Εσύ φταις αλήτισσα καρδιά, που αρπάχτηκα μαζί σου
γιατί τα φτερά μου ήθελες, στη γη να τα κρατήσεις...
Θέλω να σκιτσάρω καραβιές, πάνω τους να ταξιδέψω
τον πόνο τον αρχοντικό, που έχω βαθιά στο βλέμμα!

Κράταγες όλες μου τις σιωπές, πίσω απ’ τα βλέφαρά μου
ερημιά με βάφτισες, κάτω από δυο φεγγάρια μέλι...
Ζωή, μου το ονόμασες, μ’ έκλεισες εκεί, με όρια τα πρέπει
κοκκινάδι δε μου έδωσες ποτέ, στα μάγουλα να βάλω!

Με φόβιζες με τη βροχή, και τις φωνές του θέρους μου σιγούσα
αλλά η αγάπη διάβηκε, στον ψίθυρο του χωραφιού με στάχυα...
Είδα τ' ουρανού το πρόσωπο, να γδύνεται μπροστά μου
κι αξιώθηκα του έρωτα την μαχαιριά, γλυκά να μ’ ανταμώνει!

Και φταις εσύ, που φύλαγες χωρίς δεσμά την αγκαλιά μου
τα χείλη μου τα δρόσισε, η μεταλαβιά απ’ του έρωτα τη μέθη...
Τώρα απ’ τα σύννεφα θα βγω, και κόκκινα πανιά θ’ ανοίξω
και συ μ’ ένα ζεϊμπέκικο βαρύ, το πάθος μου ας φοβερίζεις!

_

γράφει η Βίκυ Δρακουλαράκου