Select Page

Μολυβένιος στρατιώτης… αλλιώς

Μολυβένιος στρατιώτης… αλλιώς

Στην πινακίδα του Μουσείου Ψαριών μπορούσε κανείς εύκολα να διακρίνει το σχέδιο ενός ψαροκόκαλου σε κόκκινο χρώμα. Ο Λευτεράκης το παρατηρούσε για ώρα όταν ξαφνικά τον διέκοψε η φωνή της μητέρας του, που κρατούσε ήδη τα εισιτήρια. Η ξενάγηση ξεκίνησε και ένας υπέροχος κόσμος ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια του· κοχύλια, όστρακα, κοράλλια. Ο μικρός είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ που είχε ξεχάσει την γκρίνια για το παγωτό.
Στο κέντρο της αίθουσας των ψαριών να το πάλι· ένα κόκκινο ψαροκόκαλο- όχι φωτογραφία- αληθινό μέσα σε ένα γυάλινο δοχείο.  Ο Λευτέρης συλλάβισε τη χρυσή πινακίδα “Αγαπόψαρο.  Ψάρι της θάλασσας. Το πρώτο και τελευταίο του είδους. Δημιουργήθηκε από αστραπιαία μετάλλαξη στη Δανία. Θυσιάστηκε με τη θέλησή του.”
Μουρμούρισε χαμογελώντας “Αγαπόψαρο” και όταν έφτασε στο σπίτι άνοιξε την εγκυκλοπαίδεια. Έσυρε το δάχτυλο του για να βρει τη λέξη και διάβασε:
“Αγαπόψαρο.  Ψάρι της θάλασσας. Το πρώτο και τελευταίο του είδους. Δημιουργήθηκε από αστραπιαία μετάλλαξη στη Δανία. Θυσιάστηκε με τη θέλησή του.” “Καμία άλλη πληροφορία”, σκέφτηκε απογοητευμένος και μπήκε στην κουζίνα αναστενάζοντας.

“Τι έχεις Λευτεράκο μου;”, τον ρώτησε η κυρά Φωτεινή, η μαγείρισσα.
“Να, δε βρίσκω πληροφορίες για το αγαπόψαρο”, της είπε και η κυρά Φωτεινή έχασε το χρώμα της και λίγο έλειψε να χάσει και το δάχτυλό της από το μαχαίρι.
“Εγώ θα σου πω. Θα σου τα πω όλα. Μου τα είπε η γιαγιά μου, που της τα είπε η γιαγιά της, που της τα είχε πει η προγιαγιά της από πρώτο χέρι.”

Το πρόσωπο του μικρού έλαμψε. Κάθισε στο σκαμνάκι του αρπάζοντας μια φέτα καρπούζι έτοιμος να ακούσει.
“Το αγαπόψαρο, που λες Λευτεράκη μου, πριν γίνει αγαπόψαρο ήταν ένα ψάρι του είδους των βολταροϊδών, από αυτά που βολτάρουν στις θάλασσες. Μια μέρα το ψαράκι μας, ο Στράτος-ναι έτσι το έλεγαν- στράτα παίρνει στράτα αφήνει και ξεστρατίζει από το κοπάδι του. Όπως είχε χάσει το δρόμο του και ήταν απελπισμένος και πεινασμένος άρχισε να κλαίει. Και ξέρεις πώς κλαίνε τα βολταροϊδή ε; Ανοίγουν το στόμα τους πλατιά και καταβροχθίζουν τόσο νερό που τους παίρνει η κάτω βόλτα.
Έκλαιγε έκλαιγε, ώσπου ξαφνικά ένοιωσε βαρύς και ασήκωτος σα μολύβι. Έφτυνε ξανάφτυνε νερό για να ελαφρύνει μα τίποτα. Πήγε και ακούμπησε σε ένα κοραλλάκι για να συνέλθει, όταν άκουσε μια φωνή μέσα από την κοιλιά του να καλεί σε βοήθεια και να λέει ασυναρτησίες:

Μολυβένιο στρατιωτάκι
μέσα σου με κυματάκι
Τώρα θέλω να με φτύσεις
άντε ψάρι για να ζήσεις
Τι σκότος! Τι ερημιά!
Κι η μπαλαρίνα θα γλεντά...

Ο Στράτος ήθελε να μάθει την ιστορία του και τον άκουγε προσεκτικά μέσα απ’ την κοιλιά του.  Άρχισε λοιπόν να του λέει, ότι είναι ένα από τα σαράντα μολυβένια στρατιωτάκια ενός κακομαθημένου παιδιού. Του αποκάλυψε πως αν και μπορεί να σταθεί όρθιος έχει μόνο ένα πόδι λόγω λάθους στο καλούπι ενός ανόητου ξυλουργού. Του διηγήθηκε όλη τη διαδρομή του από το παράθυρο που τον είχε βάλει το παιδί, για να φυλάει δήθεν το σπίτι, έως τη στιγμή που βρέθηκε στη θάλασσα μέσα σε ένα χάρτινο καραβάκι φτιαγμένο από δύο μικρά κλεφτρόνια. Γέλασαν και οι δυο πολύ, όταν του είπε την ιστορία με τους νταήδες ποντικούς του υπονόμου, που κρύφτηκαν οι αλητήριοι από το φόβο τους, όταν άρχισε να κάνει φιγούρες με το όπλο του.
Ο Στράτος όμως είχε μια απορία. Ποια ήταν η μπαλαρίνα που είχε αναφέρει ο μολυβένιος στρατιώτης και γιατί θα γλεντούσε; Τότε ο μολυβένιος στρατιώτης κατέβασε το όπλο του και αναστέναξε τόσο δυνατά που το ψάρι αναλέπιασε. Ξεκίνησε λοιπόν να του λέει για την μπαλαρίνα ενός μουσικού κουτιού, το πιο όμορφο πλάσμα που είχε αντικρίσει έως τότε· Σώμα υπέροχο, μάτια γαλανά και ένα στέμμα στα μαλλιά. Την είχε δει, λέει, να κάνει το χορευτικό της με το ένα πόδι λυγισμένο και τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι την πρώτη μέρα που βρέθηκε σ΄ εκείνο το σπίτι.
Μα εκείνη ψηλομύτα καθώς ήταν δεν του έδινε καμία σημασία. Ένοιωθε, ότι τον κοιτούσε με λύπηση για το ένα του πόδι και περιφρόνηση γι’ αυτήν του την ατέλεια. Όμως εκείνος έκανε την προσπάθεια του μια νύχτα μεσάνυχτα -ξέρεις Λευτεράκη ε; την ώρα που ζωντανεύουν τα παιχνίδια.  Τότε η αψεγάδιαστη μπαλαρίνα τον κοίταξε λοξά και γέλασε με αυτόν και την έλλειψή του. Και έτσι γύρισε στη γωνιά του και δεν την ξανακοίταξε. Έτσι κι αλλιώς το επόμενο απόγευμα το παιδί τον έβγαλε στο περβάζι του παραθύρου, από όπου άρχισε η περιπέτειά του.
Ο Στράτος στενοχωρήθηκε με την ιστορία του στρατιώτη, που ξαφνικά άρχισε να μουρμουρίζει με λυγμούς

Αχ να μπορούσα να τη δω
πόσο την αγαπώ να πω
Να πιαστείς με ένα αγκίστρι
να γυρίσω μες το σπίτι
και να τότε θα της δείξω

…όμως ο τελευταίος στίχος χάθηκε στα κύματα μιας και ο Στράτος χωρίς να το σκεφτεί πήρε φόρα και βρέθηκε κάτω από μια γέφυρα, τη γνωστή δανέζικη “Γέφυρα της Πετονιάς”. Ο στρατιώτης ξαφνιάστηκε με την τόσο γρήγορη απόφαση του Στράτου να θυσιαστεί γι’ αυτόν. Πολύ σύντομα ένοιωσε το σώμα του να σπαρταράει. Ο καλός του φίλος είχε ήδη πιαστεί σε αγκίστρι. Κι ύστερα άκουσε τη φωνή του ψαρά “Βολταροειδές! Για δείτε βρε παιδιά... άλλο πάλι και τούτο!” και φωνές πολλές, που ήθελαν να αγοράσουν το Στράτο.
Ο στρατιώτης ήξερε πόσο πλούσια ήταν η οικογένεια του κακομαθημένου παιδιού και έτσι είχε πολλές ελπίδες, ότι η υπηρέτριά τους θα έπαιρνε το Στράτο, αυτή η υπηρέτρια που σιχαινόταν την ψαρίλα
Έτσι κι έγινε! Σε λίγη ώρα ο Στράτος και ο στρατιώτης που καθόταν ήσυχος μες την κοιλιά του βρίσκονταν στο σπίτι που έπρεπε πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Η μαγείρισσα, δηλαδή η προπροπρογιαγιά μου- κυρά Φωτεινή κι αυτή Λευτεράκο μου αχ! και πρόσεχε με το καρπούζι χάλια έγινες!- η μαγείρισσα λοιπόν άνοιξε τον Στράτο για να τον καθαρίσει και ξεφώνισε: “Το στρατιωτάκι σας μικρέ κύριε! Το στρατιωτάκι που χάσατε τις προάλλες.”
Τότε το παιδί τον πήρε, για να τον καθαρίσει. Τον πήγε στο σαλόνι και τότε ο στρατιώτης την είδε μέσα στο ροζ της φόρεμα λαμπερή, όπως πάντα. Την κοίταξε με ένα λοξό βλέμμα και της χαμογέλασε στραβά όλο ειρωνεία, ενώ η μπαλαρίνα του χαμογελούσε αναστενάζοντας. 
Εκείνη τη στιγμή μπήκε η υπηρέτρια στο σαλόνι βάζοντας τις φωνές για την απαίσια μυρωδιά και άνοιξε τα παράθυρα. Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός που παρέσυρε την μπαλαρίνα μες το τζάκι. Άδικα προσπάθησε να τη σώσει η αδερφή του αγοριού και από το θυμό της αρπάζει το μολυβένιο στρατιώτη από τα χέρια του αδερφού της και τον ρίχνει και αυτόν στο τζάκι αποκαλώντας τον “βρωμιάρη”. Δεν πρόλαβαν τα δυο αδέρφια να τσακωθούν γιατί, ενώ η μπαλαρίνα έγερνε στον ώμο του, ο στρατιώτης άρχισε να γελά, να γελά δυνατά μες τις φλόγες και να φωνάζει:

Αχ να μπορούσα να τη δω
Πόσο την αγαπώ να πω
Να πιαστείς με ένα αγκίστρι
να γυρίσω μες το σπίτι
και να τότε θα της δείξω
μες το τζάκι θα τη ρίξω...
Στράτο μου φίλε μου καλέ
Σ΄ ευχαριστώ πολύ χαζέ

Τα παιδιά, όλοι τα είχαν χαμένα!
Τότε ήταν που ο Στράτος μεταλλάχθηκε. Σπαρτάρησε για λίγο και το ψαροκόκαλό του έγινε κατακόκκινο. Η καημένη η γιαγιά Φωτεινή έμεινε άφωνη, αλλά έξυπνη και καπάτσα γυναίκα, καθώς ήταν, το έκρυψε στην ποδιά της.
Την επόμενη μέρα η υπηρέτρια, που πήγε να μαζέψει τις στάχτες από το τζάκι, βρήκε έκπληκτη μια πορσελάνινη καρδιά και τη σκανδάλη από το όπλο του στρατιώτη. Στο σπίτι αποφάσισαν να μην πουν τίποτα και το μυστικό αυτό το ξέρουμε πια οι δυο μας Λευτεράκο μου.”
“Καλά...και το ψαροκόκαλο; Δηλαδή πώς;”
“Το ψαροκόκαλο στο μουσείο είναι αντίγραφο. Το είχε εκμυστηρευτεί η γιαγιά μου στο δύτη, που ίδρυσε το μουσείο”, είπε η κυρά Φωτεινή και έβγαλε ένα κόκκινο ψαροκόκαλο από την ποδιά της χαμογελώντας.
Ο Λευτέρης έμεινε με το στόμα ανοιχτό και ζουμιά από το καρπούζι έσταζαν στην μπλούζα του σχηματίζοντας το Στράτο, το αγαπόψαρο.
“Το ψαροκόκαλο σού ανήκει Λευτεράκο, το λέει και ο Στράτος”
“Όχι Λευτεράκο πια κυρά Φωτεινή. “Μικρέ κύριε” να με λες, όπως η προπροπρογιαγιά σου εκείνο το παιδί”, είπε ο Λευτέρης και πήγε να βάλει το ψαροκόκαλο στην καλύτερη κρυψώνα του δωματίου του περήφανος για το απόκτημά του.

_

γράφει η  Βίκη Κοσμοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019 – Πρόσκληση

Προτεινόμενα Σχολικά Βοηθήματα

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος