Στους βρεγμένους δρόμους
έτρεχαν τα παιδιά.
Και στις έρημες αυλές
τρύπωναν τα όνειρά τους.
Χαμογελούσαν πίσω από τις ξύλινες πόρτες,
μέχρι να φύγει ο φόβος ( τις νύχτες ).
Στα χωριά αργοπέθαιναν
οι σκέψεις των γερόντων
και στις ανηφοριές
ο ήλιος γεννούσε ευλογία.
Η χαρά στύλωνε τα μάτια της
στους ναούς του πόνου
και οι προσευχές ανέβαιναν
στα καμπαναριά,
ευλογώντας την άνοιξη.

 

_

γράφει ο  Χριστόφορος Τριάντης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!