Βαστάω το μολύβι. Το σέρνω στο χαρτί. Σαν τα βήματά μου. Λέξεις κουρασμένες. Ένας δρόμος μια κόλλα λευκή. Κουράγιο δεν έχω για στολίδια. Μήτε δέντρα. Μήτε λουλούδια. Μήτε πουλιά να πετούν. Μήτε αστέρια να ξαγρυπνούν μαζί μου. Νύχτα σε φόντο λευκό κι εγώ με το μολύβι, σαν κοντάρι από σκούπα μια μάγισσα δίχως ξόρκια παρά μόνο τούτο το ξόρκι ακινησίας που κάποτε μου περίσσεψε. Μας μάγεψα σε τόσες λέξεις. Μας μεταμόρφωσα σε τόσες γραμμές. Ιστορίες πεταμένες στο δωμάτιο. Σαν ιπτάμενοι δίσκοι. Σαν πούπουλα. Σαν λευκές  μπάλες από αφρολέξ σε γυάλινη μπάλα που κουνάς για να χιονίσει. Είμαι εκεί μέσα. Στη γυάλα με τα όνειρα. Σπίτι στη θάλασσα μια αμμουδιά κι εγώ ξαπλωμένη. Είναι το χέρι εκείνο που με κουνά. Είναι η απουσία του που χιονίζει. Νιφάδες παγωμένες πάνω στο ηλιοκαμένο μου πρόσωπο, ενωμένες οι εποχές σα σιαμαίες.

Βαστάω το μολύβι και προχωρώ. Σαν μαγκούρα που με κρατά. Σαν μπαστούνι αναγκαίο για τα βήματά μου. Τα χρόνια της υπομονής πολλαπλασιάζονται. Γράφει ρυτίδες το πρόσωπο της επιθυμίας. Γέρικο σχήμα. Μαλακό. Δε με νοιάζει. Ίσα ίσα με ευχαριστεί. Στο τέλος ίσως να φτάσω πιο εύκολα το χέρι αυτό. Σε εκείνο το κάπου θα υπάρχει ένα τέρμα. Αλλού δε θα έχουμε να πάμε. Κι όσο κι αν γλιστρά η διαδρομή, το τελευταίο χαρτί πάντα καταλήγει. Σε κάτι. Φοβάμαι μόνο μήπως τούτα τα βήματα από φωνήεντα και σύμφωνα λαχανιάσουν και σταματήσουν στη μέση. Μήπως και αποφασίσουν να φτιάξουν από μόνα τους ένα ενδιάμεσο τέλος. Ίσως τούτος να είναι και ο πιο δύσκολος φόβος μου. Πώς να συμπληρώσουν μετά τα κενά. Πώς να φτιάξω μια γέφυρα ικανή. Μια σκάλα που να ενώνει το τέλος του καθενός; Στο χάρτη να σημειωνόμαστε οι ίδιοι σαν κουκίδες που ενώνεις με τις κατάλληλες γραμμές. 1,2,3,4,5 να φτιάχνουμε εκείνο το βέβαιο ή και αβέβαιο σχήμα.

Βαστάω το μολύβι. Και ξέρω πως μόνο αυτό έχω. Κόντρα. Δικαίωμα και υποχρέωση. Νόμιμο και παράνομο. Εχθρό και φίλο…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!