Select Page

Οδοιπορικό

Οδοιπορικό

 

 

 

 

 

Ιούνης στα τελειώματα
στο χάραμα ο Ιούλης
και εσύ στη Β΄ Παθολογική.

Στην κόψη του μεσοκαλόκαιρου
βαρύς χειμώνας κόπιασε
και γέμισε ο ήλιος μου μ’ αγκάθια.
Ορθή μετρούσα τις στάλες του ορού σου,
του μόχθου σου το μπράτσο σού φιλούσα
και ανάδευε αντίστροφα η κλεψύδρα της ζωής σου.
Και εκεί, στο πιο χαρμόλυπο τ’ αντάμωμα,
αφού γαντζώθηκα απ’ της χούφτας σου τ’ ανάγλυφο
και βύθισα το βλέμμα μου για πάντα στο δικό σου,
αρχίνησαν οι κύκνειες ιστορίες σου
να μας μιλούν για τα παλαιικά τα χρόνια.
Δύστοκα χρόνια -έλεγες-
με χωματένια ρούχα, ανέχεια και ξωμάχους,
χρόνια σφιχτά ζωσμένα
με πικραλίθρες και χαραμάδες νόστου.
Μα οι μνήμες σου αλάφρωναν
σαν έρρεε ανάλαφρα στη φλέβα σου
από την κορυφογραμμή τ’ αγέρι του Λαπίθα,
το κρύσταλλο νερό από την Πάνω Βρύση,
πευκοβολιάς το θρόισμα
από του τόπου μας την πιο πιστή θητεία σου.
Και ύστερα, σαν αετός φτερούγισες κι εχάθης,
σαν αετός εκέντησες το υφάδι της ζωής σου.

Μερόνυχτα αδυσώπητα παλεύω
για να βρω τα ορφανεμένα τα πατήματά μου.
Μα πώς να πορευτώ
αφού μου λείπουν τα ποδάρια;
Τις νύχτες μου τις άγρυπνες
από τον καφενέ σε φέρνω στην αυλόπορτα,
σε αγναντεύω ολόισα στα παιδικά σου μάτια
και εσύ βιγλάτορας διαδρόμους μού ανοίγεις.
Σε καρτερώ στης μάνας το τραπέζωμα,
στο δροσαλό σου περιβόλι,
αγκρουμάζομαι στα σκαλοπάτια την άδολη λαλιά σου
και τις χρυσές σιωπές σου ψηλαφίζω.
Σχίζει ο χρόνος, που σταμάτησε στα στερνά σου λόγια,
θρηνώ σαν άφτερο πουλί για τον χαμένο ουρανό μου.
Στα χέρια μου βαστώ το πιο ακριβό βιβλίο
-εσύ μου το ‘γραψες με της βιοτής σου το μελάνι-
και συλλαβίζω στις σελίδες του
ατόφια την περισπούδαστη τη ρότα σου.
Το φέρσιμό σου αφτιασίδωτο,
λειμώνας το γέλιο σου τ’ αστείρευτο,
τα υλικά και τα ανούσια ποτέ σου δεν νογούσες.
Και όσοι με πίκρα και άδικο, πληγή σε φίλευαν,
εσύ τα χέρια σταύρωνες με περισσή αξιοπρέπεια
και αυτούς με τη σιγή της λησμονιάς σου τους μετρούσες.
Όσα τρανά μού δίδαξες, ασπάζομαι,
και ευλαβικά σφαλίζω στο οπλοστάσιό μου,
ως ακριβά μου θεία δώρα.
Φέτος το καλοκαίρι ακούσια θ’ αντιστραφούν οι ρόλοι:
Από τη γέρικη συκιά, τον Αύγουστο,
εγώ θα σου συνάξω τα ώριμα τα φρούτα
και θα σου τα στείλω για παραδείσιο πεσκέσι.

Καλό ταξίδι άρχοντα της καλοσύνης,
της απλοϊκής καρδιάς και της φιλόξενης παλάμης.
Ώρα καλή σου θυμάρι της ψυχής μας.
Και εκεί ψηλά γαλήνιο θα στραφταλίζει
τ’ αέναο χαμόγελό σου σαν θα κερνάς
τους φίλους και συγχωριανούς σου.

_

γράφει η Καλλιόπη Δημητροπούλου

(στη μνήμη του πατέρα μου, 10 Αυγούστου 2017)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Βασίλειος Μαντικός

Γεννήθηκε ως άλλος φόρος «Ρωμαϊκός» -κι ανδρώθηκε- στο νησί του Ήλιου, μιαν αρχή της Ινδίκτου. Ζει και εργάζεται στη γενέτειρά του. Σπούδασε και σπουδάχτηκε στη Μεγαλόνησο. Με θέα το Αιγαίο και παρέα μια ρακή σταμάτησε να ελπίζει, να φοβάται και πρωτοένιωσε τη «λεφτεριά» φερόμενος ως Πολιτικός Μηχανικός.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!