Μεθυσμένες σιωπές

12.05.2017

Πάντα σε συμπαθούσα, Μαρία. Σ' έβλεπα σαν μια πολύ καλή μου φίλη, έστω κι ας μην είχαμε έρθει και τόσο κοντά μεταξύ μας. Βλέπεις, τα χρόνια που γνωριστήκαμε, εσύ ήσουν αλλού – άλλο τόσο «αλλού» ήμουν κι εγώ, φυσικά. Όμως, σε θεωρούσα ως έναν πολύ κοντινό μου άνθρωπο ή κάποια απροσδιόριστα ψυχεδελική, απροσδιόριστη (ακόμη) εικόνα του σημερινού μου εαυτού.

Σε θυμάμαι στα 16 σου, όταν ερωτεύτηκες τον Νίκο. Το πάθος σου γι' αυτόν ήταν μεγάλο, δεθήκατε πολύ και έντονα εσείς οι δυο. Ο φανατικός μηχανόβιος ήταν ο μόνος που άφησες να σε πλησιάσει, να σπάσει την, κάπως μπλαζέ, μοναξιά σου. Αφοσιώθηκες και δόθηκες σ' αυτόν κι όλο χαμογελούσες κοντά του - σαν μικρή, πράσινη θάλασσα, δεκατριών χρονών.

Πλάι του έψαχνες τη δική σου ελπίδα, ζωή, τον σύντροφο των πιο τρελών ονείρων σου. Και όταν αυτός σε παράτησε για μια άλλη γυναίκα, έτρεξες ξωπίσω του. Όσες μορφές μπορεί να πάρει στο μυαλό μας η ζωή και ο θάνατος, εσύ τις πρόβαλες στο πρόσωπό του. Άραγε, δικαιούμαστε τόσο ακραίες επικεντρώσεις; Τόσο απόλυτες λυτρώσεις;

Να τολμήσω να πω ότι είσαι πια για μένα η αδερφή ψυχή; Η αδερφή της τρέχουσας σιωπής μου; Όμως μπορείς, ενώ είσαι κλεισμένος στην πιο προσωπική, οδυνηρή σιωπή σου, να αισθανθείς ότι είσαι η «αδερφή ψυχή» ενός άλλου ανθρώπου; Γνωρίζω πως εμείς οι δυο, αφήσαμε την κλωστή των ονείρων ή της τρέλας μας, αν προτιμάς, να σπάσει και τολμάμε να ατενίζουμε το κενό. Την άδεια ζωή μας. Έτσι, ακραία, ασυλλόγιστα, όπως είπανε πολλοί για μας - όπως πιθανόν να λέγαμε η μια στην άλλη, αν συναντιόμαστε σήμερα.

Κι όλα αυτά γιατί αφήσαμε τις καρδιές μας να πετάξουν ελεύθερες ψηλά. Ελεύθερες; Σκλαβωμένες; Στ' αλήθεια, μη με ρωτάς, δεν ξέρω. Με τη χαρά, τον ενθουσιασμό των μικρών παιδιών, αφεθήκαμε να ατενίζουμε την ελπίδα και την απόγνωσή μας να ξεφεύγουν απ' τα ίδια μας τα χέρια. Σαν κόκκινα και θαλασσιά μπαλόνια πετούσαν προς τα πάνω. Ώσπου  χάθηκαν ολότελα απ' το συμβατικά οπτικό πεδίο, αυτό το οποίο επιτρέπει η ανθρώπινη υπόσταση - το σώμα, έρμα, βλέμμα, κτητικότατα, αντοχές, που λειτουργούν και ως δικλείδες για την «ασφαλή» επιβίωσή μας.

Για μια παρθένα ζωή ψάχναμε τότε. Τότε που, κάπως αφηρημένα - βαριεστημένα, τ' ομολογώ τώρα - σ' άκουγα να μιλάς με προβληματισμό για την πτώση τού Ανατολικού μπλοκ. «Αυτό ασφαλώς θα επηρεάσει άσχημα τη σύγχρονη εξέλιξη» τόνιζες.  Στο προηγμένης, για εκείνη την εποχή, στερεοφωνικό πικ απ, ηχούσαν οι μελωδικές ενστάσεις του Μπομπ Μάρλεϋ. Κάτι που απορροφούσε σαφώς περισσότερο την προσοχή μου, έβρισκα ανιαρές τις βαθιά πολιτικοποιημένες θέσεις σου.
Την παρθένα ζωή να φωτίσει τη μακρινή μητέρα, το αμάραντο ρόδο, ζητούσαμε τότε όλοι. Σε πείσμα καιρών και ανθρώπων. Ίσως και να 'χαμε βρεθεί σε πρώιμους χρόνους κι εσύ κι εγώ. Κάποτε και όταν εξημερωθούν τα τέρατα, θα έχουμε πολλά να ακούσουμε, να μάθουμε - έστω και ας μην αξιωθούμε εμείς αυτήν τη στιγμή. Γιατί κάποτε, δε μπορεί, τα τέρατα θα ημερέψουν κι όλα τα πρόσωπα του τόσο ποθητού, αγαπητού κι απρόσιτου Θεού, Ανθρώπου, Ιδέας, Ζωής, θα φωτιστούν και θα χαμογελάσει για εμάς. Και για εμάς. Μόνο για εμάς, Μαρία!

Ξημέρωμα Μεγάλης Τετάρτης σήμερα. Λες κι έχω μέσα μου το δίκοπο μαχαίρι της οργής, καθώς σου απευθύνω αυτές τις γραμμές - έτσι νοερά και στο χαρτί τούτης της ανεπίδοτης επιστολής μου προς εσένα. Τα πιο σημαντικά γράμματα φτάνουν, άραγε, στον παραλήπτη τους; Τολμάμε να τα στείλουμε; Να κόψουμε γόρδιους δεσμούς, ομφάλιους λώρους, να απογαλακτιστούμε από σιωπές, αισθήματα που καταλήγουν να μας κρατούν εξαρτημένους και από τον αυτό καθαυτό, τον εκούσιο προσωπικό σπαραγμό μας, εντέλει;

Καιρό τώρα έρχεσαι έντονα στη σκέψη μου. Άλλωστε, η λεπτή, χαμηλών τόνων παρουσία σου, δεν έπαψε ποτέ να βρίσκεται κάπου εκεί, στο πίσω μέρος τού μυαλού μου. Αλλά χτες βράδυ, από τις λίγες φορές που αποφασίζω να κοιμηθώ νωρίς, είδα ότι η μια από τις δυο αφίσες που μου χάρισες – όταν, επιτέλους, απέκτησα κι εγώ το πρώτο εφηβικό μου δωμάτιο - να είναι πεσμένη στο πάτωμα.

Σύμπτωση, το ξέρω. Σαν τις «μυστήριες» συμπτώσεις, στις οποίες προσδιορίζονται οι κανόνες τής Εξέλιξης, όπως έλεγες κι εσύ. Κάποια αδέξια κίνηση, είτε το απριλιάτικο αεράκι να άνοιξε την μπαλκονόπορτα κι η αφίσα τού εξωτικού δειλινού ξέφυγε απ' τα καρφάκια της. Ήδη το άσπρο πλαστικό γαντζάκι έχει προ πολλού καταστραφεί.

Όμοιες εμπειρίες πια μας συνδέουν εμάς τις δυο. Όμοιες απώλειες, διάψευση, μοναξιά, παραίτηση. Παραίτηση ή μήπως θάρρος; Όπως εκείνο το συγκεκριμένο «θάρρος» που σε ωθεί ν' αφήσεις πίσω σου την Απόμακρη, Φαιά κι Απρόσωπη τελικά Προσωπική σου Εδέμ. Συμβιβασμός; Κέρδος; Απώλεια; Τέλος εποχής, αντοχών;

Πραγματικά, δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, αν και το αναρωτήθηκα αμέτρητες φορές, όταν ο φόβος κυρίευε την ύπαρξή μου ολόκληρη. Τώρα, στον ενεστώτα χρόνο, κάθε συνήθεια, ρουτίνα, όπως και το νήμα που ακολουθούσα στη ζωή μου, φαίνονται ασύνδετα - αδυνατώ να τα πιάσω. Σα να μην είμαι εδώ. Ή έχω επιστρέψει σε γνώριμους δρόμους, κόσμους, ενώ έχω άλλο όνομα, ταυτότητα, «εγώ».
Κι αφήνω ό,τι με δέσμευσε, όσα για μένα ηχούσαν ως σταθερές αξίες, πυξίδα, κατευθυντήρια οδό, να υψωθεί ψηλά. Σαν κατακτημένο χώρο φυλακής ή γνώριμο, αναμενόμενο εφιάλτη - δίχως καλά καλά να ξέρω τι σημαίνει και πού βρίσκεται τούτο το «ύψος», το «ψηλά». Επικίνδυνα υψώνονται οι καρδιές μας ή εμείς χανόμαστε; Αφάνεια; Αποδέσμευση; Λύτρωση; Συμβιβασμός;

Καταλήγουμε να μετράμε κομποσκοίνια με τη σοφία ασκητικών γερόντων; Γινόμαστε ξανά παιδιά και παίζουμε με πολύχρωμα μπαλόνια και σαπουνόφουσκές; Ανεμίζουμε τις νέες φαντασιώσεις μας σε γκρίζους ουρανούς. Εδώ δεν έχει ήλιους, αστερισμούς, χαμόγελο και ορίζοντες; Η Αριάδνη μάς χαρίζει έναν νέο μίτο ή βρισκόμαστε να πελαγοδρομούμε σε άλλες παραισθήσεις, φυλακές, καταναγκασμούς;

Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα συναντηθούμε ποτέ ξανά εμείς, Μαρία. Κι αν κάποτε τύχει να συμβεί αυτό, δεν πρόκειται να σπάσουμε το κέλυφος του ασφαλούς κλοιού. Η σιωπή θα παραμείνει για εμάς η φιλοσοφική λίθος της ελευθερίας και ο συνδετικός κρίκος, που θα μας συνδέει με τη ζώσα ζωή. Το έρμα για να αντέξουμε τον πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων.

Δεν ξέρω γιατί σ' ανακαλώ, πού βγάζει η ταύτισή μου μ' εσένα. Δεν ξέρω καν αν απευθύνομαι σε όσα όμοια μας ένωσαν, πλήγωσαν, σταύρωσαν. Το μόνο για το οποίο είμαι βέβαιη είναι ότι, αποχαιρετώντας εσένα, αποχαιρετώ το παλιό, αγέρωχο πρόσωπό μου. Παράδοξα ένδοξη ανακαλύπτω την  μελαγχολία μου - το μεθύσι της μοναξιάς και της τόσο αιχμηρής μου οργής.
Προθάλαμος ζωής και θανάτου γίνεται ό,τι μας τσακίζει σκληρά. Μια μπαλάντα στους ποιητές που άδοξοι πάντα θα 'ναι.

_
γράφει η  Χρυσούλα Βακιρτζή

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Βήματα στη γειτονιά

Βήματα στη γειτονιά

Τον φίλο από τα παλιά τον συνάντησα στη γειτονιά του πατρικού. Έμοιαζε φευγάτος. Δεν ξέρω τι είχε καταφέρει από όσα ζητούσε, όμως έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει πια το ρήμα. ''Ζω ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα'' μου είπε και δεν πολυκατάλαβα. ''Με δένει ένα περίεργο...

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Το φλερτ

Το φλερτ

_ γράφει ο Νίκος Πουλικίδης _ Η οθόνη του κινητού αναβόσβηνε. Μόλις ήρθε το μήνυμα από το αγόρι της. Περιχαρής πληκτρολόγησε την απάντηση αγάπης. Όλα ήταν τόσο αυτοματοποιημένα πλέον. Η αγάπη μπορούσε να βρει καταφύγιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να γίνει story...

Ανώνυμος τόπος

Ανώνυμος τόπος

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ σε αυτήν την παραλία να κοιτάζω τους γλάρους και να γεύομαι την μεθυστική αλμύρα της ατίθασης θάλασσας, το μόνο που επιθυμώ είναι να παραμείνω σε αυτόν τον αλλόκοτο τόπο που μου μιλά μέσα από τα τοπία του. Πριν λίγο τα χέρια μου άγγιξαν τα...

Η μάσκα

Η μάσκα

Μόλις πριν λίγα χρόνια, έβλεπε κανείς αραιά και πού, κανέναν ξένο, κυρίως Κινέζο- εύκολα εντοπίζεις την Εθνικότητά του,- να περιδιαβαίνει τους Αρχαιολογικούς χώρους του τόπου, σαν τουρίστας, φορώντας, περιέργως, χειρουργική μάσκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Να ήταν ο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η μάσκα

Η μάσκα

Μόλις πριν λίγα χρόνια, έβλεπε κανείς αραιά και πού, κανέναν ξένο, κυρίως Κινέζο- εύκολα εντοπίζεις την Εθνικότητά του,- να περιδιαβαίνει τους Αρχαιολογικούς χώρους του τόπου, σαν τουρίστας, φορώντας, περιέργως, χειρουργική μάσκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Να ήταν ο...

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Μ’ αρέσει να φτιάχνω πρωινό για τα παιδιά μου. Έρχονται στο σπίτια πια μόνο τις Κυριακές. Δουλειά, σπουδές, τρεχάματα, που να προλάβουν και αυτά. Τηγανίζω 2 αυγά και βράζω άλλα δύο δίπλα. Έτσι ήταν πάντα οι γιοι μου, ο ένας μέρα, ο...

Η απεργία

Η απεργία

Ο προϊστάμενος βγήκε απ’ το υπερυψωμένο γραφείο του διευθυντή, ακούμπησε στα κάγκελα και κοίταξε τους εργάτες που ήταν μαζεμένοι από κάτω. Όλα τα κεφάλια στράφηκαν στο μέρος του. -Ο κύριος Ηρακλής θέλει να κουβεντιάσει με την αντιπροσωπεία σας, είπε. Τέσσερις εργάτες...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου