Χτες το μεσημέρι, πήδηξε από τον 5ο ένας παππούς.
Σκεπασμένος με μια κουβέρτα, λίγη ώρα μετά, στο αίμα μουσκεμένη,  να κρύβει το παράταιρο θέαμα της σπασμένης μαριονέτας.
Φωνές, ασθενοφόρα, κόσμος.
Κόσμος… κουτσομπολιά
μα εγώ ξέρω

Ανέβηκα στην ταράτσα και κοίταξα κάτω.
Σφίχτηκε το στομάχι μου από το ύψος, μαζεύτηκα γρήγορα καθώς κάποιοι κοιτούσαν κατά πάνω… ούτε ξέρω γιατί φοβήθηκα, αλλά τα βλέμματά τους πέρασαν δίπλα μου, ίδια λεπίδια, κοφτερά.
Το ‘παν και στις ειδήσεις το βράδυ
έκαναν λόγο για κατάθλιψη, χρέη, άνοια, πολλά
... μα εγώ ξέρω

Κάτι γιαγιάδες απ το ΚΑΠΗ μούσκεψαν στ’ άλικο λίγες μαργαρίτες.
Σταυροκοπήματα, δάκρυα γυάλισαν σε ρυτίδες…
Όλοι κοίταζαν και ξανακοίταζαν τη μακάβρια πορεία, να φανερωθεί το γιατί…
ο λόγος, ο τρόπος.
Όλοι ειδικοί, παλιάτσοι Ιατροδικαστές και Κλόουν  ψυχολόγοι
Το Τσίρκο της γειτονιάς,  απ την ανάποδη…
... μα εγώ ξέρω

Ένα παιδί  ‘ναι που του ‘τρωγε το μέσα… πιότερο τώρα… στα γεράματα
ένα παιδί που δε γερνά και  ζορίζεται φυλακισμένο
από το ράθυμο της κίνησης,
το κορμί το κουρασμένο, το ανήμπορο…
Εκείνο είναι που τον έσπρωξε στην άκρη.
Εκείνο ήταν που σήκωσε το πόδι στο γείσωμα
κι εκείνο ήτανε τέλος, που ‘φυγε πρώτο, με τον επιθανάτιο ρόγχο του.
«καλή ψυχή» ψιθύρισε μια γειτόνισσα…

Χαμπάρι δεν έχουν…
«το περιμέναμε» είπαν κάτι γείτονες, «ήταν παράξενος»…
«καμιά φορά κυνηγούσε κάτι γατιά πετώντας τους πέτρες»
ένας θυμήθηκε που τον είδε να έχει ανέβει σ ένα ποδήλατο
και να σπρώχνει με τα πόδια…
«Του λείπαν  τα μικράτα του» χαμογέλασε πικρά.

Χαμπάρι δεν έχουν… 

τον είπαν ως και τρελό
μα εγώ ξέρω

ίσως όχι ακριβώς… εγώ,
μα το δικό μου, μέσα μου παιδί
ήτανε... φίλοι.

 

_

γράφει ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!