Με ένα χαμόγελο και ένα νεύμα

15.08.2017

 

 

Πέρασα μέρες και νύχτες αναστενάζοντας για τα λάθη και τα προβλήματα της καθημερινότητάς μου. Περπατούσα και σκεφτόμουνα, σκεφτόμουνα και περπατούσα. Πάντα με σκυμμένο το κεφάλι. Τι ψάχνουμε πράγματι εμείς οι άνθρωποι εκεί κάτω; Μήπως άραγε από εκεί πηγάζει η όποια λύση;

Στον ρυθμό του κάθε μου βήματος χόρευε η κάθε μου σκέψη. Ίχνος θετικότητας και ελπίδας. Μόνο προβλήματα, προβλήματα, προβλήματα. Από τα μάτια μου ήταν έτοιμα να ξεχυθούν ποτάμια δακρύων. Με το ζόρι τα κρατούσα. Με όλη μου την δύναμη έσφιγγα τα δόντια μου ενώ παράλληλα προσπαθούσα να βάλω δήθεν σε τάξη την μετέπειτα ζωή μου. Ποια είμαι εγώ για να μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο; Πόση μεγάλη ιδέα έχουμε για τον εαυτό μας εμείς οι άνθρωποι;

Περπατούσα περίπου τρεις ώρες την μέρα. Με το περπάτημα μπορούσα να απαλλαγώ με έναν μαγικό τρόπο από το άγχος που τόσο καιρό με πίεζε, οπότε με την πρώτη ευκαιρία φρόντιζα να το εκμεταλλευτώ καταλλήλως. Ο δρόμος μου κάθε μέρα ο ίδιος. Από το σπίτι μου προς την Αγίου Δημητρίου και το κέντρο της Θεσσαλονίκης και πάλι πίσω. Ο Βαρδάρης φυσάει τόσο γλυκά τα ανοιξιάτικα απογεύματα… Σχεδόν σε γαληνεύει.

Και κάπου εκεί ήταν που συνειδητοποίησα το πόσο λάθος έκανα που άφηνα τόσο καιρό τον εαυτό μου να απελπιστεί και να παρασυρθεί από τον τυφώνα της καθημερινότητας.

Κοίταξα ψηλά. Τυχαία.

Σε μια παλιά οικοδομή της Αγίου Δημητρίου στεκόταν σε ένα μπαλκόνι μια γιαγιά. Φορούσε ένα λευκό μακρύ νυχτικό και είχε τα μαλλιά της μαζεμένα διακριτικά και προσεγμένα. Την είδα να χαμογελάει σε κάποιον χαμηλά στον δρόμο και να τον χαιρετάει με όλη της την ψυχή παρόλο που οι δυνάμεις της δεν μπορούσαν να  την στηρίξουν. Έστρεψα από περιέργεια το βλέμμα μου προς το μέρος που είχε κι εκείνη στραμμένο το δικό της. Ήταν ένα μαύρο μεγάλο αυτοκίνητο και μέσα σε αυτό, στο πίσω κάθισμα ένα παιδάκι γύρω στα τρία χρονών. Το παιδάκι χαιρετούσε κι αυτό την γιαγιά με τον ίδιο ζήλο και με την ίδια χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

Άραγε να γνωρίζονταν; Αναρωτήθηκα. Μήπως είναι το εγγονάκι της; Όχι. Δεν ήταν. Οι γονείς που κάθονταν μπροστά αδιαφόρησαν παντελώς τόσο για την κίνηση του παιδιού τους, όσο και για το πρόσωπο στο οποίο αυτή απευθυνόταν.

Τότε έστρεψα ξανά το βλέμμα μου στην γλυκύτατη γιαγιά. Εκείνη έκανε το ίδιο, καθώς το μαύρο μεγάλο αυτοκίνητο χάθηκε σχεδόν ολότελα από το οπτικό μας πεδίο. Με κοίταξε με το ίδιο υπέροχο και γεμάτο ευτυχία και συνάμα λησμονιά θα έλεγα βλέμμα της και σήκωσε με θάρρος το χέρι της για να με χαιρετήσει χαμογελαστή. Δε δίστασα. Δε σκέφτηκα τίποτε. Με την ίδια δύναμη άρχισα να κουνάω το χέρι μου με τόση χαρά, σαν να έβλεπα μπροστά μου τον πιο αγαπημένο μου άνθρωπο που είχα μάλιστα χρόνια να τον δω.

Είδα το πρόσωπό της να λάμπει. Είδα στα μάτια της την δική μου γιαγιά. Τα μάτια μου πια δάκρυζαν όχι από λύπη για τα ανόητα προβλήματα της ζωής μου, αλλά από σεβασμό στην κάθε γιαγιά που έμαθε να αντέχει και να ζει ελεύθερη από τις ανούσιες δεσμεύσεις της δικιάς μας εποχής.

Πόσα να έζησε άραγε αυτή η γιαγιά; Πόσο πόνο να άντεξε; Πώς κοιμάται το βράδυ πριν κοιμηθεί; Και γιατί εγώ ποτέ μου δεν αρκέστηκα με ένα χαμόγελο και ένα αυθόρμητο νεύμα κάποιου άγνωστου;

Γιατί ξεχάσαμε να εκτιμάμε;

Η γιαγιά συνέχισε να με χαιρετάει με μεγαλύτερο ενθουσιασμό. Ο χαιρετισμός της είχε ανταπόκριση κάτι που την έκανε ευτυχισμένη. Το έβλεπες στο βλέμμα της.

Ένα παιδί και μια γιαγιά.

Αυτός είναι ο ορισμός της απόλυτης ελευθερίας. Το παιδί γιατί ακόμη δεν γνωρίζει τίποτα και η γιαγιά γιατί έμαθε τα πάντα. Όλοι οι υπόλοιποι είμαστε οι καταδικασμένοι.

Συνέχισα να περπατάω με τον ίδιο ρυθμό. Εκείνη την μέρα δεν σκέφτηκα άλλο τα δικά μου προβλήματα. Αφιέρωσα την σκέψη μου στην γιαγιά και έκανα όμορφα σενάρια για το παρελθόν το παρόν και το μέλλον της.

Το βράδυ κοιμήθηκα ήρεμη. Ήξερα πως με ένα χαμόγελο και έναν χαιρετισμό, έκανα έναν άνθρωπο χαρούμενο έστω για λίγα μόνο λεπτά.  Κι όμως με κάτι τόσο απλό ένιωσα πλούσια.

Ήταν πολύ;

_

γράφει η Άντια Αδαμίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Λευκό πέπλο

Λευκό πέπλο

Δροσάτη νύχτα, αέρινη, Απριλίου. Στη λεωφόρο θόρυβος αυτοκινήτων. Χθες αρραβωνιάστηκαν δυο νέα παιδιά.  Το επόμενο Σάββατο, σε μια εξόρμησή τους στην εξοχική Ιερά Ανδρώα Μονή, περνούν τη μεγάλη πύλη με τον Σταυρό. Στην είσοδο του καθολικού δίπλα στο μανουάλι, ένας...

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

Φίλες, γειτόνισσες, συμμαθήτριες, αγαπημένες και κολλητές, η Σύλβια και η Μαρία, μακράν καλύτερες και από αδερφές, μοιράζονταν τη ζωή και τις ομορφιές της, σε ίσα μερίδια. Όλη την ημέρα μαζί, η μία στο σπίτι της άλλης και μόνο τη νύχτα, με βαριά καρδιά πήγαιναν για...

Βροντή

Βροντή

Αθήνα Απαυδισμένοι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους. Αναμένονταν κινητοποιήσεις για το δημοψήφισμα με επίκεντρο την Πλατεία Συντάγματος. Αεροδρόμιο Μακεδονία «Σας μιλάει ο κυβερνήτης από το πιλοτήριο του αεροσκάφους. Αυτή είναι μια πτήση μη καπνιστών. Θερμοκρασία εδάφους...

Σκοτεινή εγγύτητα

Σκοτεινή εγγύτητα

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, καταβεβλημένος. Ήταν απόγευμα και πριν από λίγη ώρα είχε βγει από το εξαώροφο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας που δούλευε. Στο κεφάλι του συνωστίζονταν σκέψεις βαριές, ετερόκλητες, που όλες τους συνηγορούσαν σε μια...

Ο προφήτης

Ο προφήτης

Τράβηξε το κάρο και το ζεύτηκε. Και έφερε και μια και δυο γυροβολιές και πόσες άλλες έφερε μέσα στο κύλισμα των χρόνων. Και έκαμε τον κόσμο του κατά πως τον ήθελε. Και με το βλέμμα έψαχνε να βρει, έβρισκε μονάχα τον εαυτό του.  Κάποτε κουράστηκε και τότε είδε.  Είδε...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ο προφήτης

Ο προφήτης

Τράβηξε το κάρο και το ζεύτηκε. Και έφερε και μια και δυο γυροβολιές και πόσες άλλες έφερε μέσα στο κύλισμα των χρόνων. Και έκαμε τον κόσμο του κατά πως τον ήθελε. Και με το βλέμμα έψαχνε να βρει, έβρισκε μονάχα τον εαυτό του.  Κάποτε κουράστηκε και τότε είδε.  Είδε...

Αχρείαστοι ήρωες

Αχρείαστοι ήρωες

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πάλι ξύπνησα μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου κι είναι ακόμα νύχτα νομίζω. Την αγαπάω τη μαμά μου πολύ αλλά τις τελευταίες μέρες που φύγαμε από το σπίτι και είμαστε σ’ αυτό το υπόγειο δε με αφήνει να κοιμηθώ καλά το βράδυ. Όλο με...

Δεκαοκτώ μήνες

Δεκαοκτώ μήνες

Κανείς δεν επρόκειτο να του πάρει την ελευθερία του. Ο Πέτρος έχει και νομικό οπλοστάσιο στα χέρια του και οργανώνεται μέσα από τη φυλακή. Με τα συντρόφια του επικοινωνεί συνέχεια, καθώς και με την Άννα, που είναι μαζί από το πρώτο έτος της νομικής. Όλοι αυτοί ήταν...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου