Είχε κάτι πολύ εύθραυστο πάνω της. Δεν είμαι  σίγουρος γιατί το ένιωθα αυτό, αλλά με κατέκλυσε από την πρώτη στιγμή που τη συνάντησα, στην είσοδο της πολυκατοικίας. Το βλέμμα της κουβαλούσε τη δροσιά της Ιταλικής  Αναγέννησης και ταυτόχρονα τον θερμό αέρα της Αλγερινής ερήμου. Ή ίσως έτσι ήθελα να πιστεύω απ’ όταν έμαθα ότι είχε μεγαλώσει στην Αλγερία. Εγώ είχα μόλις τελειώσει τη θητεία μου και περνούσα τις μέρες μου διαβάζοντας  διαδικτυακές αγγελίες  για θέσεις εργασίας σε μέρη μακρινά, στα οποία δε θα πήγαινα -φυσικά- ποτέ,  αλλά -βλέπεις-  η έρευνά μου ικανοποιούσε τους γονείς μου, που ονειρεύονταν να με δουν να διδάσκω  Αισθητική ή Ηθική ή Μεταφυσική σε κάποιο ξένο  Πανεπιστήμιο.

Από κείνη την πρώτη συνάντηση, λοιπόν, ξεκίνησαν όλα. Τα πράσινα μάτια της είχαν εντυπωθεί στο νου μου, ίσως γιατί έκρυβαν βαθιά μυστικά, ρωγμές της ψυχής, ασύνειδες αντηχήσεις μιας ακαθόριστης ευτυχίας· ή ίσως απλώς να  αντικαθρέφτιζαν τις δικές μου ρωγμές τελικά. Άρχισα να την παρακολουθώ, να κρύβομαι στο κλιμακοστάσιο ανάμεσα στον όροφό της και τον δικό μου, να κρυφακούω έξω από την πόρτα της τις νύχτες και να καραδοκώ στο μπαλκόνι, ώστε να την δω να επιστρέφει από τις  εξόδους της.

Ξεκίνησα τις μεταμφιέσεις και πέτυχα να την ακολουθώ συνεπαρμένος και εν τέλει εθισμένος στην παρουσία της. Άρχισα να τρέφομαι μόνο με το να την σκέφτομαι, ανώνυμος, αλλόκοτος ακόλουθός της  στους δρόμους της πόλης, χωρίς να έχω υπολογίσει ούτε για μια στιγμή την καταστροφή. Τις ώρες που ήξερα ότι κοιμόταν στον κάτω από μένα όροφο τής  έγραφα επιστολές παθιασμένες, ειλικρινείς, με τις μεγαλοστομίες ερωτευμένου και τις κλείδωνα στο συρτάρι τού μπουφέ της μητέρας, που ήταν ακριβώς πάνω από το κρεβάτι της. Φυσικά, δεν χρειάζεται -νομίζω- να πω ότι είχα παραβιάσει την πόρτα του διαμερίσματός της και είχα χαρτογραφήσει με μαεστρία μοναδική τη διάταξη των επίπλων της. Είχα εξερευνήσει τις ντουλάπες της, είχα μυρίσει ένα ένα τα ρούχα της και είχα κλέψει και ένα από τα καπέλα της, που δεν είχα δει να φορά ποτέ, αλλά ήταν τόσο μοναδικά και τόσο περίτεχνα, που άξιζε να γίνω για χάρη τους -μία φορά- κλέφτης.

Κάποια νύχτα που την παρακολούθησα -πάλι- αθέατος, την είδα να συναντά έναν ψηλό, καλοντυμένο κύριο. Μίλησαν γαλλικά και χώθηκαν βιαστικά σε ένα ακριβό ξενοδοχείο, με κείνον να ακουμπά σχεδόν επαίσχυντα το αιθέριο σώμα της. Έμεινα μόνος με τον φόβο μου, έξω, στην παγωμένη αστική νύχτα. Δεν μπορούσα παρά να γυρίσω στην πολυκατοικία μας και να εισβάλω -παράφρων από τη ζήλια- στο διαμέρισμά της.

Θα ήταν λίγο πριν το ξημέρωμα, όταν άνοιξα τα μάτια μου και την είδα. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού της και με κοιτούσε, ενώ μια σκοτεινή λίμνη σκέπαζε  την ίριδα των ματιών της. Πετάχτηκα πάνω ψελλίζοντας κάτι φθηνές δικαιολογίες για το πώς είχα βρεθεί στο δωμάτιό της, για το πώς με είχε πάρει ο ύπνος στο κρεβάτι της. Μου έδειξε αμίλητη την έξοδο.

Το πρωί, λίγο μετά τις δέκα, άκουσα θόρυβο στη γειτονιά. Ένα μεγάλο φορτηγό μεταφορών φόρτωνε τα έπιπλά της. Έτρεξα κάτω φρενήρης, αλλά δεν μπόρεσα να αρθρώσω λέξη. Λίγο πριν φύγει με το ταξί που ακολούθησε το φορτηγό, άπλωσε τα χέρια της και μου έδωσε ένα κουτί. Είχε μέσα ένα ακόμη καπέλο, στα χρώματα των φτερών ενός παγωνιού.

Αν δείτε στους τοίχους της πόλης ζωγραφιές με κοπέλες που φορούν παράξενα καπέλα, θα ξέρετε. Είμαι εγώ, που τριγυρίζω τις νύχτες στις γειτονιές σας -όταν κοιμάστε-  και την αναζητώ. Βρήκα έναν τρόπο να της στείλω ένα μήνυμα συγγνώμης και μια ερωτική πρόσκληση. Ο Έρωτας με έχρισε  καλλιτέχνη.


_

γράφει η Ηλέκτρα Αλεξάκη