knife_b

Μια γυναίκα κλαίει

μια γυναίκα φωνάζει και κλαίει.

Πόλη άσπλαχνη

σπαράζει μέσα σου αυτή η γυναίκα

παίρνει στην αγκαλιά της ένα θλιμμένο τραγούδι

τραβάει τη μέρα και τη νύχτα μ’ ένα σχοινί

το τυλίγει στο σώμα της και στην καρδιά της

κρατιέται λέει γερά απ' αυτό το σχοινί κι αντέχει.

Όμως, δε γελάει ποτέ της η γυναίκα

όχι δε γελάει ποτέ της

μονάχα σε κοιτάζει και κλαίει.

Κοιτάζει τα δέντρα που σκεβρώνουν

και καίγονται στα ντουβάρια σου

κοιτάζει τον ήλιο που, χλωμός, κυλιέται στους δρόμους.

Κι ύστερα κλαίει, μονάχα κλαίει.

Ανάθεμά σε, πες της κάτι

μάδησε όλες τις μαργαρίτες μιαν Άνοιξη για σένα

να δει αν την αγαπάς ή όχι·

κλαίει και ρωτάει να μάθει

αν είχες ποτέ σου ένα πρόσωπο αληθινό.

Πόλη απάτη χωρίς έλεος και άσυλο για κανέναν.

Στα πολυώροφα κτίρια και στα γραφεία των συναλλαγών

διαρκείς υπολογισμοί των κερδών.

Η συμπόνοια άστεγη στους δρόμους

η αγάπη νεκρή μέσα στη συνήθεια

κι η γυναίκα να κλαίει, μόνο να κλαίει.

Πίνει απ' τα δάκρυά της, μα δεν ξεδιψάει

γλύφει το αίμα απ' τις αιώνιες πληγές

μόνο μέσα απ' τον πόνο μεθάει.

Πόλη ύαινα σαπίζει η γη που έθαψες στα έγκατά σου

τρως ένα ένα τα παιδιά σου

κι η γυναίκα κλαίει, μονάχα κλαίει.

Ύστερα φωνάζει, ύστερα ουρλιάζει

πολύ δυνατά, τόσο δυνατά

την ηχώ τρομάζει.

Κι εκείνη καίγεται μέσα σου και σκορπάει τη στάχτη

κι η γυναίκα κλαίει, μονάχα κλαίει.

Γιατί εσύ πόλη φόνισσα

δεν περνάει ούτε μια μέρα

ούτε μια νύχτα δεν περνάει,

που να μην πιάνεις το μαχαίρι.

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!