Ήθελα να σου γράψω. Αντί να σου πω. Μη φανταστείς τίποτα συνταρακτικό. Μα δεν σου έγραψα. Ούτε σου είπα. Πάντα δίσταζα με τα λόγια. Έψαχνα τις κατάλληλες λέξεις, μα δεν τις έβρισκα. Μπλέκονταν και θρυμματίζονταν τελικά μέσα στο νου μου. Και τ’ ανείπωτα έμεναν ανέγγιχτα και αβοήθητα να πονάνε μέσα στις εκφράσεις.
Ήθελα να φύγω. Αντί να μείνω. Μη φανταστείς τίποτα τρομακτικό. Να μπω απλά σ’ ένα τρένο και να με φυλακίζει όλο το ταξίδι μπροστά στο παράθυρο του βαγονιού. Να φυσάει κρύος βοριάς και να εξιλεώνεται έτσι η σκέψη μου. Να λείψω τόσο, όσο να μην σου λείψω. Μα να λείψω σ’ εμένα. Ν’ απαρνηθώ το πρόσωπο και να ζωγραφίσω το είναι. Με όλα τα χρώματα. Κι ας τα μπερδέψω, όπως κάνω πάντα. Κι ας τα ανακατέψω όλα μαζί σ’ έναν καμβά εξωτικό. Κι ας τα φορέσω σαν λουλούδια στα μαλλιά. Κι ας γίνω καθρέφτης της κάθε εποχής. Με φαντάζεσαι;
Ήθελα να φύγω. Για λίγο. Κι ας μη μου φτάνει το λίγο. Μα δεν τολμάω να διεκδικήσω το για πάντα. Το αφήνω και το παίρνει ο χρόνος. Και ύστερα τρέχω ξοπίσω του, μα ποτέ δεν προλαβαίνω. Γιατί φοβάμαι. Φοβάμαι να κάνω το ένα βήμα, γιατί θέλω τα πολλά.
Ήθελα να φύγω για λίγο. Μα τελικά δεν έφυγα. Γιατί το λίγο τελικά δεν αρκεί. Θέλω το να φύγουμε για πάντα. Μαζί. Και να βρούμε εκείνον τον τόπο, όπου ο ορίζοντας αγκαλιάζει τον ουρανό και τη θάλασσα και φτιάχνει μια μπλε γραμμή. Τη γραμμή εκκίνησης. Τη γραμμή μιας διαφορετικής ζωής. Πες μου πως δεν είναι πολύ αργά.

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!