Select Page

Κρίση πανικού

Κρίση πανικού

Κρίση πανικού λέγεται αυτό που παθαίνω τελευταία όλο και πιο συχνά. Από τη μοναξιά μάλλον το παθαίνω. Αυτά μας είπε η γιατρός στην πρώτη επίσκεψη που της κάναμε με την Ελένη. Η γιατρός, μου έκανε πολλές και διάφορες ερωτήσεις κι απ’ τις απαντήσεις μου, κατάλαβε πως πάσχω απ’ αυτή την αρρώστια. Δηλαδή, δεν είναι ακριβώς αρρώστια, όπως όταν κάνουμε πυρετό ή μας πονάει η καρδιά μας ή το κεφάλι μας, είναι κάτι που αφορά την ψυχή μας, λέει, τους φόβους μας, το άγχος μας κι άλλα τέτοια. Πολλά δεν τα κατάλαβα, ούτε τις συμβουλές που μου έδωσε στο τέλος, για να μάθω να ‘’τη χειρίζομαι’’, είπε, όταν με πιάνει. Μου έδωσε όμως και κάτι χάπια για σιγουριά. Να τα παίρνω, μου τόνισε, οπωσδήποτε, να μην τα ξεχνάω. Είναι για το άγχος, το πολεμάνε. Τώρα πώς το πολεμάνε, ούτε αυτό το κατάλαβα… Αυτά τα επιστημονικά δεν μπορώ να τα κατανοήσω.

Πάντως, όταν παθαίνω αυτή την κρίση υποφέρω πολύ στ’ αλήθεια. Νομίζω πως δεν μπορώ ν’ ανασάνω. Ιδρώνω, τρέμω και δυσκολεύομαι ν’ αναπνεύσω. Αισθάνομαι πως μ’ έχουν κλείσει σ’ ένα κλουβί και παλεύω να δραπετεύσω. Ακόμα κι όταν με πιάνει έξω στους δρόμους –έχει συμβεί κι αυτό κάμποσες φορές— εγώ νομίζω πως είμαι φυλακισμένη. Θέλω να τρέξω, να φύγω, να κρυφτώ…  δεν ξέρω τι θέλω.  

Τις περισσότερες ώρες της μέρας, --αλλά και της νύχτας καμιά φορά, όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ-- τις περνάω μπροστά στην τηλεόραση. Χωρίς τηλεόραση δεν μπορώ μες στο σπίτι. Μου κρατάει παρέα. Έχω μάθει όλα τα προγράμματα απ’ έξω κι ανακατωτά. Αυτά που μου αρέσουν πιο πολύ τα έχω σημειώσει, τι ώρα τα δείχνει, για να τα θυμάμαι και να μην χάνω τη συνέχεια. Ακόμα κι οι διαφημίσεις μου αρέσουν πολύ. Περνάω καλά με την τηλεόραση. Βρίζω όσους θέλω κι όσους μου τη δίνουνε στα νεύρα. Όχι σαν τότε, με τη μάνα μου δίπλα, που δεν έβγαζα τσιμουδιά. Κι έκλεινε κιόλας την τηλεόραση όποτε αυτή νύσταζε. Αυτό με νευρίαζε πιο πολύ απ’ όλα.

Πρώτα έχασα τη μάνα μου και μετά τον πατέρα μου. Ευτυχώς, γιατί η μάνα μου ήτανε αυτή που με καταπίεζε. Ο μπαμπάς μου ήταν ήσυχος άνθρωπος. Ποτέ δε με μάλωνε. Λυπήθηκα πολύ και στενοχωρήθηκα, τότε, που φύγανε κι οι δυο. Έμεινα τελείως μόνη μου και κατάλαβα καλά τι πάει να πει μοναξιά. Αλλά όσο περνούσαν οι μέρες, είδα πως τελικά μου βγήκε σε καλό. Τώρα δεν έχω κανέναν να μου κάνει έλεγχο και να με μαλώνει. Να μη βγαίνω, να μην τρώω πολύ, να μην πίνω, να πλένομαι συχνά κι άλλα πολλά.

Η τηλεόραση πάντως μου κάνει καλό κι ας λέει ότι θέλει η Ελένη. Θα λωλαθώ, λέει, τόσες ώρες μπροστά στο χαζόκουτο, καλύτερα να βγαίνω βόλτα να περπατάω, όπως μου έχει συστήσει κι ο γιατρός. Κάνει καλό στην καρδιά, λέει, το περπάτημα και με συμβουλεύει κιόλας, όταν βγαίνω βόλτα να προτιμάω το ποτάμι, γιατί  εκεί δε θα βαριέμαι, επειδή μαζεύει πολύ κόσμο τα καλοκαίρια. Εγώ όμως πιστεύω, πως η τηλεόραση είναι η καλύτερη ενημέρωση κι η καλύτερη συντροφιά. Βλέπεις τι γίνεται στον έξω κόσμο, ενημερώνεσαι κι είσαι και μακριά απ’ όλους όσους θέλουν να σου κάνουν κακό. Η μάνα μου, μου έλεγε όταν με συμβούλευε, πως κανένας ξένος δε θέλει το καλό μας και να προσέχω όσους με πλησιάζουν και μου κάνουν τάχα μου τον καλό. Κάτι άλλο θα θέλουν από μένα, γι’ αυτό πρέπει να είμαι προσεκτική και να κρατάω αποστάσεις απ’ όλους. Έτσι με την τηλεόραση νιώθω ασφάλεια, γιατί όλοι αυτοί είναι σε απόσταση, δεν μπορούν να με πλησιάσουν.   

Η Ελένη είναι μια γυναίκα που έρχεται και με κάνει παρέα. Με προσέχει γενικά. Περιποιείται το σπίτι, μου μαγειρεύει, μου πλένει και κυρίως μου κάνει παρέα τα βράδια, να μην είμαι μόνη μου. Δεν το κάνει από συμπόνια, επειδή με λυπάται που είμαι μόνη μου, πληρώνεται από μια ξαδέρφη της μάνας μου που ζει στην Αθήνα. Μονάχα αυτή τη συγγενή έχουμε στον κόσμο. Πώς γίνεται αυτό ποτέ δεν μπόρεσα να το καταλάβω. Άλλοι άνθρωποι –οι γείτονες κυρίως που βλέπω κι ακούω--- στις γιορτές γεμίζουν τα σπίτια τους από φίλους, συγγενείς, άλλους γείτονες που κάνουν παρέα… Στο δικό μας, ακόμα κι όταν ζούσαν οι γονείς μου, ποτέ δε δεχόμασταν επισκέψεις. Εκτός από κάνα δυο γειτόνισσες που τα είχε καλά η μάνα μου και μια  άλλη ξαδέρφη της που έμενε εδώ στην πόλη μας παλιά. Τώρα πέθανε κι αυτή.

Η μάνα μου δε μ’ έμαθε ποτέ να κάνω δουλειές. Μόνο το τραπεζομάντηλο μ’ άφηνε να τινάζω στο μπαλκόνι, με τα ψίχουλα του φαγητού και να ποτίζω τις πέντε γλάστρες που έχουμε στο μπαλκόνι. Μονάχα αυτές τις δυο δουλειές ξέρω να κάνω, καμία άλλη. Ούτε να καθαρίσω ένα φρούτο δε μου κόβει. Μια φορά που πείναγα κι είχε αργήσει η Ελένη να ‘ρθει, πήρα το μαχαίρι να κόψω ένα μήλο κι έκοψα κατά λάθος το δάχτυλό μου. Ταράχτηκα πολύ με το αίμα που πλημμύρισε τον τόπο κι έβαλα τις φωνές και τα κλάματα. Έτρεξα πανικόβλητη με την πατσαβούρα τυλιγμένη γύρω απ’ το δάκτυλο σε μια γειτόνισσα να με βοηθήσει. Η μάνα μου έλεγε, να μην εμπιστεύομαι ούτε τις γειτόνισσες, αλλά εκείνη την ώρα χρειαζόμουνα βοήθεια και πήγα και της χτύπησα την πόρτα. Αυτή είναι καλή κοπέλα και την εμπιστεύομαι. Με χαιρετάει από μακριά όταν με βλέπει στο μπαλκόνι και τη χαιρετάω τώρα κι εγώ ελεύθερα. Όταν ζούσε η μάνα μου, της κουνούσα το χέρι κρυφά για να μη με πάρει χαμπάρι και μου βάλει τις φωνές. Τώρα όμως που πέθανε, χαιρετιόμαστε κανονικά. Με βοήθησε με το χέρι μου. Μ’ έβαλε μες στο σπίτι της και μου ‘ριξε μπόλικο νερό στο χέρι για να καθαρίσει απ’ το αίμα. Ύστερα του έριξε ένα κόκκινο υγρό, για να μην πάθω είπε καμιά μόλυνση και μου ‘βαλε μια μικρή γαζούλα. Εγώ την ευχαρίστησα πολύ και της είπα πως μονάχα αυτή εμπιστεύομαι απ’ όλες στη γειτονιά, γι’ αυτό και πήγα στο δικό της σπίτι. Αυτή χαμογέλασε και με συμβούλεψε να προσέχω άλλη φορά. Στο τέλος μου ‘δωσε κι ένα γλυκό για να με γλυκάνει που φοβήθηκα.  

Με αυτή τη γειτόνισσα είμαστε συνομήλικες. Το ξέρω, γιατί τη ρώτησα μια στιγμή πόσο χρονών είναι… Αλλά αυτή, έχει παιδιά και άντρα και σκύλο και κήπο στο σπίτι της. Εγώ δεν έχω τίποτα απ’ αυτά. Μερικές φορές σκέφτομαι, πως θα ήθελα κι εγώ να έχω μια οικογένεια δικιά μου. Κανονική οικογένεια δηλαδή, με άντρα και παιδιά δικά μου. Όχι όπως ήμασταν πριν, εγώ με τους γονείς μου. Ζηλεύω τις γυναίκες που συναντάω στον δρόμο να σεργιανάνε τα παιδιά τους στο καρότσι κι ύστερα πηγαίνουν σπίτια τους και περιμένουν τους άντρες τους.    

Στις ειδήσεις, όμως, βλέπω κάθε μέρα να γίνεται της μουρλής.  Ένας πατέρας σκότωσε τις προάλλες το κοριτσάκι του ο ανισόρροπος και το πέταξε στα σκουπίδια. Το τι βρισιές του ‘ριξα αυτουνού δε λέγεται! Μέχρι και κατάρες του ‘δωσα, μακάρι να πιάσουνε…  Ένας άλλος πέρυσι σκότωσε μάνα και γυναίκα! Και καλά τη μάνα του, ήταν πες ηλικιωμένη, τη γυναίκα του όμως, πώς του πήγε η καρδιά του άχρηστου; Α πα πα… Δεν το διακινδυνεύω. Ακόμα και τώρα αν ερχόταν ένας ομορφάντρας και ζητούσε το χέρι μου, όχι θα του έλεγα. Έχω πάρει πολύ φόβο μ’ όλα αυτά που γίνονται κάθε μέρα γύρω μας. Καλύτερα μόνη μου. Να κάνω ό,τι θέλω, να βγαίνω όποτε θέλω και να μαζεύομαι όποτε θέλω. Τώρα κιόλας που έχω τόση ελευθερία! Ούτε συζήτηση.

Το σπίτι μου βρίσκεται στην πιο ωραία θέση της πόλης μας. Είναι σκαρφαλωμένο ψηλά, δίπλα στο τεράστιο πέτρινο ρολόι, που χτυπάει κάθε μια ώρα, για να μας θυμίσει τι ώρα είναι και να μην ξεχαστούμε. Είναι λίγο εκνευριστικός ο ήχος του, γιατί ακούγεται σαν καμπάνα μες στ’ αυτιά μου. Ειδικά στις μεγάλες ώρες. Από τις πέντε φορές και μετά γίνεται ενοχλητικό. Νταγκ, νταγκ, νταγκ…. Έντεκα, δώδεκα φορές! Ενώ μόλις είναι και μισή, χτυπάει πάντα μόνο μια φορά.   

 Έχω μεγάλο κι ωραίο σπίτι, δεν έχω παράπονο. Κι είναι όλο δικό μου. Απ’ το μπαλκόνι μου βλέπω όλη την πόλη μας. Το μόνο κακό θα έλεγα, πως είναι η ανηφόρα που αναγκάζομαι ν’ ανέβω, όταν κατεβαίνω για βόλτα. Λαχανιάζω πολύ εύκολα στην ανηφόρα. Έχω ένα πρόβλημα στην καρδιά μου από παιδί κι αυτό προκαλεί κι όλα τ’ άλλα προβλήματα. Παίρνω πολλά φάρμακα από μικρή, κι αυτά μ’ έχουν χαζέψει λίγο, έλεγε η μάνα μου. Πάντως, από τότε που έφυγαν οι γονείς μου, η ζωή μου άλλαξε πολύ. Προς το καλύτερο. Τώρα μπορώ ελεύθερα να μιλάω σ’ όλο τον κόσμο όταν βγαίνω βόλτα κι έχουν αρχίσει να με γνωρίζουν πολλοί και να με χαιρετάνε χαμογελαστοί. Αυτό σημαίνει πως με βρίσκουνε συμπαθητική. Συμπαθητική με βλέπω κι εγώ στον καθρέφτη μου. Εντάξει δεν είμαι και καμιά κούκλα, αλλά ούτε και για πέταμα. Τώρα κιόλας που έχασα τόσα κιλά… αισθάνομαι και πολύ καλύτερα. Αν ήμουνα λίγο πιο ψηλή, θα ήμουνα πιο ευχαριστημένη με τον εαυτό μου. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, λέει η γιατρός, να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου. Αυτό λέγεται αυτοπεποίθηση, μου είπε.

Σήμερα κουράστηκα πολύ. Είχε πολύ ωραία μέρα κι αποφάσισα να πάρω απ’ το πρωί τους δρόμους. Περπάτησα πάρα πολύ και στο τέλος, κατέληξα στο ποτάμι που γίνεται χαμός από κόσμο. Σ’ αυτό το μέρος μου αρέσει πολύ να πηγαίνω, γιατί περνάει η ώρα μου ευχάριστα, όπως λέει κι η Ελένη, χαζεύοντας τους περαστικούς. Παθαίνω όμως και μια μελαγχολία, χωρίς να το θέλω, όταν σκέφτομαι πως είμαι η μοναδική που είμαι μόνη μου. Όλοι οι άλλοι άνθρωποι έχουν κάποιον δίπλα τους. Ή είναι ζευγαράκια με τα παιδιά τους, ή είναι ηλικιωμένοι με τους φίλους τους ή είναι παρέες από νέα παιδιά που είναι πολλά μαζί. Ακόμα και οι σκύλοι που γυροφέρνουν στο ποτάμι είναι με το ζευγάρι τους ή με τον φίλο τους. Στενοχωριέμαι που δεν έχω παρέα. Μια φορά, σκέφτηκα, πως μ’ ένα σκυλάκι θα κάναμε καλή συντροφιά, αλλά όταν το είπα στην Ελένη, αυτή γέλασε και μου είπε, πως οι σκύλοι θέλουν κι αυτοί περιποίηση κι εγώ δεν ξέρω να φροντίζω ούτε τον εαυτό μου, όχι να φροντίζω κι άλλους…  Τότε κατάλαβα πως έχει δίκιο, κι έτσι το ‘βγαλα απ’ το μυαλό μου.

Όταν θέλω να πάρω μια ανάσα απ’ το περπάτημα, κάθομαι σ’ ένα πέτρινο πεζουλάκι δίπλα στον καταρράκτη, για να δροσίζομαι κιόλας και χαζεύω με τις ώρες το κεφάλι μιας όμορφης κοπέλας που είναι χωμένο μες στα νερά. Η Ελένη, μου έχει πει πως τη λένε Έρκυνα και πως αυτή έδωσε τ’ όνομά της στο ποτάμι. Μονάχα εμείς οι δυο δεν έχουμε παρέα. Αν δεν πέρναγε κόσμος πάνω κάτω συνέχεια, θα έπιανα κουβέντα μαζί της και θα περνούσαμε ωραία οι δυο μας. Αλλά δεν το διακινδυνεύω να της μιλήσω με τόσο κόσμο γύρω μας. Δε θέλει και πολύ ο κόσμος να σε βγάλει τρελό. Κι άμα σου κολλήσουν την ταμπέλα, δε βρίσκεις άκρη μετά.

Γι’ αυτό κι εγώ τα μάζεψα κι έφυγα. Γύρισα κατάκοπη στο σπίτι. Λαχανιασμένη, ιδρωμένη και στενοχωρημένη. Αν μ’ έβλεπε η Ελένη σ’ αυτή την κατάσταση θα μου έβαζε σίγουρα τις φωνές. Άσε που θα μ’ έβαζε να κάνω και μπάνιο… Καλύτερα όμως που κουράστηκα κι έτσι θα κοιμηθώ πιο εύκολα το βράδυ. Αλλιώς δε με κολλάει ύπνος. Όλο σκέφτομαι διάφορα και ξαγρυπνάω.   

 

Μα που είναι επιτέλους αυτή η Ελένη; Ποτέ δεν έρχεται στην ώρα της. Όταν περνάει η ώρα αρχίζω ν’ ανησυχώ. Να δεις που σίγουρα, θα με πιάσει πάλι αυτή η κρίση πανικού. Τρελαίνομαι όταν με πιάνει, ειδικά τα βράδια. Φοβάμαι πολύ μες στο σπίτι μόνη μου τα βράδια. Ανάβω όλα τα φώτα και βάζω τέρμα τη φωνή της τηλεόρασης για να μην αισθάνομαι μόνη. Ακόμα όμως συνεχίζω να φοβάμαι. Η Ελένη φταίει γι’ αυτή την κρίση. Εξαιτίας της την παθαίνω. Μ’ αφήνει μόνη μου, αφού ξέρει, πως έχω σοβαρό πρόβλημα όταν πέφτει το σκοτάδι.  Δεν μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου. Αρχίζω να φωνάζω, να βρίζω, να κλαίω και να παρακαλάω για λίγη παρέα… Καμιά φορά με παίρνει τηλέφωνο όταν πρόκειται ν’ αργήσει κι έτσι ησυχάζω λίγο, ξέρω πως θα ‘ρθει τουλάχιστον. Τώρα γιατί δε με παίρνει; Εγώ θα φταίω αν αρχίσω να τη βρίζω;

Αι σιχτίρ… παλιοβρώμα… σουρτούκω… βλαμμένη… ξεφτιλισμένη… Που είσαι ρε Ελένη; Που είσαι ρε Ελενίτσα; Πότε θα ‘ρθεις μωρέεεεεεεε; Έλα και δεν μπορώ μόνη μου… Λίγη παρέα μωρέεεεε… Πού είσαι ρε Ελέεεεεενη;  

 

_

γράφει η Νικολίτσα Μπλούτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!