Select Page

Μνήμη Βύρωνα Λεοντάρη

Μνήμη Βύρωνα Λεοντάρη

Ο ποιητής Βύρων Λεοντάρης, δοτικός στην ευρύτητα των προθέσεων, κατέγραψε την ποιητική της 'ανομολόγητης' δι-επαφής, των 'κεκαλυμμένων' και μη αξιώσεων για την λέξη που 'αναζητεί' την φανέρωση της ως προ-μήνυμα.

Το ποιητικό πράττειν του Βύρωνα Λεοντάρη νοηματοδοτεί & νοηματοδοτείται ενώπιον της Ιστορίας, ενώπιον της μνημειώδους απορίας, ενώπιον μίας μνήμης που δύναται να συγκρατηθεί από τα 'διά-κενα' της λέξης & της επιδίωξης αναγνώρισης της: η μνήμη ως ενστικτώδης' παρόρμηση, ως 'φόνευση' της μίας και μόνο στιγμής, ως απουσία του ιδανικού: «Χάσματα του καιρού τα στοιχειωμένα διάκενα μες στη διαδοχή ο σάπιος σπόνδυλος και το σπασμένο σκαλοπάτι της σκάλας Τι να τις κάνω εγώ τις μνήμες μου τι να τις κάνω εγώ τις ρίζες μου όταν τα φύλλα μου έλιωσαν στο χώμα;».[1]

Ο ποιητής αποδιώχνει την μνήμη (η μνήμη & ως ηθελημένη απουσία, και απουσία του ιδανικού), ανα-καλώντας, 'σπέρνοντας' και 'περιφέροντας' τα 'φύλλα' ως άλλους 'άταφους' νεκρούς στον αιώνα και στην εποχή της γοητείας.

Οι όροι της διερώτησης 'ενσαρκώνουν' την γενεαλογία της παρουσίας & της θέασης (συν-θέασης) στις ατραπούς της μείζονος ιδέας, στις ατραπούς των ιστορικών ερειπίων' που υπο- δέχονται τα 'φύλλα που λιώνουν στο χώμα', ήτοι ανθρώπινα ονόματα, σφαγές, 'σιωπές' που 'συνοδεύουν' την 'ακηδεία', τα 'φύλλα' μίας εντατικής ομολογίας: ''όταν τα φύλλα μου έλιωσαν στο χώμα''. Ομολογία η οποία συνέχει, εγκολπώνει και εγκολπώνεται στην ποίηση, ομολογία όχι 'λύτρωσης', αλλά μίας τροπικότητας που εδράζεται στην προθυμία απο-κάλυψης της ιστορίας του εμφυλίου πολέμου της ήττας της Αριστεράς, της εμπλόκισης στα μεταίχμια της ίδιας Ιστορίας ως οικογενειακή παράθεση επάλληλων συμβάντων και νεκρών, ως ένα προσκλητήριο μίας 'αδιάβατης' θρηνωδίας.

Στην ορμητικότητα και στη βία με τις οποίες εισέρχεται η 'Νέα' 'Εθνικόφρονη' περίοδος στην Ιστορία, η ποίηση αντιτάσσει την λειτουργική 'υπόνοια', την πυκνότητα των εγγραφών στο χρόνο και στο χώρο.

Ποιητής της μεταπολεμικής γενιάς, ο Βύρων Λεοντάρης 'τρέφεται' από την προσίδια 'μήτρα' των πλέριων συμβολισμών, ΄συλλαμβάνει' τους όρους των χασμάτων που προκαλεί η περιώνυμη ήττα, ζώντας ποιητικά από τις πλαισιώσεις της 'διαμελισμένης' ακεραιότητας του καιρού του, αναπλάθοντας νοήματα, την καίρια απουσία, την Ιστορία που 'τρέφεται' από την νεκρική σιγή, από τους 'Αχέροντες' ως τόπο αναφοράς, από την ίδια την 'σκύλευση'-διαπόμπευση της από τις ιδεολογικές προκείμενες της νέας 'Εθνικοφροσύνης'.

Την Ιστορία που 'τρέφεται' από τους ορισμούς-προσδιορισμούς της αδιόρατα και μη 'φετιχοποιημένης' & 'εργαλειακής' απόδοσης τιμών από πλευράς Κομμουνιστικού κόμματος. Η περιώνυμη 'Ποίηση της ήττας', (όπως έχει εντυπωθεί στη φιλολογική κριτική), προσιδιάζει όχι απλοϊκά στην ήττα, αλλά στην προθυμία και επιθυμία καταγραφής, στην αφιέρωση στο 'βωμό' του 'ανέστιου 'έρωτα': ''Τι να τις κάνω εγώ τις μνήμες μου τι να τις κάνω εγώ τις ρίζες μου όταν τα φύλλα μου έλιωσαν στο χώμα;''.

Ο ποιητής αρθρώνει τον ποιητική λογοθετικότητα των 'ανοίκειων' καιρών, όντας ο ιδιότυπος, ο θελκτικός παρατηρητής των εγκάρσιων τομών, επιτελώντας το άλμα στα ιστορικά μεταίχμια, στα υποκείμενα που 'ζητούν' την 'σπουδή' της λέξης & της ποίησης πάνω στα σώματα, στις διάστικτες αντινομίες.

Εντός ιστορικού γίγνεσθαι η ποίηση του Βύρωνα Λεοντάρη διαμεσολαβεί την οριακότητα της προσφοράς & της ζήτησης, αρθρώνει τον ίμερο του νόστου στην ακόμη και 'αλλόκοτη' ελπίδα, εμπλέκεται στις σημάνσεις μίας Ιστορίας που παρατάσσεται ενώπιον των 'θριάμβων' της.

Η ποίηση του είναι η 'πληγή', το 'τραύμα' της εγκλητικής ελληνικότητας, η 'σαρκική' & η νοητική 'επανεπινόηση' τη της καθημερινότητας.

Μία ιδιαίτερη ποιητικότητα δύναται να λειτουργήσει και ως προσδοκία της λέξης, ως 'διάσχιση' των επάλληλων λέξεων-προσδιορισμών, 'διάβαση' του ειπωμένου και του ανείπωτου, του καθημερινού 'πανικού': «Κανείς δεν είμαι απών ματαιωμένος και απών άδειος-κερί μολύβι και χαρτί λιώνει και το μολύβι σαν κερί και το χαρτί αποσαθρώνεται το κατατρώνε οξειδώσεις σχιζομήκυτες ανόβια κι αναρωτιέμαι ήταν ανάγκη έτσι να ειπωθεί η ζωή μας λέξεις και συλλαβές αλληλοσπαραγμένες στίχοι με κατακλείδες που ηχούν σαν λαιμητόμοι».[2]

Ποίηση που 'αιμορραγεί' ως πράξη, που 'επικοινωνεί' με τον 'περιπλανώμενο' θάνατο. O Gilles Deleuze αναφέρει πως η ''γλώσσα ονομάζει την δυνατότητα'',[3] όπως 'ονομάζει' και την δυνατότητα της 'επισφράγισης' μίας εποχής διαμέσου της παραπομπής σε αυτήν.

Με την δυνατότητα των κανονιστικών και μη λέξεων, ο Βύρων Λεοντάρης δια-κρατεί την διαθετικότητα-ευρύτητα της ποίησης ως 'δαμόκλειο σπάθη' πάνω από την κεφαλή των 'τοποτηρητών' της 'θριαμβεύουσας' Ιστορίας, πάνω από το απόθεμα της προνομίας.

 Η κάθε λέξη ενέχει τις εκφάνσεις ελάσσονος & μείζονος διαβήματος, μία εμπρόθετη αντανάκλαση των διευρυμένων ορίων. Πέρα από τους κανόνες, η 'εν-συνείδητη' γραφή-φορά του, 'ανθρώπινου μέσα στον άνθρωπο', για να παραπέμψουμε στον Levinas. «Θα 'ναι φριχτό να φύγουμε έτσι».[4]

Η ποιητική του Βύρωνα Λεοντάρη συγκροτείται στις σημάνσεις του διαρκούς 'τραύματος', επαναπροσδιορίζεται από το φασματικό 'πλήθος, (τη φασματικότητα του 'πλήθους'), 'ζητεί' την ιδιαίτερη 'ανάγνωση' της Ιστορίας που παλινδρομεί & εγγράφεται ως 'διάβαση-μετάβαση', νοηματοδοτώντας την παράλληλα και ως πιεστική 'απόφανση'.

Υπό αυτό το πρίσμα, το ποιητικό του πράττειν νοηματοδοτεί την 'δια-πάλη' με τα χάσματα, με τα 'φάσματα-'φαντάσματα' του Καιρού του, (με τους νεκρούς της ήττας) όχι με τους όρους μίας ανατιθέμενης 'νεκρολογίας', αλλά ως αναζήτηση της 'Ουτοπίας' που 'στοιχειώνει' ζώντες και νεκρούς.

Η κάθε ποιητικά κατατιθέμενη λέξη 'ενσαρκώνει' το χαμένο της προσωπείο-πρόσωπο, εγκολπώνεται το χρόνο, ΄εδαφικοποιείται' στη μεταιχμιακότητα ενός εκάστου, ενός συμβάντος, σε μία επιδίωξη 'επι-κοινωνίας' με την 'κοινότητα' των πρώτων νεκρών: «Σεσημασμένος είμαι. Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με διαβάσετε ούτε να με διαβείτε. Τα λόγια που μιλώ που κόβουνε τη γλώσσα. Σ' αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης ποιητής μιας ποίησης που δεν μπορεί να υπάρξει μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι' αυτούς γράφω. Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν».[5]

Η ποιητική του εγγραφή αναφέρεται και ανα-καλεί τον λόγο του Ζαν Ζενέ για το «έργο τέχνης» το οποίο παραδίδεται «στον αναρίθμητο λαό των νεκρών», οι οποίοι «θα αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα σ’ αυτό».[6]

Η ποίηση παραδίδεται στους «αμύητους» νεκρούς, προσδιορίζεται  ως διαρκής & ‘άμετρη’ θυσία, εξυφαίνει την «συνωμοσία» της ‘απροσπέλαστης’ και της ‘προσπελάσιμης’ λέξης-λόγου,  παράγει-αναπαράγει την δυναμική της Ιστορίας: ο «λαός των νεκρών» του Ζενέ, που προνοεί για το χρόνο, που ‘δια-ρρηγνύει’ τα κομμάτια της μνήμης, που νοείται ως πρόθεση και ‘πρωταρχική’ ευφορία, ‘επι-κοινωνεί’ με το ποιητικό υπόδειγμα του Βύρωνα Λεοντάρη: «μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω».

Ο ποιητικός κανόνας αρθρώνεται ως μη-κανόνας, ως επιμέρους γραφή των επιμέρους αξιώσεων, στην αρχή και στο κλείσιμο του αιώνα, με τον «λαό των νεκρών» ως περιώνυμη ‘πρόσβαση’.  Ο ποιητής φέρει τις ποιητικές αξιώσεις ενός  Canto.

Η γλώσσα 'προδίδει' & 'προδίδεται', 'διαμελίζεται' σε επιμέρους τμήματα 'υπό-γραφης', παύει να μακρηγορεί, 'μετασχηματίζεται' σε πρωτεϊκή επαναρύθμιση, σε έναν αστερισμό άφεσης, σε ένα συμβάν πραγμάτωσης στην αλήθεια του: ''Μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι' αυτούς γράφω''.

Στους ιστορικούς χρόνους και στις τομές που επι-φέρει η 'ειπωμένη' γλώσσα και γνώση, ο Βύρων Λεοντάρης διεκδίκησε το εύρος μίας ποίησης που 'συν-διαλέγεται' με τις ανάγκες της χρονικότητας, με την μεταπολεμική εξουσία του 'άλματος' μπροστά, με την μεταπολεμική ποίηση των σταθμευμένων κριτικών, με την Αριστερά της ανάθεσης, με τα διάφορα 'Ιερατεία' της μνήμης και της πρόσληψης-διάχυσης της.

 Η ποιητική του αγωνία συναρθρώνει αναφορές, εμπρόθετες δράσεις, τους νεκρούς δίχως την λέξη, την αλλαγή-ουτοπία υπό το πρόσημο-'όνομα' του 'πληθυντικού' αγώνα, την 'αλλόκοτη' ελπίδα μέσα από τα χάσματα-ερείπια.

Γράφει η Ζέφη Δαράκη: ''Εκείνο που χρήζει παρηγορίας εκείνο που νυχτώνει είναι ορατό μόνο μες στο σκοτάδι''.

Στο ποιητικό του γίγνεσθαι για να παραπέμψουμε στον Ριτσικό λόγο, ''ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο''.

Στο σκοτάδι καθίστανται ορατά τα ονόματα, λαμβάνουν 'σάρκα και οστά' ονόματα & 'πυρετικά' όνειρα. (Τα 'όνειρα γλυκά' του ποιητή).Στα πεδία της ποιητικής αναλυτικής του Βύρωνα Λεοντάρη, η Ελλάδα (και η σύγχρονη ιστορία της) είναι και η ποιητική 'ειρωνεία' της, ο 'κόμπος' στο χαρτί.

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης 

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Λεοντάρης Βύρων, ‘Μόνον δια της λύπης’, Δεύτερη Έκδοση, Εκδόσεις Έρασμος, Αθήνα, 2006, σελ.7.

[2] Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Λέξεις των εσχάτων. Σκέψεις για τον Βύρωνα Λεοντάρη’, στο: Μιχαήλ Σάββας, (επιμ.), ‘Homo Liber. Δοκίμια για την Εποχή, την Ποίηση και την Ελευθερία’, Εκδόσεις Άγρα, 2016, σελ. 191.

[3] Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Λέξεις των εσχάτων. Σκέψεις για τον Βύρωνα Λεοντάρη…ό.π., σελ. 189.

[4] Βλέπε σχετικά, ‘Βύρων Λεοντάρης: «Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως μια/ πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή/-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή…», Fractal, ‘H Γεωμετρία των Ιδεών’, 07/08/2014, fractalart.gr.

[5] Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Λέξεις μέχρις εσχάτων. Σκέψεις για τον Βύρωνα Λεοντάρη…ό.π., σελ. 187.

[6] Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Ο Jean Genet στον κόσμο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή…ό.π.,’ σελ. 227.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!