Κάθε που το χάραμα ανοίγει την αυλαία του και βάφει με φωτεινά χρώματα τον ορίζοντα, τον βρίσκει καθισμένο στην πολυθρόνα. Χειμώνα καλοκαίρι, με κρύα με ζέστες, με ήλιο ή με χιόνι. Πάντα εκεί, στην ίδια άκρη της βεράντας, μέχρι την ώρα που το φως της μέρας, κάνει την τελευταία υπόκλιση στο μενεξεδένιο δειλινό. Ασάλευτο σκαρί, σκεβρωμένο από το αλάτι, στεγνό από τους  χυμούς της νιότης, πετσί παρατημένο σε απάνεμο μουράγιο. Συντροφιά του το τσιγάρο. Το ανάβει, το σβήνει,  το ρουφά  με ηδονή και αφήνει τα δαχτυλίδια του καπνού να κάνουν σινιάλο στην παλιά του ερωμένη. 

Με λάγνο βλέμμα την κρυφοκοιτάζει και θωπεύει τα κάλλη της, την ώρα που αλλάζει φορεσιές, λικνίζοντας το νερένιο κορμί της πότε στο στραφτάλισμα του ήλιου και πότε στο χρυσόκλωνο κέντημα του φεγγαριού. Σαν το γλαροπούλι, που αεικίνητα πετά, ο νους του φτεροκοπά πάνω απ’ το στιλπνό κορμί της και ψηλαφίζει τις αειθαλείς καμπύλες της, τις πάντα ξαπλωμένες σε  πολύβουα λιμάνια, ξωτικές ακτές, μαγευτικά  ακρογιάλια. Γεύεται την αγέραστη αλμύρα της στο φύσημα του μπάτη. Ακούει την ακούραστη ανάσα της, στο ράπισμα του βοριά. Οσφραίνεται τη γλυκόπνοη μυρωδιά της στον άηχο  βηματισμό του νοτιά.

Κάνει να σηκωθεί. Τα πόδια δεν τον βοηθούν. Ξανακάθεται κι ο αναστεναγμός βγαίνει όλο παράπονο. Σαν την Αλκυόνη, η φωνή του πλανιέται πάνω από τα πέλαγα και  κρώζει  τη χαμένη αγαπητικιά. Η ψυχή λαχταρά να την αγγίξει, να τη γευτεί, να τη μυρίσει, να νιώσει στο υγρό κορμί του τον ιδρώτα να κυλά, την ώρα που οι αφρισμένες κραυγές της θα τον κρατούν ζωντανό. Αδύναμο το σώμα, μα οι σκέψεις κύματα πελώρια πάνε κι έρχονται κι ανασύρουν από βάθη μεγάλα, αγάπες και έρωτες, χαρές και καημούς, τόπους και τοπία. Πολλές  φορές  τον αντίκρισαν να τη χαϊδεύει τρυφερά και άλλες τόσες να παλεύει μαζί της, με μίσος και με πάθος, σ’ ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που σκέφτηκε να την αφήσει και να ψάξει γι άλλες αγάπες. Πιο σίγουρες, πιο ασφαλείς. Να ζήσει στη στεριά, να βρει μια δουλειά, να αποκτήσει  γυναίκα και παιδιά. Μα σαν έπιανε μπουνάτσα το μετάνιωνε. Πλανεύτρα η θάλασσα, τον τραβούσε κοντά της με το μαριόλικο μουρμουρητό της και υποσχόταν όσα η στεριά αδυνατούσε να προσφέρει. Γενναιόδωρη στις υποσχέσεις της, πληθωρική στις συγκινήσεις της. Σα σειρήνα γλυκόλαλη, τον κρατούσε δεμένο κοντά της και κατάφερνε πάντα να τον κουμαντάρει. Διάβαζε καλά τα μάτια του σαν την κοιτούσαν με λατρεία, ιχνηλατούσε με ακρίβεια τα τραχιά τα χέρια του σαν έπιαναν το πηδάλιο για να την κουλαντρίσουν, άκουγε δυνατά τους  χτύπους της καρδιάς του σαν συντονίζονταν στο ρυθμό της διάθεσής της. Και καταλάβαινε…

Εκείνος την ασφάλεια δεν την ήθελε, τη ρουτίνα τη φοβόταν, άπληστος ήταν  για περιπέτεια. Μόνο σαν έπιανε απάνεμο λιμάνι, φούντωνε μέσα του  η έλλειψη του  ζεστού σπιτικού, του χαδιού μιας γυναίκας, της ανάσας ενός παιδιού. Πάλεψε με τα μανιασμένα κύματα της ψυχής του. Φουρτουνιασμένες  οι σκέψεις στροβιλίζονταν σε δίνες, ακόμη κι όταν γνώρισε τον έρωτα στα βαθυγάλαζα μάτια μιας γυναίκας, στις ακτές της Νορβηγίας. Έρωτας  κυκλοθυμικός, που λίγο διέφερε από κείνον της  θάλασσας. Πότε κάλμα, πότε φουρτούνα. Μόνο που το θαλασσινό το πάθος  ήξερε να το μανουβράρει. Να διαβάζει τον καιρό, να αφουγκράζεται  τους ανέμους, να τιθασεύει τα κύματα. Πιο δύσκολο του φάνηκε το ταξίδι της γυναίκας. Κι όπως έπαιρνε με σβελτάδα τις αποφάσεις, σαν έπεφτε σε τρικυμία, έτσι  γρήγορα  πήρε και αυτή.

Για την αγάπη της θάλασσας άφησε τη στεριά. Εκείνη ήξερε να τον  διεκδικεί. Να τον τραβά κοντά της  για όσο  ήταν νέος και κρατερός και  της έκανε όλα τα καπρίτσια.  Όταν γέρασε, τον πέταξε  σε ένα μουράγιο, προσφέροντας ως ενθύμιο της αγάπης της, ένα σπίτι κοντά της. Δώρο ή μαρτύριο; Να τη βλέπει και να μην την έχει. Να τη λαχταρά και να μην μπορεί. Να απλώνει το χέρι και να του φεύγει. Να τη φωνάζει κι εκείνη να γελά στις αγκαλιές άλλων. Μα ακόμη κι αν χρειαζόταν να ξαναδιαλέξει ανάμεσα σε αγαπητικιές, εκείνη θα διάλεγε. Αν ξανάνιωνε κι έπρεπε να χαράξει από την αρχή το δρόμο του, πάνω στα κύματα θα το έκανε.

Μάγισσα η θάλασσα. Απαιτητική αλλά όχι αχάριστη. Μονάχο δεν  τον άφησε. Κι ας του έκλεψε παλιές αγάπες κι ας τον διεκδίκησε νικηφόρα. Την πίστη που της πρόσφερε, του την επέστρεψε τυλιγμένη σε γαλάζιο περιτύλιγμα, φερμένο απ’ τον αγγελιοφόρο του Βορρά. Δώρο ξαφνικό και απρόσμενο.

-Πατέρα, είναι ώρα να μπούμε σπίτι. Έπιασε ψύχρα, ακούστηκε  μια νεαρή γυναικεία φωνή με σπαστά ελληνικά.

-Εδώ και μέρες δε μιλάει, ψιθύρισε η νοσοκόμα που τον φρόντιζε. Κάθεται ασάλευτος και κοιτάζει τη θάλασσα. Τον τελευταίο καιρό, το μυαλό του μοιάζει να ταξιδεύει σε μια θάλασσα άηχη και ακύμαντη.

Εκείνος αμίλητος κι  ανέκφραστος, γύρισε το κεφάλι προς τις δυο γυναίκες. Στα καταγάλανα μάτια της  νεαρής κοπέλας, είδε  το χρώμα του ορίζοντα, τα γαλαζοπράσινα πέλαγα και τους  βαθιούς ωκεανούς, το φωταγωγημένο λιμάνι της Νορβηγίας, τα ποτά, τις παρέες, τις γυναίκες, τα καταγάλανα μάτια μιας παλιάς αγαπημένης. Πόσο έμοιαζαν εκείνα τα μάτια με αυτά που τον κοιτούσαν. Το γαλάζιο χρώμα περνούσε από  μπροστά του σε όλους τους τόνους και τις διαθέσεις. Ανοιχτό, σκούρο, φωτεινό, ήρεμο,  κυματιστό. Ποτίστηκε το είναι του από την αγάπη του γαλάζιου, που όλος ο κόσμος του άλλα χρώματα δε γνώρισε.

Έσβησε το τσιγάρο και το βλέμμα του στράφηκε πάλι στη θάλασσα. Την είδε ζωηρή και φρέσκια μέσα από το ελαφρύ κυματάκι που σήκωσε. Σαν να αποτραβιόταν στα ενδότερα δωμάτιά της και να τον αποχαιρετούσε με ένα δροσάτο φιλί. Σαν να άπλωνε το χέρι να του προσφέρει  λίγο γαλάζιο ακόμη, για να του κρατά συντροφιά  ως το επόμενο ραντεβού.

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!