Select Page

Να μετράει, ζυγίζοντας, το μέλλον τους

Να μετράει, ζυγίζοντας, το μέλλον τους

Οι πυροσβέστες που μπήκαν πρώτοι στο ολοσχερώς καταστραμμένο, από τη μανία της φωτιάς, διαμέρισμα, διαπίστωσαν, με φρίκη, την ύπαρξη ενός, απανθρακωμένου, ανεξήγητα γονυπετούς, ανθρώπινου σώματος.

Βγήκε ασθμαίνοντας στην άκρη του μπαλκονιού της και παραμερίζοντας κάποια κλαδιά και φύλλα, για να μπορέσει κι εκείνος να την δει, του έκανε ένα λαχανιασμένο νόημα να ανεβεί. Δεν  αποπειράθηκε να του φωνάξει∙ το καταραμένο μεγάφωνο θα σκέπαζε τη φωνή της. Την είδε πάντως. Τώρα, πώς; Και με περισκόπιο, δύσκολο θα ήταν. Έριξε φευγαλέα ματιά στο σπασμένο γεράνι - «Θα ασχοληθεί αυτός μ’ αυτό» μονολόγησε - και  μπήκε μέσα ξανά, να πάει να την πάρει.

Την  κοίταξε, με ένα επίμονο και θλιμμένο  αποχαιρετιστήριο βλέμμα, έσκυψε με τεράστια προσπάθεια και φόβο μην τουμπάρει, την σήκωσε στην αγκαλιά της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα να του ανοίξει. Ακούγονταν, ήδη, τα συρτά του βήματα στη σκάλα, μια πένθιμη ρυθμική ακολουθία.

«Ησύχασε, καλό σκυλάκι και μη γαυγίζεις. Αυτόν τον άνθρωπο τον κάλεσα εγώ για μια δουλίτσα και θα φύγει. Έχεις μεγάλο δίκιο να αμφισβητείς τις επιλογές μου, αλλά τώρα σε βεβαιώνω πως δεν πρόκειται για επιλογή. Ένας τυχαίος περαστικός επαγγελματίας, που θα με απαλλάξει από κάτι πολύ χρήσιμο μέχρι χθες και  τελείως άχρηστο πια.  Μην τριγυρίζεις, σε παρακαλώ, ανάμεσα στα πόδια μου∙ αν πέσω, ποιος θα με σηκώσει;»

Μόλις έφτασε στην πόρτα, σταμάτησε και ο ήχος των βημάτων του καλεσμένου της∙ άψογος συντονισμός! Άνοιξε την πόρτα και τέντωσε τα χέρια, να του την παραδώσει. «Δική σου, εμένα πια μου είναι άχρηστη… έσπασε». Το χαμόγελο στο πρόσωπο του παλιατζή πάγωσε, σαν την είδε να κλείνει με τον όγκο της την είσοδο του διαμερίσματός της∙  αυτού του είδους οι αγενείς εκπλήξεις, όσων την αντίκρυζαν ξαφνικά, της ήταν πια οικείες. Ο έκπληκτος άνθρωπος κράτησε αμήχανα τη σπασμένη ζυγαριά κι έκανε μεταβολή, εγκαταλείποντας κάθε σκέψη για διεκδικητικό παζάρι αμοιβής του κόπου του ή για ξετρύπωμα κι άλλων αντικειμένων, που θα συμπλήρωναν το μεροκάματό του.

Ρία – Συλφηρία την αποκαλούσε εμπνευσμένα ο Μανούσος, τότε που ξετρελαμένος από  την ομορφιά, τη δροσιά, τη χάρη, το ανάλαφρο αεράτο βάδισμά της, την ονειρευόταν στον ύπνο και στον ξύπνιο του∙  Ρία, του Μανούσου η όμορφη κυρία∙ Ρία του Μανούσου η παχουλή κυρία και τέλος εδώ οι ωραίες ομοιοκατάληκτες εποχές. Ρία, του Μανούσου η χοντρή∙ Ρία, του Μανούσου η χοντρέλα∙ Ρία, του Μανούσου το μπαούλο.

Κι ο Μανούσος, ούτε να την πλησιάζει πλέον, λησμονώντας – σκέπτεται και οργίζεται εκείνη - τις ευθύνες του για το κατάντημά της. Αυτός ήταν που, έχοντας υποτάξει τη θέλησή της, απαίτησε, όταν βαρέθηκε παντελώς την αέρινη φάση της, τον εμπλουτισμό του κορμιού της με λίγα «πιασίματα», που να διεγείρουν τους πόθους του και να πυρπολούν τις αισθήσεις του, κατά τις ερωτικές τους συνευρέσεις. Ούτε που είχε τότε φανταστεί σε τι βουλιμικές θύελλες την οδηγούσε.

Όταν έκλεισε την πόρτα της, πίσω από την πλάτη του αρχαιότερου επαγγελματία της ανακύκλωσης, κατευθύνθηκε στο γραφείο με  το PC της, την δεύτερη πιστή της συντροφιά, μετά τη σκυλίτσα της την Έφη και κάθισε στο ειδικά κατασκευασμένο κάθισμά της. Όλα της τα παράθυρα στον κόσμο κι όλες της οι συνάφειες σε τούτη την οθόνη. Τον Μανούσο, αν και δεν  είχε εγκαταλείψει τη συντροφική τους εστία, μ’ όλο που δεν τον δέσμευαν κοινωνικές συμβάσεις, δεν τον εμπιστευόταν πια.   Πού  θα έβρισκε αυτός, καλλίτερη κουζίνα από τη μαγική δική της, ζεστασιά σαν του σπιτιού της και σύνταξη σαν του μακαρίτη του πατέρα της; Αυτά τον κρατούσαν.

Αχ αυτός ο πατέρας της! Η μητέρα της, άγγελος που έσταξε με τους μαστούς της τη θέρμη της ζωής και για τη ζωή στην ύπαρξή της∙ τη  θήλασε τόσο πολύ, που το θυμάται. Κι ύστερα, ο άγγελός της έφυγε γι’ άλλους τόπους, χωρίς αυταρχισμό και βαρβαρότητα. Όμως την επισκέπτεται συχνά. Αν μια μόνο ανθρώπινη ύπαρξη  συνομιλεί με έναν άγγελο, αυτή είναι η Ρία.

Αχ αυτός ο πατέρας της! Συντηρητικός, υπερπροστατευτικός, αυστηρός και πεισματάρης. Ποτέ δεν αποδέχθηκε τη σχέση της  με τον Μανούσο, τον ανερμάτιστο, τον ανεπρόκοπο, τον προικοθήρα.  «Άκου, λέει, καλλιτέχνης, ζωγράφος που μια μέρα θα μιλούν γι αυτόν. Κι ως τότε, αν υποθέσουμε –παράλογα- ότι βγαίνουνε τα όνειρα, πώς θα ζείτε; Θα ζωγραφίζει φρούτα κι άλλες νεκρές φύσεις να σε ταΐζει;…» Kι οι ευρηματικές αποστροφές των πικρόχολων  λόγων του δεν είχαν τελειωμό. Όταν απελπίστηκε, βέβαιος πια πως η κόρη του έχει κληρονομήσει το δικό του πείσμα, πέθανε∙ ναι, πέθανε χωρίς να αρρωστήσει∙ έτσι απλά∙ ένα πρωί, μετά την ανακοίνωση της αμετάκλητης απόφασης του ζευγαριού για εκκλησία και στέφανα, δεν ξύπνησε. Αυτόν τον τρόπο βρήκε ν’ ακυρώσει την αμετάκλητη απόφαση τους∙ τον εκβιασμό, μέσω του αφόρητου κόστους της απώλειας της σύνταξης άγαμης θυγατέρας, ορφανής πατρός.

Ο Μανούσος μπαινόβγαινε σαν φάντασμα στο σπίτι, αλάργα από το καταστραμμένο τοπίο της, παραγεμισμένης με ανοικονόμητη και κακόμορφη  σάρκα,  ομορφιάς της∙ αλάργα κι από την ακυρωμένη της θηλυκότητα και το κατακρεουργημένο  μητρικό της ένστικτο, που έδειχναν δόντια κοφτερά. Κι η Ρία αναρωτιόταν, αν την αγάπησε ποτέ και σαν τι περίεργο να περίμενε αυτή και τον ανεχόταν.

Άνοιξε τον υπολογιστή κι η πρώτη της δουλειά ήταν να παραγγείλει καινούργια ζυγαριά, να μετράει, ζυγίζοντας, το μέλλον τους. Συνέχισε με τις υπόλοιπες ρουτινιάρικες, αλλά και τις έκτακτες παραγγελίες της. Ευτυχώς που η εποχή αυτή συμπαραστέκεται στους δυσκίνητους ανθρώπους, με ωσεί παρούσα ευκίνητη συντροφιά. Είχε γίνει  η αγαπημένη των ντιλιβεράδων και των ταχυμεταφορέων, με τα πάντα γενναιόδωρα φιλοδωρήματά της. Και είχε εξελιχθεί σε δεινή γνώστη της παγκόσμιας γεωγραφίας, μαθαίνοντας να αγοράζει από όλες τις γωνιές του πλανήτη, ως και από τα καταγώγια του αχανούς και έξω από νόμους και κανόνες, διαδικτυακού εμπορίου.

Και ευτυχώς –σκεπτόταν- που, στο σπίτι μέσα, μπορούσε ακόμα να κινείται για την διεκπεραίωση όσων δεν ήθελε να αναθέσει στη Ντόρα -την οικιακή της βοηθό- με πρώτο και καλλίτερο το μαγείρεμα. Εξ άλλου, ποτέ δεν θα ανεχόταν μια οικιακή βοηθό, μπάστακα και κατάσκοπο στο σπίτι της. Και  λίγο σκόντο στην καθαριότητα, μάλλον είναι για καλό. Οι κατσαριδούλες  είναι πολύ συμπαθητικά και παρεξηγημένα πλάσματα∙ έχουν τον δικό τους κόσμο και καμιά συνάφεια με τον εξοντωτικό των ανθρώπων∙ το σχήμα τους έχει μια ελκυστική εικαστικότητα και είναι απορίας άξιο πως δεν συγκινεί, αλλά αντίθετα, πανικοβάλλει τους ανθρώπους και ιδιαίτερα τον καλλιτέχνη Μανούσο∙ το γεγονός την χαροποιεί, σε τέτοιο βαθμό, που είναι βέβαιη πως αντιλαμβάνεται τις μουσικές συχνότητες που εκπέμπουν οι κεραίες των πολύποδων και ενίοτε φτερωτών, εντόμων. Και, στο κάτω- κάτω, ο πληθυσμιακός τους έλεγχος είναι πια πανεύκολος, μ’ εκείνη τη θαυματουργή αλοιφούλα που τις τρελαίνει και ξυπνά τα κανιβαλικά τους ένστικτα.       

Όταν πήρε στα χέρια της την καινούρια ζυγαριά, είχε ήδη περάσει κάτι περισσότερο από εβδομάδα, χωρίς να έχει ζυγιστεί. Έσκισε, βιαστικά, το κουτί της συσκευασίας και βάλθηκε να  συναρμολογεί την ειδική παραγγελία της, που της έδινε τη δυνατότητα χειρισμών και ανάγνωσης των ενδείξεων, παρακάμπτοντας το εμπόδιο του όγκου της ανάμεσα στα μάτια και τα πόδια της . Με το που ολοκλήρωσε κι αυτή την αγωνιώδη, πλην υποχρεωτική διαδικασία, προχώρησε, χωρίς άλλη απώλεια χρόνου, στην καθυστερημένη τροφοδότηση των παρανοϊκών εμμονών της. Και, ω του θαύματος, το βάρος της είχε μειωθεί κατά τρία ολάκερα κιλά! Δεν το πίστεψε στην αρχή, αλλά όλοι οι έλεγχοί της επιβεβαίωσαν το άψογο καλιμπράρισμα  της καινούριας της ζυγαριάς. Η έκπληξη δεν περιορίστηκε στην πρώτη ζύγιση, αλλά συνεχίστηκε χωρίς σταματημό, μέχρι που έγινε και οπτικά ολοφάνερο το ξεφούσκωμά της.

Ο  Μανούσος παρακολουθούσε, έκπληκτος, την επιστροφή της κοντά στην μορφή που νόμιζε οριστικά παρελθούσα. Ένα πρωί, αγουροξυπνημένος, βλέποντάς την ξαφνικά μπροστά του, αέρινη ξανά, δεν μπόρεσε να κρατηθεί και αναφώνησε: «Συλφ…» χωρίς να τ’ ολοκληρώσει, αφού η συνέχεια πνίγηκε στα σκοτεινά και παγερά νερά των γαλαζοπράσινων ματιών της∙ ξεστόμισε και ένα αποσβολωμένο «…μου», με τόσο αστείο τρόπο, που τα αντικείμενα γύρω τους φωτίστηκαν, όχι όμως και η δική της μοχθηρή έκφραση.

Το θαύμα δεν κράτησε πολύ. Σύντομα έγινε φανερό πως δεν επρόκειτο για θαύμα, αλλά για ασθένεια, με πολλά δυσάρεστα συμπτώματα. Ο παθολόγος, που ήρθε να την δει, δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο να διαγνώσει στομαχικό έλκος και της συνέστησε να απευθυνθεί σε γαστρεντερολόγο, αφού προηγουμένως τους κατσάδιασε, βλέποντας μια κατσαρίδα να κάνει  άνετα την περατζάδα της. «Όχι μόνο έλκος στομάχου, αλλά και χολέρα θα πάθετε εδώ μέσα!» φώναξε, κοιτώντας θυμωμένα τον Μανούσο που στεκόταν παράμερα, κάτω από ένα πίνακά του, όπου οργίαζε το  πράσινο, από το ηλεκτρικό του νεαρού ανοιξιάτικου χορταριού ως το πρασινόμαυρο του κυπαρισσιού. Ζήτημα  αν τον άκουσε ο Μανούσος, όντας βυθισμένος στις σκέψεις του: «Άραγε, μ’ αγάπησε ποτέ; Γιατί αφέθηκε να γίνει έτσι; Γιατί δεν μ’ άφησε να βοηθήσω; Γιατί δεν νοιώθει πως δεν έπαψα να νοιάζομαι γι αυτήν;»

Την επιβεβαίωση της πρώτης διάγνωσης και από τον «καθ’ ύλη αρμόδιο», ακολούθησε η συνταγογράφηση της ενδεικνυόμενης φαρμακευτικής αγωγής. Όμως τα φάρμακα δεν βοήθησαν σε τίποτε. Η πληγή στο στομάχι  της συνέχιζε να μεγαλώνει και όχι, δεν ήταν καρκίνος και δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από έλκος στομάχου.

Τότε  ήλθε κι η σειρά της Ντόρας να κάνει τη διάγνωσή της: «Αυτός κυρά μου… δεν μου το βγάζεις από το μυαλό. Σου έχει κάνει μάγια. Τόσα χρόνια σου κάνει μάγια. Είναι ένας σατανάς αυτός…» βρήκε την ευκαιρία να στάξει το δικό της φαρμάκι, γιατί ο Μανούσος δεν  έδινε καμιά σημασία  στις  ερωτικές προκλήσεις της. Δεν πρόλαβε όμως να το πει για δεύτερη φορά, γιατί αρρώστησε και ο ίδιος ο κακός μάγος, από την ίδια ακριβώς αρρώστια και πιο βαριάς μορφής! Ίδιες διαγνώσεις, ίδια θεραπευτική αγωγή, ίδια απουσία αποτελέσματος.

Μετά και το δεύτερο κρούσμα, ο παθολόγος θεώρησε ως απόλυτα υπεύθυνες τις συνθήκες υγιεινής στο σπίτι των ασθενών- ίσως από κάποιο άγνωστο βακτηρίδιο, φερμένο από τις κατσαρίδες- και απαίτησε την άμεση απολύμανση των χώρων. Για τον Μανούσο, όμως, ήταν πια πολύ αργά. Η ασθένεια εξελισσόταν ταχύτατα. Η Ντόρα τροποποίησε τη γνωμάτευσή της: «Επίτηδες δεν μ’ άφηνε η μέγαιρα να καθαρίζω καλά το σπίτι. Ήθελε να τον  αρρωστήσει. Να πού την έβγαλε η τρέλα της».

Λίγες μέρες μετά την απολύμανση, ο Μανούσος αναχώρησε για το μεγάλο ταξίδι, από διάτρηση στομάχου με ακατάσχετη εσωτερική αιμορραγία, που δεν μπόρεσαν οι γιατροί να σταματήσουν ούτε στο χειρουργείο. Η Ρία ντύθηκε στα μαύρα, να τον συνοδεύσει στην τελευταία του κατοικία, αέρινη Βαλκυρία∙ πάνω από το κεφάλι της, με μαύρα φτερά, πετούσε ο άγγελός της.

Γύρισε στο σπίτι της, να περιμένει το δικό της αναπόφευκτο τέλος. Τα μαύρα μαντάτα της διάτρησης στομάχου είχαν κάνει την εμφάνισή τους και σ’ αυτήν.

Πήρε από το ντουλάπι της κουζίνας κι  έριξε στον νεροχύτη, την τελευταία ποσότητα μετασαλφιβερίνης. Η ουσία αυτή είναι πανομοιότυπη σε όλα με τ΄ αλάτι, εκτός από την μη αντιληπτή τοξικότητά της και την διακινεί γνωστή σε μυημένους  μαφιόζικη οργάνωση. Την είχε παραγγείλει την ίδια μέρα που παράγγειλε και την καινούρια της ζυγαριά, αλλά την παράλαβε πολύ νωρίτερα.

Αφού εξαφάνισε και το τελευταίο ίχνος σκόνης από τον επιτυχή σχεδιασμό μιας οικογενειακής της υπόθεσης που δεν αφορούσε κανέναν άλλο,  πήρε την Έφη στην αγκαλιά της και κάθισε στον υπολογιστή της, να στείλει μήνυμα στη  Ντόρα, για την φροντίδα της σκυλίτσας της, ποντάροντας δυνατά στη δεισιδαιμονία της οικιακής βοηθού  και στους όρους της διαθήκης της για το διάστημα που θα ζούσε το ζωάκι.

Καθώς είχαν όλα πια τελειώσει, χαλάρωσε και αναζήτησε μια περισσότερο αναπαυτική θέση στο κάθισμά της, που τώρα χωρούσε τέσσερις σαν κι αυτήν. Ένα αφόρητο βάρος στο στήθος, τη σταμάτησε. Όχι, δεν ήταν καρδιακό επεισόδιο. Από το μυαλό της ερχόταν∙ σκέψεις ήταν, που κινούνταν να οργανωθούν, να πάρουν σχήμα… «Πού πας με τόση κόλαση; Δεν υπάρχει τάφος να την χωρέσει. Εξομολογήσου!» Να εξομολογηθεί; Σε τι και σε ποιόν; Έσυρε τα βήματά της με κόπο στην κουζίνα. Γέμισε ένα φλυτζάνι με λάδι και με βαμβάκι έφτιαξε φυτίλι. Αφού το άναψε, πήρε την Έφη στην αγκαλιά της,  βγήκε στο πλατύσκαλο και την άφησε κάτω, με κίνηση τελετουργική… «Φύγε τώρα, καλό σκυλάκι.» Έκλεισε την πόρτα, γύρισε στην κουζίνα και με υπόκρουση το κλάμα της σκυλίτσας, γονάτισε κολλητά στο αυτοσχέδιο καντήλι  της, ακουμπώντας τις παλάμες στα γόνατά και κοιτώντας, ανέκφραστη, το σφαλισμένο παράθυρο.

Η Ντόρα, με την θρηνούσα Έφη στην αγκαλιά της, παρακολουθούσε, ανάμεσα στους άλλους θεατές, έντρομη και κλαίγοντας ασυγκράτητα, τις εργώδεις προσπάθειες των απορημένων πυροσβεστών να σβήσουν την πεισματικά μαινόμενη φωτιά,  στο διαμέρισμα της Ρίας.  

_

γράφει ο Απόστολος Παλιεράκης

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

6 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Απόστολε μας χάρισες ένα αριστούργημα. Κάθε φορά μου επιβεβαιώνεις πως ο πλούτος της γραφής σου… είναι τεράστιος. Κάθε ανάρτηση δικού σου δημιουργήματος και ένα καινούριο ταξίδι. Σε ευχαριστώ και σε ευχαριστούμε….

    Απάντηση
  2. 'Αννα Ρουμελιώτη

    Εξαιρετικό κ. Παλιερακη!!!

    Απάντηση
  3. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Σας ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σας, ο,τι καλλίτερο μπορεί να μου συμβεί.

    Απάντηση
  4. Νίκη Βιδαλη

    Απνευστί το διάβασα ,συνεπαρμένη απο τη γνώριμη μου πεια συγκλονιστική και ιδιότυπη γραφη σου!

    Απάντηση
  5. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Σ’ ευχαριστώ πολύ Νίκη, για τη στήριξή σου.

    Απάντηση
  6. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    ΈΧΩ που έχω τη φοβία μου με τη φωτιά ήρθες κι’ εσύ με το κείμενό σου και μού έδωσες και κατάλαβα’
    Καλογραμμένο όπως και ό, τι γράφεις Απόστολε, άσχετα ανμε ψυχοπλάκωσες λίγο πολύ.

    Απάντηση

Απάντηση σε 'Αννα Ρουμελιώτη Ακύρωση απάντησης

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!