Οδοιπορικό

28.09.2017

 

 

 

 

 

Ιούνης στα τελειώματα
στο χάραμα ο Ιούλης
και εσύ στη Β΄ Παθολογική.

Στην κόψη του μεσοκαλόκαιρου
βαρύς χειμώνας κόπιασε
και γέμισε ο ήλιος μου μ’ αγκάθια.
Ορθή μετρούσα τις στάλες του ορού σου,
του μόχθου σου το μπράτσο σού φιλούσα
και ανάδευε αντίστροφα η κλεψύδρα της ζωής σου.
Και εκεί, στο πιο χαρμόλυπο τ’ αντάμωμα,
αφού γαντζώθηκα απ’ της χούφτας σου τ’ ανάγλυφο
και βύθισα το βλέμμα μου για πάντα στο δικό σου,
αρχίνησαν οι κύκνειες ιστορίες σου
να μας μιλούν για τα παλαιικά τα χρόνια.
Δύστοκα χρόνια -έλεγες-
με χωματένια ρούχα, ανέχεια και ξωμάχους,
χρόνια σφιχτά ζωσμένα
με πικραλίθρες και χαραμάδες νόστου.
Μα οι μνήμες σου αλάφρωναν
σαν έρρεε ανάλαφρα στη φλέβα σου
από την κορυφογραμμή τ’ αγέρι του Λαπίθα,
το κρύσταλλο νερό από την Πάνω Βρύση,
πευκοβολιάς το θρόισμα
από του τόπου μας την πιο πιστή θητεία σου.
Και ύστερα, σαν αετός φτερούγισες κι εχάθης,
σαν αετός εκέντησες το υφάδι της ζωής σου.

Μερόνυχτα αδυσώπητα παλεύω
για να βρω τα ορφανεμένα τα πατήματά μου.
Μα πώς να πορευτώ
αφού μου λείπουν τα ποδάρια;
Τις νύχτες μου τις άγρυπνες
από τον καφενέ σε φέρνω στην αυλόπορτα,
σε αγναντεύω ολόισα στα παιδικά σου μάτια
και εσύ βιγλάτορας διαδρόμους μού ανοίγεις.
Σε καρτερώ στης μάνας το τραπέζωμα,
στο δροσαλό σου περιβόλι,
αγκρουμάζομαι στα σκαλοπάτια την άδολη λαλιά σου
και τις χρυσές σιωπές σου ψηλαφίζω.
Σχίζει ο χρόνος, που σταμάτησε στα στερνά σου λόγια,
θρηνώ σαν άφτερο πουλί για τον χαμένο ουρανό μου.
Στα χέρια μου βαστώ το πιο ακριβό βιβλίο
-εσύ μου το ‘γραψες με της βιοτής σου το μελάνι-
και συλλαβίζω στις σελίδες του
ατόφια την περισπούδαστη τη ρότα σου.
Το φέρσιμό σου αφτιασίδωτο,
λειμώνας το γέλιο σου τ’ αστείρευτο,
τα υλικά και τα ανούσια ποτέ σου δεν νογούσες.
Και όσοι με πίκρα και άδικο, πληγή σε φίλευαν,
εσύ τα χέρια σταύρωνες με περισσή αξιοπρέπεια
και αυτούς με τη σιγή της λησμονιάς σου τους μετρούσες.
Όσα τρανά μού δίδαξες, ασπάζομαι,
και ευλαβικά σφαλίζω στο οπλοστάσιό μου,
ως ακριβά μου θεία δώρα.
Φέτος το καλοκαίρι ακούσια θ’ αντιστραφούν οι ρόλοι:
Από τη γέρικη συκιά, τον Αύγουστο,
εγώ θα σου συνάξω τα ώριμα τα φρούτα
και θα σου τα στείλω για παραδείσιο πεσκέσι.

Καλό ταξίδι άρχοντα της καλοσύνης,
της απλοϊκής καρδιάς και της φιλόξενης παλάμης.
Ώρα καλή σου θυμάρι της ψυχής μας.
Και εκεί ψηλά γαλήνιο θα στραφταλίζει
τ’ αέναο χαμόγελό σου σαν θα κερνάς
τους φίλους και συγχωριανούς σου.

_

γράφει η Καλλιόπη Δημητροπούλου

(στη μνήμη του πατέρα μου, 10 Αυγούστου 2017)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Θάλασσα

Θάλασσα

Ώω θάλασσα θεά θεούς θεριεύεις θνητούς θρηνείς θύελλες θερίζεις σύμπαντα καθρεφτίζεις - Ώω θάλασσα θεά ορίζοντες κλωθείς, τους ουρανούς ποθείς πλανήτες σαγηνεύεις τα πάθη γαληνεύεις - Ώω θάλασσα Θεά θωρείς με μάτια γαλανά πλέκεις θεόρατα μαλλιά δοσμένα στου Αιόλου τα...

Κανένα παιδί δεν είναι ανήμπορο

Κανένα παιδί δεν είναι ανήμπορο

Σε εκείνον που πονάει πιο ηχηρά ζητούσαν από παιδί να σωπάσει. Σε εκείνον που πονούσε σθεναρά ζητούσαν συγνώμη αφού είχε σπάσει. Πράξεις ισοδύναμες με χτυπήματα και λόγια που τον έπνιγαν σαν κύματα ή τον ξέσκιζαν σαν θαλάσσια ζώα, της φαντασίας όλων μας αποκυήματα....

Μια ήσυχη φιγούρα

Μια ήσυχη φιγούρα

Ήσυχη φιγούρα, ήσυχη προσωπικότητα που ταράζει άλλων τα νερά. Όχι και τόσο κοινωνική, ανήκει χωρίς να είναι ολόκληρη εκεί. Θέλησε να ζήσει διαφορετικά, με όνειρα και χωρίς σταθμά. Μα μάταιες σκέψεις ξεπρόβαλαν και μια πραγματικότητα αναπόφευκτη, Και στερνή της γνώση...

Σείριος

Σείριος

Σε είδα σήμερα Μυστική μου ερωμένη. Μικρή μελαγχολική απροστάτευτη με έψαχνες χωρίς να ξέρεις το γιατί σε έψαχνα σε έβρισκα σε έχανα. Και ήσουν παντού δεν ήθελα να σου μιλώ να σε αρπάξω ήθελα να καταστρέψω τη εύθραυστη ηρεμία σου Να σου γυμνώσω τα στήθη Να τα δαγκώσω...

Το φως δεν επαιτεί…

Το φως δεν επαιτεί…

- γράφει η Θεοδοσία Αργυράκη - Ασαργιωτάκη - Με αλαζονεία λεηλατήθηκε, δε νικήθηκε  ότι αναστήθηκε στο φως είναι εκεί  στις παγωμένες αίθουσες κραυγάζει με τέχνης ρωμαλέα, αιώνια φωνή. __Δεν σου ανήκω, δεν είμαι εδώ θρηνούν τα ακρωτηριασμένα μέλη μου  με το ρυθμό της...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Το φως δεν επαιτεί…

Το φως δεν επαιτεί…

- γράφει η Θεοδοσία Αργυράκη - Ασαργιωτάκη - Με αλαζονεία λεηλατήθηκε, δε νικήθηκε  ότι αναστήθηκε στο φως είναι εκεί  στις παγωμένες αίθουσες κραυγάζει με τέχνης ρωμαλέα, αιώνια φωνή. __Δεν σου ανήκω, δεν είμαι εδώ θρηνούν τα ακρωτηριασμένα μέλη μου  με το ρυθμό της...

Ο Γέρος και η Θάλασσα

Ο Γέρος και η Θάλασσα

Πού να ’ξερες γέρο Έρνεστ πως θα γινόμασταν συμμαθητές   στην Αίθουσα του Ανοιχτού Ορίζοντα μαζί να έρπουμε με μάτια δακρυσμένα   Και εγώ σαν ένας από σένα να βλέπω, να μιλώ και  να απορώ Τι Λάθος Έκανα  όταν ξεκίνησα να Ζω και να Aγαπώ τη Θάλασσα   Ω!...

Μοναχικά Χριστούγεννα

Μοναχικά Χριστούγεννα

Έστρωσε το πιο όμορφο, χριστουγεννιάτικο τραπέζι  το γέμισε με καλούδια, τίποτα να μην λείπει έβαλε και την μουσική, στη διαπασών να παίζει να μην ακούγονται τόσο πολύ, της μοναξιάς οι χτύποι.   Γέμισε τα ποτήρια μέχρι πάνω, με κρασί κι ελπίζει πως κάποιος απόψε...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου