Select Page

Με ένα χαμόγελο και ένα νεύμα

Με ένα χαμόγελο και ένα νεύμα

 

 

Πέρασα μέρες και νύχτες αναστενάζοντας για τα λάθη και τα προβλήματα της καθημερινότητάς μου. Περπατούσα και σκεφτόμουνα, σκεφτόμουνα και περπατούσα. Πάντα με σκυμμένο το κεφάλι. Τι ψάχνουμε πράγματι εμείς οι άνθρωποι εκεί κάτω; Μήπως άραγε από εκεί πηγάζει η όποια λύση;

Στον ρυθμό του κάθε μου βήματος χόρευε η κάθε μου σκέψη. Ίχνος θετικότητας και ελπίδας. Μόνο προβλήματα, προβλήματα, προβλήματα. Από τα μάτια μου ήταν έτοιμα να ξεχυθούν ποτάμια δακρύων. Με το ζόρι τα κρατούσα. Με όλη μου την δύναμη έσφιγγα τα δόντια μου ενώ παράλληλα προσπαθούσα να βάλω δήθεν σε τάξη την μετέπειτα ζωή μου. Ποια είμαι εγώ για να μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο; Πόση μεγάλη ιδέα έχουμε για τον εαυτό μας εμείς οι άνθρωποι;

Περπατούσα περίπου τρεις ώρες την μέρα. Με το περπάτημα μπορούσα να απαλλαγώ με έναν μαγικό τρόπο από το άγχος που τόσο καιρό με πίεζε, οπότε με την πρώτη ευκαιρία φρόντιζα να το εκμεταλλευτώ καταλλήλως. Ο δρόμος μου κάθε μέρα ο ίδιος. Από το σπίτι μου προς την Αγίου Δημητρίου και το κέντρο της Θεσσαλονίκης και πάλι πίσω. Ο Βαρδάρης φυσάει τόσο γλυκά τα ανοιξιάτικα απογεύματα… Σχεδόν σε γαληνεύει.

Και κάπου εκεί ήταν που συνειδητοποίησα το πόσο λάθος έκανα που άφηνα τόσο καιρό τον εαυτό μου να απελπιστεί και να παρασυρθεί από τον τυφώνα της καθημερινότητας.

Κοίταξα ψηλά. Τυχαία.

Σε μια παλιά οικοδομή της Αγίου Δημητρίου στεκόταν σε ένα μπαλκόνι μια γιαγιά. Φορούσε ένα λευκό μακρύ νυχτικό και είχε τα μαλλιά της μαζεμένα διακριτικά και προσεγμένα. Την είδα να χαμογελάει σε κάποιον χαμηλά στον δρόμο και να τον χαιρετάει με όλη της την ψυχή παρόλο που οι δυνάμεις της δεν μπορούσαν να  την στηρίξουν. Έστρεψα από περιέργεια το βλέμμα μου προς το μέρος που είχε κι εκείνη στραμμένο το δικό της. Ήταν ένα μαύρο μεγάλο αυτοκίνητο και μέσα σε αυτό, στο πίσω κάθισμα ένα παιδάκι γύρω στα τρία χρονών. Το παιδάκι χαιρετούσε κι αυτό την γιαγιά με τον ίδιο ζήλο και με την ίδια χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

Άραγε να γνωρίζονταν; Αναρωτήθηκα. Μήπως είναι το εγγονάκι της; Όχι. Δεν ήταν. Οι γονείς που κάθονταν μπροστά αδιαφόρησαν παντελώς τόσο για την κίνηση του παιδιού τους, όσο και για το πρόσωπο στο οποίο αυτή απευθυνόταν.

Τότε έστρεψα ξανά το βλέμμα μου στην γλυκύτατη γιαγιά. Εκείνη έκανε το ίδιο, καθώς το μαύρο μεγάλο αυτοκίνητο χάθηκε σχεδόν ολότελα από το οπτικό μας πεδίο. Με κοίταξε με το ίδιο υπέροχο και γεμάτο ευτυχία και συνάμα λησμονιά θα έλεγα βλέμμα της και σήκωσε με θάρρος το χέρι της για να με χαιρετήσει χαμογελαστή. Δε δίστασα. Δε σκέφτηκα τίποτε. Με την ίδια δύναμη άρχισα να κουνάω το χέρι μου με τόση χαρά, σαν να έβλεπα μπροστά μου τον πιο αγαπημένο μου άνθρωπο που είχα μάλιστα χρόνια να τον δω.

Είδα το πρόσωπό της να λάμπει. Είδα στα μάτια της την δική μου γιαγιά. Τα μάτια μου πια δάκρυζαν όχι από λύπη για τα ανόητα προβλήματα της ζωής μου, αλλά από σεβασμό στην κάθε γιαγιά που έμαθε να αντέχει και να ζει ελεύθερη από τις ανούσιες δεσμεύσεις της δικιάς μας εποχής.

Πόσα να έζησε άραγε αυτή η γιαγιά; Πόσο πόνο να άντεξε; Πώς κοιμάται το βράδυ πριν κοιμηθεί; Και γιατί εγώ ποτέ μου δεν αρκέστηκα με ένα χαμόγελο και ένα αυθόρμητο νεύμα κάποιου άγνωστου;

Γιατί ξεχάσαμε να εκτιμάμε;

Η γιαγιά συνέχισε να με χαιρετάει με μεγαλύτερο ενθουσιασμό. Ο χαιρετισμός της είχε ανταπόκριση κάτι που την έκανε ευτυχισμένη. Το έβλεπες στο βλέμμα της.

Ένα παιδί και μια γιαγιά.

Αυτός είναι ο ορισμός της απόλυτης ελευθερίας. Το παιδί γιατί ακόμη δεν γνωρίζει τίποτα και η γιαγιά γιατί έμαθε τα πάντα. Όλοι οι υπόλοιποι είμαστε οι καταδικασμένοι.

Συνέχισα να περπατάω με τον ίδιο ρυθμό. Εκείνη την μέρα δεν σκέφτηκα άλλο τα δικά μου προβλήματα. Αφιέρωσα την σκέψη μου στην γιαγιά και έκανα όμορφα σενάρια για το παρελθόν το παρόν και το μέλλον της.

Το βράδυ κοιμήθηκα ήρεμη. Ήξερα πως με ένα χαμόγελο και έναν χαιρετισμό, έκανα έναν άνθρωπο χαρούμενο έστω για λίγα μόνο λεπτά.  Κι όμως με κάτι τόσο απλό ένιωσα πλούσια.

Ήταν πολύ;

_

γράφει η Άντια Αδαμίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χριστίνα Παπαβασιλείου

Γεννήθηκα στην όμορφη Θεσσαλονίκη, όμως οι συγκυρίες με έφεραν στη ζεστή Λάρισα. Με τα χρόνια την αγάπησα και αυτήν. Τελευταία, οι γύρω μου λένε πως μεγάλωσα, δεν είμαι πια παιδί. Τους αγνοώ και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Από μικρή ήμουν βιβλιόπαιδο, αγαπούσα τα βιβλία και τις περίεργες λέξεις τους. Μια νύχτα με βροχή στάθηκε η αφετηρία για να πιάσω ενεργά χαρτί και μολύβι. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλες τέτοιες νύχτες -ενίοτε και μέρες- που οι σκέψεις μου αποτυπώνονταν στο χαρτί. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Ως τότε, θα συνεχίσω να χορεύω στο ρυθμό της ζωής...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!