Μεθυσμένη Ιθάκη

1.02.2017


Μια ημέρα τον παλιό καιρό
στου Οδυσσέα την παρέα
πάνω στο πλοίο το μελαγχολικό
ανοίξαν του πόθου τα πανιά.

Μα θα πρέπει στα αυτιά
να μου βάλουνε κερί
γιατί θα μου πάρουνε τα μυαλά
των Σειρηνών τα χείλη.

Ακόμα και τα πουλιά της θάλασσας
τραγουδούν με της μούσας τη λαλιά,
και της Ήρας
ξυπνούνε τα παιδιά.

-Γιατί δε με παίρνεις μαζί σου
γλυκέ μου αέρα,
τη γη να δω από τα ουράνια
και τη νήσο τη μακάρια;

-Αχ, παιδί μου καλό,
θα είναι ωραία
μα θα θες να μείνεις για πάντα
στον δρόμο του αιώνα.

Και ανοίξανε τα πανιά
στων Σειρηνών να πέσουμε την αγκαλιά.

-Εσύ, θαρραλέε πολυμήχανε
που γκρέμισες τα τείχη τα ψηλά,
η ψυχή σου την πατρίδα
και της Πηνελόπης τα πλεκτά
ή της Σειρήνας τα χείλη λαχταρά;

-Ξένε, λόγια μου λες πονηρά,
την ψυχή σου η έρις μήπως τυραννά;

-Αχ Οδυσσέα μου, ανήκω σε άλλη γενιά
που τα ιδανικά σου τα ξεχνά.
Της Ιθάκης θα δεις την ομορφιά,
ενώ εγώ της λήθης τα στενά
και της Σειρήνας την αγκαλιά!

Η δικιά σου η σοφία
ταξιδεύει αιώνια στα γαλάζια τα νερά
ενώ μεγαλώνει η νέα η γενιά.
Ξεχνιούνται τα ανώτερα τα πράματα
και στη θάλασσα πνίγονται,
των ποταμών τα νερά στερεύουν και γίνονται ξερά.

Στης Κίρκης τη φωτιά
ρίχνω της νύχτας τη ματιά
από τους πνιγμένους να φύγω τη συντροφιά.
Τα λόγια είναι μαγικά,
του μονάκριβού σου την καρδιά
με πόδια φτερωτά η θεά την φυλά.

Δαιμόνια με τριγυρνάνε φοβερά
μα στου Κύκλωπα τη σπηλιά
όνειρα βλέπω μοναχικά.

_

γράφει ο Κώστας Τζαβέλας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Βερούκης

Βερούκης

ΒΕΡΟΥΚΗΣ Ο μάστορας Βερούκης, συνεργείο ονομαστό,  μόνος ήρθε απ’ το χωριό, 17 στα 18, έφτυσε αίμα, να το ανοίξει, δούλευε σαν το σκυλί, μα η ζωή καλή μαζί του, έγινε κάποιος και αυτός, έχει πια 6 υπαλλήλους, χρειάζεται και έβδομο, του προτείνανε παιδί, πατριώτη, απ’...

πλάκες – συγγράμματα

πλάκες – συγγράμματα

  Στην ακατάστατη μάντρα των αζήτητων αναμνήσεων θα βρεις τις πλάκες με τα συγγράμματα, τα ρητά  που ανακατεμένα πια δε βγάζουν νόημα. Μόνο σε μπερδεύουν, το μηδέν και το άγαν, το τίποτα με το άπαν, η δόξα συναντά τη λόξα και οι προσευχές τις κατάρες. Τα ονόματα...

Στην ερημιά της ελπίδας

Στην ερημιά της ελπίδας

Η μέρα τελειώνει, το φως χαμηλώνει η δύση αρπάζει φωτιά και ματώνει ο ήλιος βαθιά στον ορίζοντα γέρνει στην μοναξιά της ελπίδας μια αχτίδα του στέλνει   Η νύχτα που φέρνει μια μπόρα θυμώνει η αγάπη μονάχη στο κρύο παγώνει της βροχής οι ριπές αντηχούν στο περβάζι...

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

γράφει η Άντια Αδαμίδου - Οι μικροί γαλαξίες Του Νικηφόρου Βρεττάκου Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ. Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους. Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται. Ὅμως, ἐσύ, δὲ...

Απογραφή

Απογραφή

Απόψε είχαμε απογραφή. Με επισκέφθηκαν όλες μου απελπισίες μαζεμένες.  Εγώ δεν είχα ιδέα – ποτέ δεν με ενημέρωσε καμία πριν έρθει. Με έπιασαν απροετοίμαστο. Πώς επισκέπτεσαι τον άλλο τέτοια ώρα κυρά μου; Είχα τροχιοδρομήσει να ζήσω μια ευτυχία – στον ύπνο μου....

Διαβάστε κι αυτά

Απογραφή

Απογραφή

Απόψε είχαμε απογραφή. Με επισκέφθηκαν όλες μου απελπισίες μαζεμένες.  Εγώ δεν είχα ιδέα – ποτέ δεν με ενημέρωσε καμία πριν έρθει. Με έπιασαν απροετοίμαστο. Πώς επισκέπτεσαι τον άλλο τέτοια ώρα κυρά μου; Είχα τροχιοδρομήσει να ζήσω μια ευτυχία – στον ύπνο μου....

Ρότα τ’ αγνώστου

Ρότα τ’ αγνώστου

Με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι ένα πρωί, πανιά θ’ ανοίξω πάλι στο γαλάζιο, παίρνοντας μια βαθειά αναπνοή, της θάλασσας τις στράτες σαν διαβάζω. Η βάρκα μου ένα όμορφο σκαρί, σε ταρσανά χτισμένο με μεράκι, να σκίζει τα νερά και να ‘ν’ γερή, με μένα καπετάνιο στο δοιάκι. Ο...

Γυναίκα

Γυναίκα

Ρόδο εσύ της άνοιξης, αστέρι της καρδιάς μας γλυκιά νότα της ποίησης, πηγή της ομορφιάς μας. Με σένα η μέρα ξεκινά και η ζωή αρχίζει με σένα αγάλλεται η αυγή κι ο έρωτας ανθίζει.   Κάθε ανάσα σου, πνοή, κάθε σου γέλιο, ελπίδα απάγκιο και αναπνοή, μέσα στην...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου