τοβιβλίο.net

Select Page

Λευτεριάς αιμομιξία

Λευτεριάς αιμομιξία

«Δεν έχουμε όλη τη μέρα, προχώρα», φώναξε με αυστηρό ύφος ο αρχιφύλακας της φρουράς. «Μα… δεν ξέρω αν θέλω να αποχωριστώ το νησί μου», αποκρίθηκα δειλά ψελλίζοντας τις λέξεις μέσα από τα δόντια μου. «Πού με πάτε, δε θέλω… όχι», κραυγάζω όσο με τραβούν έξω.

Ξημερώνει. Κουλουριάζομαι στη γωνιά δεξιά της βαριάς μεταλλικής πόρτας. Μόνο εκεί για λίγα λεπτά οι ηλιαχτίδες εισβάλλουν από το μισοχτισμένο παράθυρο και δηλώνουν την παρουσία τους. Ελάχιστα μόνο. Και όχι κάθε μέρα. Στη βραδινή μου προσευχή, τελειώνοντας, ζητώ άλλο ένα ξημέρωμα δίχως σύννεφα. Έστω μόνο το πρωινό να είναι ηλιόλουστο. Αυτό μόνο μου αρκεί. Να νιώσω αυτή τη ζεστασιά., να κλείσω τα μάτια και να αποκοιμηθώ για λίγο. Οι ηλιαχτίδες μετατρέπονται σε δάκτυλα που με ακουμπούν, χέρια που με αγκαλιάζουν σφιχτά. Και αφήνομαι. Έχει περάσει καιρός να τον αντικρύσω. «Τον ήλιο μην τον κοιτάς κατάματα και υπεροπτικά, θα σε τυφλώσει», μου έλεγε ο πατέρας μου. Τώρα όμως αυτό θα ήθελα, να τον κοιτάξω ευγενικά και να τον ευχαριστήσω. Ξέρει αυτός.

Περνούν τα λεπτά και επιστρέφει η απόλυτη σκιά. Απομένω στο ίδιο σημείο, καθισμένος κατάχαμα στο υγρασιασμένο πάτωμα κρατώντας τα γόνατά μου. Το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια να αρπάξω όση περισσότερη ζεστασιά στο πρόσωπο. Νιώθω τα μάγουλα να κοκκινίζουν, όσο μπορούν μέσα από τα γένια. Δεν τα αποχωρίζομαι. Τα χαϊδεύω και με φαντάζομαι ναυαγό. Μοναχός ταξιδευτής, ξεβρασμένος σε ερημονήσι κλεισμένος σε ένα κελί με τέσσερις τοίχους ολόγυρα μου. Τέσσερις, όχι έξι. Το υγρό, παγωμένο πάτωμα είναι η ακροθαλασσιά μου. Αφήνω συχνά τα πόδια μου στο νερό μέχρι να μουλιάσουν. Χώνω τα δάκτυλα των χεριών στην άμμο και μετρώ κόκκους. Κάπου κάπου βρίσκω και ερειπωμένα κοχύλια. «Πού είστε τώρα και με αφήσατε μοναχό», μονολογώ και η φωνή μου σταματά στον απέναντι τοίχο.

Έχει  πρωινά που τα φαντάζομαι βραδιές. Αφήνω την νηνεμία του νησιού και κοντεύω στην ακτή. Κάθομαι και μετρώ τα αστέρια, ξεχωριστά χωρίς ονόματα. Κάθε νυχτιά και άλλο πλήθος. Ενενήντα δύο, ενενήντα πέντε, εκατό. Και ξανά από την αρχή. Δεν έχω μάθει να μετρώ πάνω από το εκατό. Δε μου χρειάστηκε ποτέ. Για αστέρια έχω σημαδέψει τα πιο σκούρα σημάδια στο ταβάνι. Σκοτεινά και κρύβουν τόσο φως. Στον ουρανό μου έχει πάντα ξαστεριά. Τα αγναντεύω και οι τσιμεντένιοι τοίχοι εξαφανίζονται μονομιάς. Απομένω να τα κοιτώ και φτιάχνω δικούς μου αστερισμούς. Τραβώ νοητές γραμμές από άστρο σε άστρο. Ευθείες και τα ενώνω. Άλλοτε καμπύλες για να αποφύγω τους πεσμένους σοβάδες. Σχηματίζω μορφές, πρόσωπα γνωστά. Όσα θυμάμαι […]

_

γράφει ο Βασίλης Μαντικός

(το διήγημα «Λευτεριάς αιμομιξία» διακρίθηκε στον 5ο Διεθνή διαγωνισμό διηγήματος «Ιστορίες στα όρια» των εκδόσεων Παράξενες Μέρες και της ιστοσελίδας www.eyelands.gr)

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Έρευνα

Ημερολόγιο 2019

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος