Δεν ήταν το αλάτι
τούτο που άφριζε τη μανιασμένη θάλασσα.
Ούτε τα δάκρυα,
εκείνα που  έσωζαν, 
όσο πικρά κι αν ήταν.
Πάψαμε να γυρεύουμε
-αυτό ήταν όλο-
Τις λακκουβίτσες που κράταγαν λίγη βροχή
ή λίγο θάλασσα,
το νόημα στις κινήσεις.
Κι έτσι, οι λέξεις έπεφταν βαριές.
Μόνο τον κρότο τους.
Σαν τη βουτιά του Ίκαρου μετά το πέταγμά του.

Ένα φόρτωμα αλάτι
μέτρησα κόκκο στον κόκκο,
κι ακόμα, μόνος είμαι.

 

_

γράφει η Μαριάννα Γληνού