τοβιβλίο.net

Select Page

Μια αλλόκοτη εμπειρία

Μια αλλόκοτη εμπειρία

Η Αντιγόνη βρίσκεται σ’ έναν ολόλευκο διάδρομο, πάνω στο φορείο, λίγο πριν μπει στο χειρουργείο. Πάνω από την μεγάλη πόρτα που την χωρίζει, υπάρχει ένα λευκό ρολόι τοίχου και οι δείχτες του δείχνουν 8:30. Είναι ολομόναχη. Κανείς δεν γνωρίζει πως η κατάσταση με το χέρι της είναι τόσο σοβαρή. Εδώ και καιρό, μέρα τη μέρα, το δεξί της χέρι άρχισε να παραλύει, μέχρι που τις τελευταίες μέρες το κινούσε με τη βοήθεια του αριστερού. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει, όταν στην ηλικία των δυόμιση ετών είχε τραυματιστεί σοβαρά.

«Εάν δεν μπορείτε να το φτιάξετε, θα σας παρακαλούσα να το αντικαταστήσετε με γάντζο, για να είναι λειτουργικό…» είχε πει στους γιατρούς, όταν έκαναν το συμβούλιο και είχαν καλέσει και την ίδια. «Είμαι μόνη μου και έχω αυτά τα δύο χέρια για να δουλεύω και να ζω με αξιοπρέπεια.»

«Αυτό που μας ζητάς, όμως, είναι πολύ σοβαρό. Θα μπορούσες να το υπογράψεις;»

«Μάλιστα. Τον τελευταίο καιρό έχω μάθει να γράφω και με το αριστερό. Εννοείται πως θα σας υπογράψω. Είναι δική μου η απόφαση και δική μου η ευθύνη.»

Το ύφος της ήταν τόσο σοβαρό και έδειχνε πως είχε πάρει την απόφασή της. Την είχε συζητήσει με τον γιατρό που την είχε αναλάβει, αλλά και με τον διευθυντή του. Όσο κι αν προσπάθησαν να της αλλάξουν γνώμη, είχε σταθεί αδύνατον. Αυτός ήταν και ο λόγος που πήγε όλη η ομάδα στον διευθυντή και πρόεδρο του νοσοκομείου, ο οποίος ήταν κι ο ίδιος γιατρός. Έπρεπε να υπάρχει και η νομική πλευρά του θέματος και κάτι ήξερε εκείνος παραπάνω.

«Πηγαίνετε, δεσποινίς. Σας υπόσχομαι προσωπικά πως θα κάνουμε ό,τι μπορούμε…», της είπε μ’ ένα καλοσυνάτο χαμόγελο.

«Δεν ξέρω τι θα κάνετε. Το χέρι της θέλω και πρέπει να σωθεί», είπε στην ομάδα των γιατρών. «Πόσων χρονών είπαμε πως είναι;»

«Είκοσι δύο, κύριε διευθυντά…», απάντησε ο γιατρός που την είχε «χρεωθεί» και που την γνώριζε καλύτερα.

«Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, καραβάκια στο Αιγαίο δεν με βλέπετε καλέ…», σιγοτραγουδούσε η Αντιγόνη επάνω στο φορείο, βλέποντας από τα τεράστια παράθυρα την θάλασσα του Σαρωνικού.

«Είπες κάτι, κορίτσι μου;», την ρωτά ο νοσοκόμος που την συνοδεύει.

«Τραγουδάω…», του απαντά εκείνη μ’ ένα πλατύ χαμόγελο.

«Μπράβο σου. Είσαι γενναία. Δεν φοβάσαι.»

«Αν φοβάμαι, λέει… Όχι μόνο φοβάμαι, αλλά δεν ξέρω αν θα βγω από ‘κει μέσα. Κι αν θα βγω, δεν ξέρω αν θα έχω και τα δύο χέρια μου…»

Εκείνο το λεπτό ανοίγει η πόρτα του χειρουργείου.

«Όλα θα πάνε καλά…», της λέει, ενώ σπρώχνει το φορείο και μπαίνουν στον χώρο όπου θα γίνει η επέμβαση. Εκεί την περιμένει όλη η ομάδα και όλοι έχουν έναν καλό λόγο να της πουν.

Η Αντιγόνη ανοίγει τα μάτια της και βρίσκεται στην πτέρυγα όπου φιλοξενούνται όσοι έχουν μόλις βγει από το χειρουργείο, για να πάνε την άλλη μέρα στο δωμάτιό τους. Έχει μεσημεριάσει πια. Τον πρώτο άνθρωπο που βλέπει, είναι η Δέσποινα, η νοσηλεύτρια με την οποία έχουν δημιουργήσει μια φιλική σχέση. Εκείνη, παρόλο που είχε σχολάσει, είχε παραμείνει για να περιμένει την νέα της φιλενάδα, που ήξερε πως θα είναι μόνη της.

«Σου έχω μια έκπληξη…», της ψιθυρίζει στο αφτί. «Κοίτα ποιος είναι εδώ…»

Πόσο χάρηκε και συγκινήθηκε η Αντιγόνη. Ήταν ο Don, συνάδελφος και φίλος και ο μόνος που νοιάστηκε και ήξερε την κατάστασή της. Την είχαν επισκεφτεί με την γυναίκα του δυο φορές στο νοσοκομείο, όταν ακόμα γίνονταν οι εξετάσεις των εξετάσεων και έψαχναν οι γιατροί να βρουν την αιτία της παράλυσης.

Τον κοίταξε κατάματα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και όπως στεκόταν όρθιος στην άκρη του κρεβατιού, στητός, τεράστιος όπως ήταν, τώρα της φάνηκε ακόμα πιο γιγάντιος… Αυτός προσπαθούσε να της χαμογελάσει κι ας ήταν ακόμα ζωγραφισμένη η αγωνία στο πρόσωπό του. Η Αντιγόνη προσπάθησε να νοιώσει τα χείλη της.

«Τι θέλεις, κορίτσι μου;», την ρωτά η Δέσποινα. «Νερό δεν κάνει να πιεις ακόμα. Πρέπει να έρθει πρώτα ο γιατρός…» και της χάιδεψε τα μαλλιά.

Η Αντιγόνη στήνει, όσο μπορεί, την ματιά της στον αγαπημένο της συνάδελφο και με πονηριά στα μάτια προσπαθεί να αρθρώσει σωστά τις λέξεις.

«Καφέ, τσιγάρο κι έναν άντρα…» και του κλείνει το μάτι.

Βάζουν και οι τρεις τα γέλια.

«Βρε αθεόφοβη, ακόμα και τώρα δεν χάνεις το χιούμορ σου!»

«Δεν θα με ρωτήσεις τίποτα;», της λέει σε λίγο η Δέσποινα, που βλέπει πως η Αντιγόνη δεν έχει γυρίσει καθόλου το κεφάλι της δεξιά.

«Όχι. Και δεν θέλω να μάθω ακόμα. Μου αρκεί που ξύπνησα και είμαι εδώ…» και γύρισε το κεφάλι της ακόμα πιο αριστερά.

Δεν προλαβαίνει ν’ αποσώσει την κουβέντα της, όταν μπαίνει ο γιατρός της.

«Μόλις συνέλθεις, θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια…», της λέει μ’ ένα χαμόγελο ανακούφισης και της χαϊδεύει το δεξί μάγουλο. «Άνοιξε. Κλείσε. Άνοιξε. Κλείσε. Άνοιξε. Κλείσε. Μπράβο, κορίτσι μου! Μπράβο! Χαλάλι σου και η τρομάρα μας!»

Μόνο τότε γύρισε η Αντιγόνη. Βλέπει πως το δεξί της χέρι βρίσκεται εκεί. Ολόκληρο. Δεν το νοιώθει, δεν πονάει, αλλά το χέρι της είναι εκεί. Τεράστιο με τους επιδέσμους, αλλά είναι ολόκληρο στη θέση του.

«Ευχαριστώ…», ψελλίζει μονάχα.

«Ναι, αλλά…»

«Ναι. Ξέρω.»

«Τι ξέρεις;»

«Μπορώ να ρωτήσω κάτι;»

«Ρώτησε ό,τι θέλεις.»

«Τι συνέβη στο χειρουργείο;»

Ο γιατρός την κοιτάζει αμήχανα και με απορία, ενώ κοιτάζει και την Δέσποινα.

«Πες μου, σε παρακαλώ. Ξέρω πως κάτι έγινε.»

«Πόσες φορές σου είχα πει να μην καπνίσεις μετά τις δώδεκα; Δεν σου είχα επιτρέψει, που απαγορεύεται κανονικά, να καπνίσεις μονάχα τρία τσιγάρα το απόγευμα; Κι εσύ τι έκανες; Πόσα πακέτα κάπνισες;»

«Γιατρέ μου, ήμουν νυχτερινή και ήμαστε μαζί. Δεν κάπνισε, μήτε ήπιε τίποτα.» απαντά η Δέσποινα.

«Γιατί τρέχατε όλοι μαζί; Και τι ήταν αυτά που μου βάζατε και τιναζόμουν; Τι έγινε; Θέλω να μάθω. Ξέρω πως δεν ήταν όνειρο. Εκείνο που ξέρω πολύ καλά, είναι πως βρισκόμουν ψηλά και μάλιστα πάνω από τα φώτα. Και σας έβλεπα. Έβλεπα το σώμα μου κι εσάς να τρέχετε. Δεν μπορούσα ν’ ακούσω. Μόνο έβλεπα…»

«Σταμάτα. Σταμάτα, σε παρακαλώ…», της λέει ο γιατρός και μ’ έναν χαρτοβάμβακα σκουπίζει το μέτωπό του. Προσπαθεί να βρει τα κατάλληλα λόγια και την ψυχραιμία του. Δεν του έχει ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο…

«Αντιγόνη μου, έπαθες δυο φορές ανακοπή μέσα στο χειρουργείο. Γι’ αυτό και αργήσαμε, γιατί σαν επέμβαση, ήμαστε και είμαστε πολύ τυχεροί. Από την αρχή πέσαμε πάνω στο νεύρο. Το απελευθερώσαμε, το καθαρίσαμε και το μετατοπίσαμε. Και το χέρι σου είναι εντελώς λειτουργικό. Δεν θα τον χρειαστείς ποτέ τον γάντζο, κορίτσι μου! Να είσαι σίγουρη γι’ αυτό! Σαν αναρρώσεις, όμως, πρέπει και θέλω να κάνουμε κι έναν καρδιολογικό έλεγχο, για να δούμε κι εμείς γιατί συνέβη αυτό στο χειρουργείο και μήπως…»

«Αχ γιατρέ μου! Μην κουράζεσαι! Σου το λέω, όμως, από τώρα, για να μην έχεις αγωνία. Έχω γερή καρδιά. Από την στιγμή που είναι καρδιά-αγκινάρα, δεν έχει ανάγκη…»

«Θα σοβαρευτείς ποτέ σου;»

«Γιατρέ, ξέρετε τι μας ζήτησε μόλις ξύπνησε;». γελά η Δέσποινα.

«Νερό, φαντάζομαι.»

«Καφέ, τσιγάρο κι έναν άντρα…», γελά η Αντιγόνη και του κλείνει πονηρά το μάτι.

«Για την ώρα, τίποτα από τα τρία. Έτσι, για να σε τιμωρήσω. Αν συμβιβάζεσαι με λίγο νερό, το συζητάμε…»

«Ναι, αλλά όταν πάω στο δωμάτιό μου, θα πιω ένα καφεδάκι, δεν θα πιω; Μικρό. Τοσοδούλι. Κι ένα τσιγάρο… Καφές χωρίς τσιγάρο πάει; Δεν πάει. Όσο για τον άντρα, δεν βαριέσαι. Έχω καιρό μπροστά μου!!!»

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Bazaar βιβλίων

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος