Κυριακάτικο τραπέζι κεντημένο | τοβιβλίο.net

Select Page

Κυριακάτικο τραπέζι κεντημένο

Κυριακάτικο τραπέζι κεντημένο

Από τις πιο όμορφες, τις πιο μοσχομυρωδάτες και τις πιο απολαυστικές αναμνήσεις των χρόνων της ως τώρα ζωής μου, είναι αυτά τα Κυριακάτικα τραπέζια στο σπίτι της συνονόματης γιαγιάς μου. Είναι συνήθως Σάββατο πρωί, όταν χτυπάει το τηλέφωνο και απότομα μας ξυπνά από τον γλυκό ύπνο…

«Να έρθετε αύριο να σας κάνω το τραπέζι». Έτσι, χωρίς λόγο. Σχεδόν ποτέ δεν υπάρχει επίσημη αιτία για μια τέτοια πρόσκληση. Σπάνια η γιαγιά αιτιολογεί την πρότασή της. «Μιας που ξεκινάει η νηστεία…»,  ή «Τώρα που είμαστε ακόμα όλοι», λέει αστειευόμενη, ή και όχι.

Θυμάμαι από παιδί, μαζί με τα αδέρφια μου να κάνουμε σενάρια για τα καλούδια που θα μας ετοίμαζε, μα κυρίως για το πώς θα χωρέσουμε όλοι σε εκείνη την καφετιά, καλογυαλισμένη τραπεζαρία, μιας που μαζί με τους θείους και τα ξαδέρφια μαζευόμασταν κοντά 15 άτομα.

Όσο και να παραπονιόμασταν πάντως για το στρίμωγμα, η γιαγιά δεν άλλαζε και δεν αλλάζει τον χώρο του γεύματος, «το σαλόνι το καλό», όπως αποκαλεί η ίδια εκείνο το δωμάτιο του σπιτιού με τις δυο πολυθρόνες και την τραπεζαρία. Σε εκείνο το ξεχωριστό σαλόνι, λοιπόν, που λούζεται από μερικές θαρραλέες ηλιαχτίδες το χειμώνα και παραμένει δροσερό το καλοκαίρι, η γιαγιά μου στρώνει το πιο λευκό τραπεζομάντηλο που έχει, προίκα από τη μάνα της.

Το καλό με το λευκό, είναι ότι μοιάζει με καμβά, πάνω στον οποίο μπορείς να ζωγραφίσεις με χρώματα και γεύσεις. Και τι γεύσεις! Η μαγειρική της γιαγιάς, μπορεί να μαρτυρά μια ελαχίστως υπερβάλλουσα αγάπη για το ελαιόλαδο, αλλά κάθε μπουκιά προκαλεί μια έκρηξη νοστιμιάς που κάνει τον ουρανίσκο να ξεχνά όλα τα υπόλοιπα. Τα φαγητά βγαίνουν από το φούρνο και έρχεται η ώρα να μεταφερθούν στις μεγάλες πιατέλες που περιμένουν κι αυτές με ανυπομονησία, μέσα στη σερβάντα. Όσο κι αν έχω προσφερθεί να βοηθήσω, η γιαγιά ποτέ δεν με άφησε να πλησιάσω τη σερβάντα, χωρίς να μου εξηγεί το γιατί. Υποθέτω ότι  μόνο η οικοδέσποινα οφείλει να έχει πρόσβαση σε τέτοιες κρυψώνες, ώστε να διατηρεί μια αφεντιά μπροστά στους καλεσμένους της.

Και έρχεται επιτέλους η στιγμή που το τραπέζι γεμίζει με όλων των ειδών τις νοστιμιές. Στο κέντρο, το ψητό που ετοίμασε ο παππούς, ξημερωμένο σε μια μυστική μαρινάδα που το κάνει να λιώνει στο στόμα. Και όλα τα υπόλοιπα, αριστερά και δεξιά: αφράτοι κεφτέδες, πατάτες στο τηγάνι και όχι σε φριτέζα -η κρυφή λατρεία όλων, τυροπιτάκια ξεροψημένα, σπανακόπιτα με ανοιγμένο φύλλο, κεφαλοτύρι κομμένο σε τριγωνάκια, μια μεγάλη σαλάτα και φυσικά εκείνα τα οβάλ πιατάκια με δροσερό, χειροποίητο τζατζίκι. Είχα πάντα μια ιδιαίτερη συμπάθεια σε αυτά τα πιατάκια με το τζατζίκι, πέραν της γεύσης του  περιεχομένου τους. Η όψη τους, αποκαλύπτει όλο το μεράκι που βάζει η γιαγιά σε αυτά τα τραπέζια αλλά και την αισθητική της που, καμιά φορά, υπερτερεί των μοντέρνων ιδεών. Τα λέει «κεντημένα», γιατί τα στολίζει με λεπτές φετούλες αγγουριού και καρότου που κόβει σε σχήμα ημισελήνου και τοποθετεί εναλλάξ, σε όλη την περίμετρο του πιάτου. Με αυτά που περισσεύουν, σχηματίζει λουλουδάκια στο κέντρο, δίνοντας σε ένα τόσο ταπεινό και χιλιοφαγωμένο έδεσμα μια νότα αρχοντική. Μοιάζουν όντως σαν λεπτοδουλεμένο κέντημα!

Μόλις δοθεί το σύνθημα, όλοι πλησιάζουν σαν τις μέλισσες και γρήγορα ξεκινάει το φαγητό. Για λίγο επικρατεί σιωπή. Δεν ξέρεις τι να πρωτοδοκιμάσεις, τι συνδιασμούς να κάνεις, με τι να γεμίσεις το πιάτο σου. Το σίγουρο είναι πως για το ποτήρι σου, έχει φροντίσει ο παππούς και είναι γεμάτο ως τη μέση με ένα γλυκόπιοτο κρασί, από αυτά που δεν έχουν φανταχτερές ταμπέλες, αλλά πραγματικά ευφραίνουν καρδίαν. Τα γέλια, οι ιστορίες «από τα παλιά» και οι δυνατές συζητήσεις κάνουν την εμφάνισή τους, παράλληλα με την αγωνία της γιαγιάς μήπως κάποιος και δεν φτάνει, μήπως κάτι δεν αρέσει.

Και ποιο θα μπορούσε να είναι το ιδανικότερο κλείσιμο πέρα από ένα κομμάτι τούρτα, από τα χεράκια του παππού που εκτός από καλός ψήστης και σερβιτόρος του κρασιού, είναι και εξαιρετικός ζαχαροπλάστης, αφού έμαθε τη ζαχαροπλαστική πλάι σε μεγάλους τεχνίτες και χάρις αυτήν συντηρούσε την οικογένειά του.

Πιάτα, πιατέλες, πιατάκια αδειάζουν και όλοι σιγά σιγά αποχωρούν. Όλα καθαρίζονται και επανατοποθετούνται στις θέσεις τους. Εκείνη τη στιγμή, είναι που σκέφτομαι πως κάθε τραπέζι της γιαγιάς, είναι καλύτερο από το προηγούμενο. Όλη αυτή η τέχνη και η μαεστρία, από το ψήσιμο του φούρνου μέχρι και το στήσιμο των πιάτων -«κεντημένων» ή όχι- στο τραπέζι, με μαγεύει απίστευτα, μου υπενθυμίζει ότι η τελειότητα κρύβεται μέσα στην απλότητα, τυλιγμένη με αγάπη, όχι μόνο για το φαγητό ή όσους θα το γευτούν, μα για τους πάντες και τα πάντα. Σκέψου αν θα μπορούσε μια καρδιά σκληρή να δημιουργήσει τέτοια φιλοτεχνήματα…

Ελπίζω να καταφέρω κάποια στιγμή να μεταμορφώνω κι εγώ αυτό που η γιαγιά μου βλέπει σαν ένα απλό Κυριακάτικο τραπέζι, σε κατάθεση ψυχής που αιχμαλωτίζει όλες τις αισθήσεις, και κεντάει στην καρδιά αραχνοΰφαντα!

_

γράφει η Νίκη Αλπού

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Αναμνήσεις απαλές σαν χάδι τρυφερές και ασύγκριτες με πρωταγωνίστρια τη γιαγιά το πιο αγαπημένο πρόσωπο σε μια οικογένεια. Πολύ Όμορφο ΝΊΚΗ. Συγκινήθηκα και γεύτηκα νοστιμιές που στοιχειώνουν τον ουρανίσκο .

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος