τοβιβλίο.net

Select Page

Μετά τι;

Μετά τι;

Ο Παναγιώτης κι η Μαργαρίτα εργάζονταν στην ίδια εταιρία, σε διαφορετικά τμήματα, στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο και στα διπλανά κτίρια. Εκείνος, ένας καλοκάγαθος ογκώδης νέος άντρας γύρω στα τριάντα, με το ταμπεραμέντο του Κεφαλλονίτη, αφού η καταγωγή του ήταν από το πανέμορφο αυτό νησί του Ιονίου και που ποτέ δεν είχε επισκεφτεί. Εκείνη, επίσης με την ίδια καταγωγή, όχι ιδιαίτερα όμορφη, σχεδόν μικροκαμωμένη, γύρω στα 30, αλλά είχε αυτό που λένε «το κοκαλάκι της νυχτερίδας». Απαρατήρητη δεν πέρναγε ποτέ. Στον κύκλο της, τόσο τον επαγγελματικό όσο και στον κοινωνικό, υπήρχαν εκείνοι που την αγαπούσαν, όπως κι εκείνοι που την αντιπαθούσαν πάρα πολύ, και είχε την ικανότητα να το διακρίνει από πολύ μακριά κι ας προσπαθούσαν, ειδικά οι δεύτεροι, να είναι ευγενικοί μαζί της.

Κάποτε, κάπως, βρέθηκαν στην ίδια συντροφιά κι από ‘κείνη τη μέρα έγιναν αχώριστοι. Έμεναν και στην ίδια γειτονιά σχεδόν και οι έξοδοί τους ήταν πιο εύκολες.

Η Μαργαρίτα είχε δικό της αυτοκίνητο και όποτε η παρέα κανόνιζε κοινή έξοδο, εκείνη περνούσε από την Φωκίωνος Νέγρη να «μαζέψει» το «τερατάκι» της, όπως αυτοαποκαλούταν.

Σημειωτέον, όλη η υπόλοιπη παρέα ήταν εύσωμοι. Η Μαργαρίτα δίπλα τους εξαφανιζόταν.

Το αυτοκίνητό της, ένα Φίατ 126, δίπορτο, για τέσσερα άτομα «φυσιολογικού» σωματότυπου, χωρούσε και τους πέντε!

Ένα βράδυ, αφού έχουν μαζέψει και τους υπόλοιπους που έμεναν στο Παγκράτι, αποφασίζουν να πάνε για φαγητό προς το Φάληρο. Βρίσκονται σ’ έναν μικρό δρόμο, μονόδρομο, που με βία χωρά ένα αυτοκίνητο να περάσει, όταν εμφανίζεται αντικανονικά μπροστά τους μια Μερσέντες. Στο τιμόνι είναι ο Παναγιώτης, συνοδηγός ο Θοδωρής και πίσω τα τρία κορίτσια, με την Μαργαρίτα να είναι διπλωμένη στην μέση.

Ο νεαρός που οδηγεί την Μερτσέντα, βγάζει το χέρι του από το παράθυρο και με πολύ «δημοκρατικό» τρόπο, τους λέει να κάνουν πίσω.

Ο Παναγιώτης του κάνει νόημα πως πρέπει να κάνει εκείνος όπισθεν. Ο άλλος, προφανώς έχει δει τον εαυτό του σαν τον κυρίαρχο του δρόμου, αρχίζει τα «γαλλικά». Τα δύο αγόρια του 126 κοιτάζονται και βάζουν τα γέλια.

«Δεν είσαι εντάξει, φίλε. Εσύ είσαι αντικανονικά. Εσύ θα κάνεις πίσω.», φωνάζει ο Παναγιώτης, που έχει βγάλει το κεφάλι του από το παράθυρο.

«Τι μας λες, ρε φίλε;», βγαίνει ο άλλος από το αυτοκίνητό του. «Κάνε πίσω τον κουβά σου, γιατί λυπάμαι και να σε πατήσω… Έλα, τελείωνε, μην έχουμε φασαρίες…»

Ο Παναγιώτης κι ο Θοδωρής κοιτάζονται και αυτόματα ανοίγουν τις πόρτες οδηγού-συνοδηγού και βγαίνουν από το 126 τα δύο «γοριλάκια».

«Εντάξει, ρε παιδιά. Μια κουβέντα είπαμε… Όλα καλά…» και χωρίς άλλη κουβέντα, μπαίνει στο αυτοκίνητό του ο Μερτσεντάκιας και εξαφανίστηκε, με τους πέντε της παρέας να έχουν λυθεί στα γέλια.

Πολλές φορές είχαν τέτοιες αντιδράσεις, πότε κατά μόνας και άλλοτε όταν ήταν παρέα, ειδικά τα δύο αγόρια.

Ο Παναγιώτης, πέρα από την εταιρία, σαν χόμπι, είχε τους αυτοκινητιστικούς αγώνες. Του άρεσε πολύ η ταχύτητα, αλλά το μόνο που προσέφερε στις διάφορες αναμετρήσεις που γίνονταν κατά καιρούς, ήταν αυτό του παρατηρητή ή όπως αλλιώς λέγεται. Φρόντιζε τις ημέρες αυτές να είναι ελεύθερος υπηρεσίας, για να μπορεί να βρίσκεται όπου τον χρειάζονταν. Πριν γνωριστούν με την Μαργαρίτα, άλλοτε δανειζόταν κάποιο αυτοκίνητο ή υποχρεωνόταν σε κάποιον άλλον να τον πάρει μαζί του, ενώ πολλές φορές χρησιμοποιούσε και την συγκοινωνία. Από τότε, όμως, που έγιναν αχώριστοι με το «Ριτάκι» του, όπως την έλεγε κι εκείνη θύμωνε, έλυσε το πρόβλημα της μετακίνησής του αυτής.

«Ρε Παναγιώτη, από πού κουρδίζει η κονσέρβα σου;», τον πείραξαν την πρώτη μέρα που τον είδαν με το 126.

Κάποιος, μάλιστα, τον χαρακτήρισε «το SWAN στο κουτί του», με τον Παναγιώτη, όχι μόνο να μην θυμώνει, αλλά να ξεκαρδίζεται στα γέλια και να τα εξιστορεί μετά και στην Μαργαρίτα. Ποτέ δεν του κακοφάνηκε το όποιο σχόλιο κι αν γινόταν σε βάρος του, όσον αφορά στον σωματότυπό του. Το διασκέδαζε κιόλας!

Η μητέρα του, η θαυμάσια κυρία Βικτωρία, που αγαπούσε όλους τους φίλους του μονάκριβού της, του έκανε δίαιτα, ειδικά όταν αντιλαμβανόταν ότι έπαιρνε κάποιο κιλό παραπάνω…

«Δεν κάνει, αγόρι μου. Θα κουράσεις την καρδιά σου…», του έλεγε και του είχε πάντοτε, όποια ώρα κι αν γύριζε το καμάρι της σπίτι, έτοιμο το πιάτο του με το φιλέτο και μπόλικη σαλάτα.

«Αχ αυτό το αυτοκίνητο της Μαργαρίτας…», του είπε ένα πρωί.

«Γιατί, ρε μάνα; Τι σου φταίει το κορίτσι;»

«Για τις λαδιές στο πουκάμισό σου λέω, παιδί μου. Έτσι δεν μου λες κάθε φορά; Πως χάλασε το αυτοκίνητο του κοριτσιού και λερώθηκες για να της το φτιάξεις;»

«Ε ναι, τι άλλο;»

«Πες της, παιδάκι μου, να μην χρησιμοποιεί αυτά τα παλιολάδια. Άλλοτε μυρίζουν κοψίδια και άλλοτε θαλασσινά…»

«Ξεγιελιέται η μάνα;», έλεγε ο Παναγιώτης στην Μαργαρίτα, όταν της εξιστορούσε όσα συζητούσαν με την μητέρα του.

Πολλές φορές, όταν κανείς από την υπόλοιπη συντροφιά δεν είχε σκοπό να βγει από τα σπίτια τους, στα τηλέφωνα που αντάλλασσαν με την Μαργαρίτα, αποφάσιζαν να βρεθούν οι δυο τους.

«Σε μισή ώρα θα είμαι στην Φωκίωνος…», έλεγε εκείνη κι έκλειναν το τηλέφωνο.

«Πού λες να πάμε;», την ρωτούσε σαν έμπαινε στο αυτοκίνητο.

«Πού αλλού;»

«Θάλασσα μεριά!»

Είχαν καθιερώσει, και σ’ αυτές τις νυχτερινές επιδρομές τους, να έχουν και τα απαραίτητα μαζί τους, αφού δεν σταματούσαν κάπου για φαγητό. Πήγαιναν σε συγκεκριμένο μαγαζί στην Νέα Σμύρνη, έπαιρναν μια πίτσα με όλα τα καλούδια της, ένα μπουκάλι ημίγλυκο κρασί, γιατί το καλοκαίρι οι μπίρες ζεσταίνονταν, και τραβούσαν, άλλοτε στην πούντα της Βουλιαγμένης ή, αν δεν είχαν πρωινό εγερτήριο την άλλη μέρα, έφταναν και μέχρι το Σούνιο.

Στο αυτοκίνητο η Μαργαρίτα δεν είχε ραδιοκασετόφωνο, όπως τα περισσότερα την εποχή εκείνη. Είχε ένα μικρό τρανζίστορ, κρεμασμένο στο φινιστρίνι του συνοδηγού.

Έπαιρναν την πίτσα και το κρασί τους, κατέβαιναν στα βραχάκια, όταν δεν έβρεχε, και με την μουσική υπόκρουση του μικρού τρανζίστορ απολάμβαναν τις κουβέντες τους. Πόσες συζητήσεις έκαναν…

Ξεκινούσαν από την ημέρα τους στο γραφείο, έπιαναν τις ερωτικές τους ιστορίες, σχολίαζαν κάποιο πρόγραμμα της τηλεόρασης, έπιαναν την πολιτική και προσπαθούσαν να βρουν λύσεις για όλα τα προβλήματα που συνέβαιναν στον κόσμο. Ακόμα και τις ψυχρές νύχτες του φθινοπώρου, κουκουλώνονταν στα μπουφάν τους κι απολάμβαναν την θέα, ειδικά όταν είχε πανσέληνο!

«Το ξέρεις πως τα καταφέραμε πάλι και ξημερώσαμε τη μέρα;», τον ενημέρωνε εκείνη όταν αχνοφαινόταν η ανατολή.

«Κουράστηκες;»

«Θα αστειεύεσαι, βέβαια. Μαζί σου δεν κουράζομαι ποτέ.»

«Θέλεις να περιμένουμε την ανατολή ή να φύγουμε;»

«Αφού ξέρεις πως με την ανατολή δεν έχω καλές σχέσεις. Προτιμώ την δύση. Είναι πιο ήρεμη, πιο γαλήνια. Η ανατολή έχει μία βία μέσα της. Λες και ο ήλιος θέλει να μας δείξει την κυριαρχία του, που αλλιώς δεν θα την δούμε. Και όταν δύει, γίνεται γλυκός και τρυφερός, παιχνιδιάρης, σαν να μη θέλει να φύγει. Ακόμα κι όταν κρύβεται από τον ορίζοντα, αφήνει εκείνους τους πανέμορφους χρωματισμούς του, σαν να σου κλείνει το μάτι και σ’αφήνει με μια γλυκόπικρη νοσταλγία…»

Σε κάποιες άλλες συζητήσεις που έκαναν, η Μαργαρίτα είχε ένα παράπονο. Άκουγε τις άλλες κοπέλες της παρέας πως τις φλέρταραν τόσο οι συνάδελφοί τους, όσο και κάποιοι από εκείνους που συναναστρέφονταν επαγγελματικά.

«Βρε Παναγιώτη μου, τόσο άσχημη είμαι, που δεν με φλερτάρει κανείς;»

Προσπαθούσε να την τονώσει, λέγοντάς της πως είναι απλά σοβαρή και δεν χαριεντίζεται και αυτός είναι ο λόγος που δεν δίνει «δικαιώματα».

Ένα απόγεμα, η Μαργαρίτα έχει μετατεθεί σε άλλο υποκατάστημα, έχει πάρα πολλή δουλειά, όταν ακούει πάνω από το κεφάλι της έναν άντρα να της απευθύνει τον λόγο.

«Ορίστε, παρακαλώ…», απαντά, χωρίς να σηκώσει τα μάτια της.

«Έτσι θέλεις να σε φλερτάρουν;» σκύβει από πάνω της, για να μην τον ακούσει κανείς άλλος.

Και το βράδυ που συναντήθηκαν όλη η συντροφιά και εξιστόρησε ο Παναγιώτης ό,τι είχε συμβεί, άρχισαν να την πειράζουν.

«Μόνο που δεν έχεις μαστίγιο…», έλεγε ο ένας.

«Καλέ, σε βλέπουμε, ειδικά όταν έχεις δουλειά, και νοιώθουμε σαν παιδιά του σχολείου, που τώρα θα μας τραβήξει το αφτί ο δάσκαλος…», συμπλήρωνε η άλλη.

«Βρε παιδιά, δεν είμαι τόσο κακιά…», προσπαθούσε να δικαιολογηθεί η Μαργαρίτα.

«Ποιος σου είπε ότι είσαι κακιά; Αυστηρή είσαι. Και την ώρα της δουλειάς δεν καταλαβαίνεις τίποτα…»

Ιούλιος μήνας και έχουν και οι δύο γενέθλια. Ο Παναγιώτης στις 3 του μήνα και η Μαργαρίτα στις 7. Το πρώτο Σαββατόβραδο μετά τα δικά της γενέθλια, κανόνιζαν να κάνουν το τραπέζι, ρεφενέ οι δυο τους, στην υπόλοιπη συντροφιά. Πήγαιναν σε κάποιο ακριβό εστιατόριο της παραλίας και αφού έτρωγαν, κατέληγαν σε κάποιο ζαχαροπλαστείο που είχε έτοιμες τούρτες και γλυκά για όλα τα γούστα. Έβαζαν τα κεράκια τους κι αγκαλιασμένοι και οι δύο τα έσβηναν.

«Εγώ θα φύγω στα 33 μου, σαν τον Χριστό…», είπε μια φορά ο Παναγιώτης.

«Τι λες, καλέ; Μια που το είπες και μια που το ξέχασες…», τον μάλωσε η Μαργαρίτα, ενώ ο Θοδωρής του κατάφερε μια σβερκιά.

Κάποια άλλη μέρα, λίγο πριν, λίγο μετά, δεν έχει σημασία, από τα γενέθλιά τους, της είχε πει πως εκείνος θα ταφεί στο Α΄ Κοιμητήριο της Αθήνας.

«Θα έρχεσαι να μου ανάβεις κανένα κεράκι και να μου λες τα νέα σου;»

«Είσαι θεότρελος. Μην μου ξανακάνεις αυτήν την κουβέντα, σε παρακαλώ. Αν θέλεις να είμαστε φίλοι. Κι ύστερα, εγώ θα ταφώ στο Πρώτο με δόξα και τιμές, μετά από πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Κι εσύ θα είσαι εκεί με το μπαστουνάκι σου και θα λες “ήμαστε αδέλφια με την Μαργαρίτα…”»

Ναι, γιατί κι εκείνη είχε ένα χόμπι: το θέατρο, το οποίο υπηρετούσε με πολύ ζήλο.

Οκτώβρης μήνας και η Μαργαρίτα βρίσκεται σε θεατρική περιοδεία στην Βόρεια Ελλάδα, με τον θίασο στον οποίο συμμετέχει για πρώτη φορά. Θα ξεκινούσαν από την Ορεστιάδα και ήξεραν από πριν ημερομηνίες, πόλεις και ξενοδοχεία. Το πρόγραμμα το είχε δώσει στα παιδιά, έτσι, για να ξέρουν πού βρίσκεται.

«Μην περιμένεις να σε παίρνουμε κάθε μέρα τηλέφωνο…»

«Δεν έχω τέτοια απαίτηση. Απλά, να ξέρετε πού βρίσκομαι. Πειράζει;»

«Άσε τους άλλους…», της είπε ο Παναγιώτης.

«Σας έχουν πάρει δύο φορές τηλέφωνο από Αθήνα…», της είπαν από την ρεσεψιόν του ξενοδοχείου μόλις έφτασαν κι έδωσε τα στοιχεία της.

«Άφησαν κάποιο μήνυμα; Να πάρω κάποιον; Σας είπαν όνομα;»

«Όχι. Είπαν πως θα ξαναπάρουν αργότερα…»

«Ευχαριστώ πολύ.»

Η Μαργαρίτα ανέβηκε στο δωμάτιό της, τακτοποίησε τα πράγματά της, έκανε ένα μπάνιο και κατέβηκε στο φουαγιέ, όπου θα συναντιόνταν με τον υπόλοιπο θίασο για να πάνε στο θέατρο.

«Θα ήθελαν να δουν αν φτάσαμε… Παλιόπαιδα… Είναι που δεν θα έπαιρναν τηλέφωνο…», σκέφτηκε με χαμόγελο η Μαργαρίτα.

Έπαιξαν δύο παραστάσεις, μάζεψαν τα σκηνικά και τα κοστούμια, τα φόρτωσαν στο φορτηγό και όλοι μαζί πήγαν για φαγητό.

«Σας πήραν πάλι από Αθήνα…», την ενημέρωσαν από την ρεσεψιόν, όταν πήγε να πάρει το κλειδί για το δωμάτιό της.

«Πω πω αγάπες! Δεν κρατιέται ο καλός σου…», την πείραξε ένας από τον θίασο.

«Αυτήν την περίοδο δεν υπάρχει καλός μου…», χαμογέλασε η Μαργαρίτα.

«Ανησύχησαν, γι’ αυτό ξαναπήραν. Τώρα που ξέρουν πως φτάσαμε, δεν θα ξαναπάρουν… Και κάποιος από όλους ή και όλοι μαζί, ήθελαν να κάνουν πλάκα…», σκέφτηκε σαν πλάγιασε στο κρεβάτι της.

Στις άλλες πόλεις, κατεβαίνοντας για Αθήνα, δεν της είπαν ξανά πως την πήραν τηλέφωνο. Εκείνη, φυσικά, έπαιρνε τηλέφωνο τους γονείς της κι έτσι ήταν ήσυχη.

Οι μέρες πέρασαν κι επέστρεψε στο σπίτι της. Αργά το απόγεμα χτυπά το τηλέφωνο.

«Έλα, Πανούλη μου! Τώρα θα σε έπαιρνα…»

«Γυρίσατε;», ακούει την φωνή του Θοδωρή.

«Εσύ είσαι; Και νόμιζα πως είναι ο Παναγιώτης.»

«Θα είσαι σπίτι;»

«Ναι, καλέ μου. Έχετε κανονίσει κάπου εδώ κοντά; Με σκεφτήκατε πως θα είμαι ψόφια, ε; Πώς και δεν με πήρε ο Παναγιώτης; Ευτυχώς που δεν με άκουσε να τον λέω Πανούλη, γιατί θυμώνει…»

«Ναι…»

«Κλείσε να τον πάρω τηλέφωνο, να του κάνω παραπονάκια…»

«Όχι. Όχι. Μην πάρεις τηλέφωνο. Σε δέκα λεπτά θα είμαστε σπίτι σου.», της είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο.

«Περίεργος μου φάνηκε ο Θοδωρής ή κάνω λάθος;», μουρμούρισε μονάχη της και μπήκε αμέσως στο μπάνιο.

Πρόλαβε να ετοιμαστεί όταν χτύπησε το κουδούνι. Ανοίγει και βλέπει τον Θόδωρο.

«Πού είναι ο άλλος; Κρύβεται; Έχουμε παιχνιδάκια; Πλακίτσες στην Μαργαρίτα;»

Δεν πρόλαβε ν’ αποσώσει τα λόγια της. Ο Θοδωρής την κλείνει στην αγκαλιά του και την σφίγγει σαν μέγγενη.

«Θα μου πεις τι συμβαίνει ή θα με σκάσεις; Πού είναι ο Παναγιώτης;»

«Δεν ξέρω πώς να σου το πω…», χαλάρωσε τα χέρια του και ξέσπασε σε λυγμούς…

Ο Παναγιώτης είχε σκοτωθεί στο κέντρο της Αθήνας σε τροχαίο την ημέρα που εκείνη έφυγε για την περιοδεία. Προσπάθησε να προφυλάξει ένα μηχανάκι… Κι ήταν μόλις 33 ετών…

«Όταν έχεις βιώσει και γευτεί μια τέτοια φιλία, μια τέτοια σχέση, τι άλλο μπορείς να ζητήσεις απ’ τη ζωή; Σ’ ευχαριστώ πολύ!!!» 

Ήταν γραμμένο σε μία κάρτα. Έξω από τον φάκελο ήταν το όνομα της Μαργαρίτας. Το βρήκε η κυρία Βικτωρία, πάνω στο γραφείο του, όταν μετά από μέρες τακτοποιούσε τα πράγματά του…

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος