού ταιριάζει τούτο το κλειδί… Κοίταξε τις ντουλάπες, το δοκίμασε στις πόρτες, το δοκίμασε παντού. Αδύνατον να βρει ή και να θυμηθεί πού χρησίμευε τούτο το κλειδί. Απογοητευμένος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού τους, στην μεριά της Μάρθας του. Κοίταζε την φωτογραφία της και την ρωτούσε, μα εκείνη αρνιόταν να του απαντήσει. Έμενε εκεί, με το πλατύ της χαμόγελο, να τον κοιτάζει κατάματα, σαν να τον κορόιδευε που δεν μπορούσε να θυμηθεί…

Ναι! Το θυμήθηκε. Του το είχε πει λίγο πριν φύγει. Του είχε πει πως αυτό το συρτάρι θα ανοίξει, μόνο όταν εκείνη θα δεν θα είναι πια εκεί. Το συρτάρι στο κομοδίνο της. Αυτό είναι…

Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Τι να έχει, άραγε, κρυμμένο εκεί μέσα, που όσο ζούσε δεν ήθελε κανείς, ούτε εκείνος να δει…

Έβαλε το κλειδί και ταίριαζε… Δεν ήξερε αν ήθελε να το ανοίξει… Δεν ήξερε αν αυτό που θα έβρισκε ήταν κάτι που θα τον έκανε να νοιώσει ακόμα χειρότερα…

Γύρισε το κλειδί. Ακούστηκε εκείνος ο ήχος που ξεκλειδώνει μια κλειδωνιά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να τραβά το συρτάρι πολύ αργά, σαν να ήταν κινηματογραφικό στιγμιότυπο σε αργή κίνηση.

Ήταν όλα τακτοποιημένα με τάξη σε αυτήν την μικρή κρυψώνα της. Κουτάκια μικρά που έγραφαν τα ονόματα των παιδιών τους. Τα πρώτα τους κοσμήματα. Ένα πιο μεγάλο κουτί με το δικό του όνομα κι ένα φάκελο επάνω, που έγραφε, με την χαρακτηριστική της καλλιγραφία, «Για Σένα».

Δάκρυα κυλούν στα μάγουλά του. Τα χέρια του τρέμουν περισσότερο από πριν. Ανοίγει πρώτα το κουτί κι εκεί μέσα βρίσκει τις βέρες τους και τα αγαπημένα της σκουλαρίκια, εκείνα της γιαγιάς της.

Η αλήθεια είναι πως ούτε εκείνος μήτε η Μάρθα φόρεσαν τις βέρες τους μετά τον γάμο. Εκείνος γιατί δεν μπορούσε να δουλέψει και φοβόταν μην πάθει κάποιο ατύχημα, μην πιαστεί η βέρα σε κανένα μηχάνημα κι εκείνη, επειδή δεν ανεχόταν τίποτα στα δάχτυλά της. Γι αυτό και δεν φορούσε ποτέ δαχτυλίδια κι ας είχε ένα σωρό από την μητέρα της και από δώρα που της είχαν κάνει.

Τώρα έχει σειρά ο φάκελος… Πώς να τον ανοίξει…

«Ξέρω, αγάπη μου, πως τώρα που διαβάζεις τούτες τις αράδες, εγώ, μάλλον, δεν είμαι μαζί σας, γιατί κοντά σας είμαι και θα είμαι όσο με θυμάστε κι ας μην με βλέπετε.

Πρώτα, θέλω να σου πω, όπως σου το έχω πει τόσες φορές, πως σε αγάπησα από την πρώτη στιγμή και σ’ αγαπάω. Θέλω να σ’ ευχαριστήσω για την όμορφη ζωή που περάσαμε κι ας είχαμε κι εμείς, όπως όλος ο κόσμος, τα προβλήματά μας. Θέλω να προσέχεις τον εαυτό σου, γιατί δεν θα είμαι να σε κυνηγάω… Θέλω να μην νευριάζεις με τα παιδιά. Εκείνα έχουν την ζωή τους κι εμείς τα μάθαμε να είναι ανεξάρτητα. Μην αμφιβάλεις ποτέ για την αγάπη τους. Έτσι τα αναθρέψαμε.

Τα σκουλαρίκια, εάν κάποιο απ’ αυτά παντρευτεί και κάνει κόρη, θέλω να πάνε στην εγγόνα μου. Αν, όμως, δεν, τότε θα δώσεις το ένα στον Γιάννη και το άλλο στην Αριάδνη. Θα βρουν κι εκείνα κάποιον καλό τεχνίτη χρυσοχόο να τους φτιάξει το ταίρι.

Σ’ αγαπάω πολύ και λυπάμαι που σε άφησα πίσω. Ξέρω πως θα τα καταφέρεις. Έτσι σε ανάθρεψα και σένα!

Γελάς, ε;

Σε φιλώ, αγάπη μου μοναδική…»

Διπλώνει το γράμμα, το βάζει με ευλάβεια στον φάκελο, κοιτάζει το κουτί και πίσω στην θέση του. Τότε σε μια γωνίτσα βλέπει ένα χαρτάκι τυλιγμένο. Το ανοίγει προσεκτικά και μέσα βρίσκει, αποξεραμένο, ένα λουλούδι, μια αλλοτινή γαρδένια. Είναι, δίχως άλλο, η πρώτη γαρδένια που της είχε προσφέρει, όταν βγήκαν για πρώτη φορά, χρόνια πριν… Δεν ήξερε τότε πως ήταν το αγαπημένο της λουλούδι. Είχε η μητέρα του μια ολάνθιστη γλάστρα και στην πρώτη τους συνάντηση ήθελε κάτι να της προσφέρει…

Μνήμες… Μνήμες… Θαρρεί πως στα ρουθούνια του μοσχοβολάει το άρωμα της γαρδένιας και σαν ν’ ακούει εκείνο το γάργαρο γέλιο της… Τυλίγει ξανά το λουλούδι στο χαρτί του με περισσή ευλάβεια και το τοποθετεί στο συρτάρι.

Παίρνει την φωτογραφία της από το κομοδίνο, ξαπλώνει, την ακουμπά στο στήθος του, κλείνει τα μάτια του κι ένας μεγάλος αναστεναγμός, μυρωδάτος θαρρείς, βγαίνει από τα σωθικά του...

 

_

γράφει η  Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Έρευνα

Ημερολόγιο 2019

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος