Προς τι λοιπόν το χαμόγελο όταν η θλίψη είναι πάντα κοντά
σαν μια παλιά ανάμνηση στην άκρη του μυαλού,
σαν μια πικρή μνήμη που επαναλαμβάνει,
το αργό, σκοτεινό τραγούδι της,

σαν τα μπλουζ της άγριας νιότης που παίζεις στην καρδιά
όταν εποχικοί ύμνοι δονούν ένα αόρατο πιάνο στο σκοτάδι,
σαν μια λευκή κουρτίνα που παραμερίζει
για να αφήσει τη νυχτερινή αύρα να εισβάλλει στο χώρο,

ενώ κάθεσαι μέσα σε μια πυκνή σιωπή
παρακολουθώντας σκιές, ακούγοντας βήματα
να πηγαινοέρχονται έξω από την πόρτα που δεν θα ανοίξεις,
χαράζοντας αρχαίους χρησμούς στη σκόνη του πιάνου;

Και ακούς ένα γέλιο από κάπου, που φαίνεται οικείο
και το λησμονημένο πιάνο αρχίζει να παίζει από μόνο του
κάποιο χιμαιρικό τραγούδι, αλλά ποιανού τα χέρια
γλιστρούν αργά πάνω στα πλήκτρα;

Και συνειδητοποιείς ότι είναι τα δικά σου
και κλείνεις τα μάτια
και βλέπεις τη θλίψη να φεύγει.

_

γράφει η Βασιλική Δραγούνη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!