Το βράδυ δε θα σου δοθώ.
Λυπάμαι, όχι.
Απ' το πεπερασμένο υλικό
Ατέρμονο σε σμίλεψα,
Xάρμα των οφθαλμών
Και μνήμονα των τύψεων.
Όλα σου χαρισμένα
Άπαξ και διαπαντός∙ το βλέμμα της αιώνιας
Αυτοψίας, το βήμα ν’ απορούν αν πώποτε
Τολμήσεις, η δόξα π’ όταν σβήνουνε το φως
Σ' ιστορικά αφηγήματα κι αφηρημένες
Νεύσεις μένει αντικατοπτρισμένη.
Είσαι η πίστωση τ’ αέναου,
Που πάνω σου ακέριο συμποσείται.

Όμως, απόψε ανήκω αλλού.

Τα διαβρωμένα μου απ' το βράχο
-Ίδια βράχος- ακροδάχτυλα,
Το χάδι ετούτης της τροφού της σκούφιας μου
Και ξενιστή του πνεύμονα
Ποθούνε να γητέψουν.
Πριχού μια ξαφνική νεροποντή
Ή κάποιο άγαρμπο αγέρι
Τη σκορπίσουν -θολούρα που διαβάλλει την ορμή
Κι οι σκέψεις δε προκάμουνε μεθόριους
Ν' αλαργέψουν συνειρμούς.

 

Όπως την ψηλαφούν να στοχαστώ και να ερμηνεύσω
Άραγε τι απόμεινε απ' του οίστρου τον αναβρασμό
για ν' απολεπισθεί,
Καλέμι και σφυρί στα υποβόσκοντα σαρίδια
Ν' αλάφραινε το δόλιο κάλλος, σάμπως
Κι αποκατασταθεί, στου επιμύθιου τη σβέση,
Ως τελεσίδικο υνί της Γνώσης.

_

γράφει ο Γεώργιος Κ. Τασούδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!