Select Page

Με λένε…βροχή

Με λένε…βροχή

Ψιχαλίζει. Κι εκείνος κάθεται κάτω απ’ τη βροχή. Χωρίς ομπρέλα. Χωρίς κουκούλα. Βρεγμένος. Παγωμένος. Αλλά δε φεύγει. Περιμένει. Δεν έχει πού να πάει.
Σκοτεινή μέρα. Γκρι ουρανός. Γκρι δρόμοι. Γκρι άνθρωποι. Γκρι διαθέσεις. Όσα περνάνε γύρω του είναι γκρι. Το αγαπημένο του χρώμα. Το χρώμα της ζωής του.
Παρατηρεί τους ανθρώπους που περνούν αδιάφοροι δίπλα του. Μια γυναίκα που περπατάει γρήγορα κάτω απ’ την ομπρέλα της. Ακούει τα τακούνια της στο πεζοδρόμιο. Ένα παιδάκι που ξεφεύγει απ’ το χέρι της μάνας του και γίνεται μούσκεμα. Εκείνη το μαλώνει. Ένα κορίτσι κι ένα αγόρι που περπατάνε χέρι-χέρι, χωρίς να τους ενοχλούν οι ψιχάλες. Ίσως να μην τις έχουν καταλάβει καν. Ένας ηλικιωμένος που περνά αργά τη διάβαση, προσέχοντας να μη γλιστρήσει, κι ένας οδηγός που κορνάρει εκνευρισμένος.
Δεκάδες άνθρωποι. Με δεκάδες ιστορίες. Ο καθένας τους θεωρεί το παρελθόν του πιο ενδιαφέρον, τα προβλήματά του πιο σημαντικά, τον εαυτό του ανώτερο. Κανένας δεν καταδέχεται να ρίξει μια ματιά στον άστεγο στη γωνία. Είναι μικρός για τα μεγάλα «εγώ» τους.
Μόνο το παιδί τού χαμογελάει. Αθώα. Ειλικρινά. Όπως μόνο τα παιδιά ξέρουν. Αν γλυτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.
Τα μάτια του θολώνουν ξαφνικά. Ένα δυνατό φως εμφανίζεται, και όλο και τον πλησιάζει. Έχει τη μορφή γυναίκας. Είναι αληθινό σώμα αυτό που βλέπει, ή είναι αερικό; Μοιάζει περισσότερο με νεράιδα απ’ ότι με γυναίκα. Βλέπει τη μορφή της να έρχεται κοντά του. Νιώθει τη ζέστη απ’ το φως της.
Νομίζει πως είναι μέσα σε όνειρο, σα να ’ναι όραμα αυτό που βλέπει κι όχι πραγματικότητα. Το φως γίνεται πιο δυνατό, τόσο που του είναι αδύνατο να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά. Τα κλείνει, μα νιώθει την παρουσία της μπροστά του.
Ψάχνει, στο θολωμένο του μυαλό, να βρει τις λέξεις. Πού κρύβονται οι λέξεις όταν τις χρειαζόμαστε περισσότερο;
«Πώς σε λένε;» τη ρωτά έπειτα από λίγο, βραχνά, με δυσκολία.
«Με λένε…βροχή» του απαντά με μια φωνή κρυστάλλινη και του χαϊδεύει τα μαλλιά.
Το άγγιγμά της του προκαλεί ανατριχίλα, νιώθει το σώμα του να λιώνει, να εξαϋλώνεται, και να μένει μονάχα η ψυχή του, γυμνή, εκτεθειμένη, να αιωρείται πάνω απ’ τα κεφάλια των περαστικών. Και πετάει ψηλά, όλο και πιο ψηλά, αφήνοντας κάτω τον κόσμο που τόσο τον πλήγωσε. Νιώθει ανάλαφρος. Νιώθει ελεύθερος.
Η ψιχάλα έγινε καταιγίδα. Κι εκείνος κάθεται κάτω απ’ τη βροχή. Χωρίς ομπρέλα. Χωρίς κουκούλα. Βρεγμένος. Παγωμένος. Αλλά δε φεύγει. Τα μάτια του είναι κλειστά.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Γεννημένη μια ζεστή μέρα του Δεκέμβρη είκοσι χρόνια πριν, ψάχνει πάντα τη ζέστη στο κρύο και το κρύο στη ζέστη. Διαβάζει μετά μανίας. Τα πρωινά τραγουδάει και τα βράδια κοιτάει τ' αστέρια. Λειτουργεί με μουσική, καφεΐνη, λέξεις κι όνειρα.

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!