Select Page

Κουλουράκια βανίλιας

Κουλουράκια βανίλιας

Αφιερωμένο στις ψυχές που χάθηκαν την 23η Ιουλίου 2018, από τις φωτιές στην Ανατολική Αττική.

Μέσα στο στέρνο μου, στο σημείο της καρδιάς, είν’ ένα σπίτι. Με χοντρή ασημένια καμινάδα, μεγάλα παράθυρα και χρυσή σκεπή. Νεόδμητο. Χτισμένο τούβλο-τούβλο τον τελευταίο ενάμισι χρόνο, από έναν άνθρωπο με μάτια ευγενικά που αγαπώ πολύ. Στο σπίτι αυτό, ζει σήμερα ένα κοριτσάκι σχολικής ηλικίας με τ’ όνομά μου. Ιωάννα κι αυτή.
Το παιδί αυτό είναι εκ φύσεως μελαγχολικό. Φοράει όλο φόρμες και σπορτέξ. Λέει πάντα ναι, και κάνει ερωτήσεις παράξενες, που προκαλούν αηδία στους μεγάλους και την κάνουν να φαίνεται στα μάτια τους κουτορνίθι. Ρωτάει λοιπόν, αν την αγαπούν. Αν τη σκέφτονται. Αν λείπει ποτέ σε κανέναν. Αν την παράτησαν. Πότε θα έρθουν επιτέλους να τη δουν, να την πάρουν αγκαλιά, να την πάνε βόλτα στη θάλασσα. Ζηλεύει τα άλλα παιδιά της ηλικίας της που ζουν πιο χορτασμένα. Ρωτάει γιατί ο μπαμπάς δε θέλει να της μιλήσει στο τηλέφωνο. Γιατί τα καλοκαίρια στις διακοπές η οικογένειά της χωρίζεται. Γιατί τον χειμώνα οι κούκλες της είναι στοιβαγμένες στο πατάρι με τη μούχλα. Γιατί το κέικ πορτοκάλι κι όλα τα γλυκά του σπιτιού είναι μονίμως κλειδωμένα στην αποθήκη και πάντα λείπουν τα κλειδιά. Γιατί το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης είναι συνέχεια κρυμμένο στ’ αυτοκίνητο. Ρωτάει κι άλλα πράγματα αλλά επειδή είναι έξυπνη, τα ρωτάει από μέσα της. Γιατί δεν κάνει να φοράει φούστες, όπως οι συμμαθήτριές της. Γιατί τα μαλλάκια της πρέπει να είναι πάντα κομμένα καρέ, ενώ τα θέλει μακριά -να μοιάζει με τις φίλες της ή με τη γοργόνα στο μίκυ μάους. Γιατί όταν τη μαλώνει η δασκάλα στ’ αγγλικά ή όταν την κοροϊδεύουν στην τάξη και τα νυχάκια της γίνονται μπλε απ’ την αγωνία, δεν υπάρχει κανένας να την παρηγορήσει. Γιατί είναι πια τόσο άσχημη, χοντρή, χαζή και πολλά, πολύ πιο τερατώδη πράγματα. Η Ιωαννίτσα είναι παιδί με τρόπους. Μιλάει στον πληθυντικό, λέει παρακαλώ κι ευχαριστώ. Ζητάει συγνώμη, μέχρι να της πουν ότι «από τότε που βρέθηκε το συγνώμη χάθηκε το φιλότιμο». Υπόσχεται ότι δε θα το ξανακάνει, ότι θα είναι καλό παιδί την επόμενη φορά, ακόμα κι όταν δεν καλοκαταλαβαίνει τι κακό έκανε. Σκύβει το κεφάλι και μένει μόνη στο δωμάτιό της ώρες. Ντρέπεται. Φοβάται. Τρέμει. Παγώνει. Κλαίει με λυγμούς και ουρλιάζει τόσο μέχρι που πνίγεται κι ο λαιμός της γδέρνεται και η φωνή της δε βγαίνει για μέρες. Κλαίει γιατί θυμάται. Η Ιωάννα θυμάται. Η Ιωάννα πάντα θα θυμάται.
Μέχρι να φτάσει δώδεκα χρονών το παιδί αυτό έχει κλάψει τόσο, που μια μέρα σκέφτηκε ότι είναι κρίμα τόσα δάκρυα να πάνε χαμένα στο να ποτίζουν μαξιλαροθήκες οι οποίες αργά ή γρήγορα καταλήγουν στον ανοξείδωτο κάδο του πλυντηρίου, στο ελαφρύ πρόγραμμα για τα βαμβακερά. Υποσχέθηκε λοιπόν στον εαυτό της ότι όταν μεγαλώσει, θα φτιάξει με τα παιδικά της δάκρυα μια λίμνη. Μεγάλη και δροσερή. Να πιάσει τόπο ο πόνος.
Τα χρόνια πέρασαν.
Η ιδέα της μικρής μου Ιωάννας -που με φώναζε «μαμά» γιατί εγώ ήμουν η μητέρα της- ζυμωνόταν στο εφηβικό μυαλό μου πολύ καιρό, ώσπου αποφάσισα να το τολμήσω. Μόλις έγινα δεκαοχτώ, την πήρα απ’ το χεράκι και ξεκινήσαμε να δουλεύουμε μαζί μέρα-νύχτα ώστε, σιγά-σιγά, μέσα στο στέρνο μου και πίσω απ’ την καρδιά μου, ακριβώς στο προαύλιο του σπιτιού με τη χρυσή σκεπή, καταφέραμε τελικά να φτιάξουμε τη λίμνη που τόσο λαχταρούσε το γλυκύτατο κοριτσάκι μου. Άξιζε τον κόπο, πραγματικά. Η λίμνη έγινε μια υπέροχη, κρυσταλλένια γουβίτσα σκέτη μαγεία. Γύρω γύρω, φυτέψαμε και λουλούδια πλουμιστά, τριαντάφυλλα, κρινάκια και γιασεμιά. Η Ιωαννίτσα μου πολύ το ευχαριστήθηκε. Από ’κει πίνουμε νερό, κι εκείνη κι εγώ, τριάντα ένα χρόνια τώρα. Από ’κει δίνουμε να δροσίζονται κι οι εκλεκτοί μου άνθρωποι, τα πρόσωπα που εγώ επιλέγω ν’ αγαπώ, να τιμώ και να με τιμούν με την παρουσία τους στη ζωή μου.
Ας αφήσουμε τώρα όμως λίγο το παρελθόν, να πάμε στην επικαιρότητα. Στις 23 Ιουλίου φέτος το καλοκαίρι, έγινε στην Αττική μια μεγάλη καταστροφή. Το κατάλαβα απ’ το καρδιοχτύπι μου. Έσκυψα μέσα στο στέρνο μου και βρήκα την Ιωαννίτσα καθισμένη στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού με τη χρυσή σκεπή στο μέρος της καρδιάς, να κλαίει πάλι απαρηγόρητη. Έξω στο δρόμο, στα καφενεία, στα σπίτια, οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα, μιλούσαν για μια πυρκαγιά με δεκάδες θύματα. Ανυποψίαστοι, αθώοι περαστικοί. Ζευγάρια αγκαλιασμένα που έγιναν στάχτη. Γονείς. Παιδιά, Αδέλφια. Έλληνες και ξένοι. Νέοι και γέροι. Άνδρες και γυναίκες. Άνθρωποι πάνω απ’ όλα.
Πήγα και κάθισα δίπλα στο πληγωμένο μου κοριτσάκι. «Έλα ’δω, Ιωαννίτσα μου.» της είπα. «Γιατί κλαις;». Το παιδί σφίχτηκε πάνω μου. «Σκέψου!» μου λέει «Τόσοι πεθάναν άδικα!». Της σκούπισα τα μάγουλα. «Έχεις δίκιο. Αυτό που έγινε ήταν φρικτό. Τι σκέφτεσαι να κάνουμε;» τη ρώτησα.
-Στεναχωριέμαι πολύ για όλους αυτούς, μαμά. Θέλω να τους βοηθήσουμε!
-Είσαι ξεχωριστό παιδί, το ξέρεις; Πες μου πώς, κι αν γίνεται θα το κάνουμε μαζί.
Η μικρή μου έμεινε για λίγο αμίλητη. Χάραζε με τα σπορτέξ της καραβάκια στο χώμα, και συλλογιόταν. Μου πρότεινε να φτιάξει με τους μαρκαδόρους της μερικές ζωγραφιές με ήλιους και ζωάκια, και να τις στείλουμε ταχυδρομικά στις οικογένειες των πληγέντων. Δεν είχαμε όμως τις διευθύνσεις τους, άσε που πολλοί απ’ αυτούς δεν είχαν ούτε σπίτι μετά απ’ τις φωτιές. Ύστερα, σκέφτηκε ν’ αγοράσουμε ψωμί, corn flakes, γαλατάκια και φάρμακα, και να τα πάμε σε συλλόγους. Αυτό γινόταν, δεν ήταν δύσκολο.
-Α, μαμάκα μου, και κάτι τελευταίο. Πολύ σημαντικό!
-Να τ’ ακούσω.
«Λοιπόν.» μου είπε και κάθισε στα γόνατά μου. «Όταν οι ψυχούλες ανέβουν επάνω στον Θεό, θα μ’ αφήσεις σε παρακαλώ να πάω να τις βρω, και να τις προσκαλέσω στη λίμνη με τα παιδικά μου δάκρυα; Να πλυθούν λιγάκι. Γιατί, έτσι μουντζούρηδες, δε θα είναι και τόσο όμορφοι ανάμεσα στους αγγέλους, ε μαμά;»
Της έδωσα ένα γλυκό φιλί, της τράβηξα και τα μαλλάκια -που ήδη είχαν αρχίσει να μακραίνουν-, για να μπορώ να βλέπω καθαρά τα μάτια της. Είχε δίκιο. Η ιδέα της μού φαινόταν πολύ καλή. Την επόμενη κιόλας μέρα, την έντυσα μ’ ένα λευκό φορεματάκι που η ίδια είχε επιλέξει, της το ταίριαξα με ασορτί πέδιλα, της φόρεσα και μια χρυσή στέκα και την έστειλα να τοιχοκολλήσει στα κάγκελα του Παράδεισου μια αφίσα που έγραφε ότι προσκαλούσαμε όσους πληγέντες της 23ης Ιουλίου ήθελαν, να έρθουν και να πάρουν λίγη δροσιά από τη λίμνη μας. Ο Άγιος Πέτρος δεν είχε αντίρρηση, αρκεί να τους επιστρέφαμε το ίδιο βράδυ πριν το κλείσιμο των Πυλών.
Ήρθαν μερικοί, όχι όλοι. Οι περισσότεροι δε μπορούσαν να περπατήσουν, πολλοί παραμιλούσαν, άλλοι φώναζαν ακόμα βοήθεια, άλλοι δεν έβγαζαν λέξη -μόνο κοίταζαν τριγύρω με κάτι βλέμματα βαθιά ή αναστέναζαν. Με υπομονή, τους φέραμε μαλακά, προσεκτικά, και τους καθίσαμε έναν-έναν δίπλα στη λίμνη. Κι εκεί, εναλλάξ σε βάρδιες, μια η Ιωαννίτσα μου και μια εγώ, αρχίσαμε να τους πλένουμε με μοσχοσάπουνο μέχρι να ξεβγαλθούν από πάνω τους όλα τ’ αποκαΐδια και να φανεί πάλι καθαρό, στεγνό και άθικτο το δέρμα τους. Τους βάζαμε στις χούφτες από πέντε-έξι γιασεμάκια στον καθέναν για να λουστούν, τους σκουπίζαμε και τους δίναμε να φορέσουν άσπρες φρεσκοσιδερωμένες ποδιές. Όσοι διψούσαν, τους δίναμε κανάτες -όχι με δάκρυα- αλλά με κρύο νερό από τις πηγές της παιδικής μου καρδιάς. Και μετά, τους φιλούσαμε σταυρωτά, τους ευχόμασταν καλή αντάμωση και τους πηγαίναμε πίσω στον Παράδεισο. 
Όταν πια ξεπροβοδίσαμε και τον τελευταίο, ήμασταν με την Ιωαννίτσα κουρασμένες πολύ. Τα χέρια μας είχαν μουλιάσει στα νερά, και τα πόδια μας έκαιγαν απ’ την ορθοστασία. Μάζευα τ’ αχρησιμοποίητα γιασεμιά απ’ το χώμα, όταν παρατήρησα ότι η μικρή κάτι με ήθελε πάλι.
«Μαμά!», μου ’κανε νόημα να σκύψω να μου πει στ’ αυτί. «Δε μου λες. Ξέρεις μήπως αν οι ψυχές τρώνε καθόλου γλυκά, ε;». 
Την κοίταξα παραξενεμένη. 
«Να τους φτιάξουμε κουλουράκια με βανίλια, που τα πλάθω καλά, στρογγυλά και καρδούλες! Τι λες;»
Κοίταξα κάτω, στο λεκανοπέδιο: ο Νέος Βουτζάς, το Μάτι, η Ραφήνα και το Κόκκινο Λιμανάκι ακόμα κάπνιζαν.
Την πήρα και φύγαμε, την ώρα που ο Άγιος Πέτρος διπλοκλείδωνε γιατί είχε αρχίσει να σουρουπώνει. 

Ήταν εννιά παρά δέκα. 
Ίσα που προλαβαίναμε το σουπερμάρκετ για αλεύρι, ζάχαρη και βανίλια.

_

γράφει η Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος